Δίδετε ‘Κατά την Προαίρεσιν της Καρδίας Σας’;
ΗΤΑΝ μόλις ένα αγόρι εννέα ετών, αλλά είχε λάβει το πνεύμα του ευαγγελίου της βασιλείας του Θεού. Αυτό ήταν καταφανές από την επιστολή που έγραψε στο γραφείο του τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στας Αθήνας: «Οι γονείς μου μού είπαν ότι αν επετύγχανα στις ετήσιες σχολικές εξετάσεις κι έπαιρνα άριστα, θα μου έδιναν 500 δραχμάς δώρο. Πράγματι, επέτυχα στις εξετάσεις, και οι γονείς μου μού έδωσαν αυτό το υποσχεμένο χρηματικό δώρο, αφήνοντάς με να το χρησιμοποιήσω κατά την κρίσι μου. Αφού εσκέφθηκα, έλαβα την απόφασι να χρησιμοποιήσω αυτό το ποσόν για την εξάπλωσι της διακηρύξεως των αγαθών νέων, και το εμβάζω σ’ εσάς μέσω του επισκόπου μας.»a
Αξιόλογο; Ναι, αλλά καθόλου μοναδικό, διότι το ότι τα αγαθά νέα της βασιλείας του Θεού έχουν αυτό το αποτέλεσμα στα παιδιά, φαίνεται επίσης και από ό,τι έγραφε ένα πενταετές Ροδεσιανό παιδί στο γραφείο του τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στο Σάλσμπουρυ: «Αγαπητοί Αδελφοί, Σας αποστέλλω την εισφορά μου προς την Εταιρία 1 σελλίνι [4 δραχμές] που μου έδωσε ο μπαμπάς μου για γλυκά. Αντί ν’ αγοράσω γλυκά απεφάσισα στο νου μου να το στείλω στην Εταιρία διότι θα χρησιμεύση περισσότερο από το ν’ αγοράσω γλυκά.»b
Ναι, είναι αξιοσημείωτο ότι νεαρά παιδιά εκδηλώνουν τέτοιο ανιδιοτελές πνεύμα, αλλά ίσως ακόμη πιο αξιοσημείωτος είναι ο ώριμος τρόπος με τον οποίον εξεφράσθησαν αυτά τα δύο μικρά παιδιά: «Αφού σκέφθηκα, έλαβα την απόφασι,» έγραψε ο εννεατής μικρός· και «απεφάσισα στο νου μου να το στείλω στην Εταιρία,» είπε το πενταετές παιδί.
Και τα δύο αυτά μικρά παιδιά φαίνεται ότι πρώτα σκέφθηκαν, κατόπιν απεφάσισαν στην μικρή των καρδιά να δώσουν έκφρασι σε μια ανιδιοτελή ώθησι και ύστερα ενήργησαν σύμφωνα μ’ αυτή την απόφασι. Κάνοντας έτσι ενεργούσαν με την θεόπνευστη συμβουλή του Παύλου: «Ο σπείρων με αφθονίαν, και με αφθονίαν θέλει θερίσει. Έκαστος κατά την προαίρεσιν της καρδίας αυτού.»—2 Κορ. 9:6, 7.
Μ’ αυτή τη συμβουλή ο απόστολος Παύλος εκδηλώνει σοφία και κατανόησι της ανθρωπίνης φύσεως η οποία ήλθε σ’ αυτόν, μέσω του αγίου πνεύματος του Θεού. Πιθανόν να έχωμε λάβει στην καρδιά μας την προαίρεσι, απόφασι ή σκοπό, κατόπιν καταλλήλου σκέψεως, να συνεισφέρωμε τόσα από τον μισθό ή τα ημερομίσθια της εβδομάδος για την Χριστιανική υπόθεσι, αλλά κατόπιν όταν φθάση η στιγμή ν’ αποχωρισθούμε τα χρήματα, ίσως να μη είναι τόσο εύκολο. Είναι προφανές ότι είναι πολύ πιο εύκολο ν’ αποφασίση ένας στην καρδιά του παρά να δώση, αλλά εδώ είναι το σημείον που δοκιμάζεται η εκτίμησις ενός, όπως επίσης δοκιμάζεται η ακεραιότης ενός, του να διακρατήση τον αυτοσεβασμό του προς τον Θεό. Όταν αποφασίζαμε είμεθα ενήμεροι της αξίας της Χριστιανικής υποθέσεως, αλλά, όταν έρχεται πραγματικά ο καιρός να δώσωμε, είναι πιθανόν τελείως αιφνίδια να δείξωμε πολύ ενδιαφέρον για τις δικές μας ανάγκες, που μπορούν τότε να μας φανούν πιο επείγουσες. Η αρχή εδώ είναι ομοία με την αρχή που διέπει τις ευχές.—Εκκλησ. 5:4-6.
Αυτή η αρχή μπορεί να εφαρμόζεται σε πάρα πολλές καταστάσεις στη ζωή. Παραδείγματος χάριν, ένας σύζυγος μπορεί να είναι κλινήρης από ασθένεια και, εκτιμώντας την φροντίδα και την στοργή που επιδαψιλεύει σ’ αυτόν η σύζυγός του, αποφασίζει στην καρδιά του να της προσφέρη μια μεγάλη ανθοδέσμη από ρόδα ή ένα καλό γεύμα έξω μόλις αναλάβη. Αλλά όταν γίνη καλά, μπορεί να λησμονήση την υπόσχεσί του ή να την βγάλη από το νου του ως κάτι παράλογο ή απλώς ως αισθηματισμό. Όταν ήταν ασθενής είχε πολλή εκτίμησι για όσα έκανε η σύζυγός του, κι εκείνο που είχε αποφασίσει να κάμη μόλις γίνη καλά ήταν λογικό, καλό και ευγενές. Τώρα έπρεπε να ενεργήση ακριβώς όπως είχε αποφασίσει στην καρδιά του όταν ήταν κλινήρης!
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΛΑΤΡΕΙΑ ΜΑΣ
Αυτή η αρχή έχει πολλές εφαρμογές στη ζωή ενός Χριστιανού. Παραδείγματος χάριν, στη συνάθροισι της εκκλησίας μπορεί να του απεδείχθη πλήρως πόσο σπουδαίο είναι να μεταβαίνη στις συναθροίσεις εγκαίρως· ότι αυτό δείχνει σεβασμό στον Λόγο του Θεού και στην διευθέτησί Του, και λοιπά. Έτσι αποφασίζει στο εξής να πηγαίνη εγκαίρως. Αλλά όταν έρχεται η ώρα της επομένης συναθροίσεως, δεν είναι τόσο εύκολο να το πραγματοποιήση, να πειθαρχήση τον εαυτό του ώστε να ξεκινά ενωρίτερα, αλλά έχει όμως δεσμεύσει τον εαυτό του να το κάμη αυτό και οφείλει να το κάμη διότι το έχει αποφασίσει στην καρδιά του.
Ή ένας Χριστιανός διάκονος πιθανόν ν’ ακούη προσεκτικά την συμβουλή και νουθεσία που δίδεται στη συνάθροισι υπηρεσίας της εκκλησίας του σχετικά με την υπηρεσία αγρού και αποφασίζει στην καρδιά του ν’ αφιερώση τρεις ώρες το πρωινό της επομένης Κυριακής στο κήρυγμα των αγαθών νέων της βασιλείας του Θεού από σπίτι σε σπίτι και σ’ επανεπισκέψεις. Αλλά τότε μπορεί ο καιρός να είναι λίγο δριμύς, ή μπορεί να έχη συναντήσει μόνον ολίγα «ευήκοα ώτα,» ή ίσως να έχη παρατηρήση ότι άλλοι εσταμάτησαν το κήρυγμα ύστερα από μία ή δύο ώρες, κι έτσι, αντί να ενεργήση όπως είχε αποφασίσει στην καρδιά του, αρκείται με ολιγώτερα.
Το ίδιο συμβαίνει και σχετικά με την εξεύρεσι χρόνου για τη μελέτη της Γραφής. Ένας ενθαρρύνεται να κάνη τακτικές διευθετήσεις για προσωπική μελέτη της Γραφής και μπορεί να έχη αποφασίση στην καρδιά του ν’ αφιερώνη την εσπέρα της Δευτέρας γι’ αυτό. Αλλά όταν έρχεται η εσπέρα της Δευτέρας, αν δεν ενεργήση με σταθερή αποφασιστικότητα, είναι πιθανόν να παρασυρθή από ένα ελκυστικό πρόγραμμα τηλεοράσεως, κάποιο δημοφιλές περιοδικό ή από κάποιες μικροδουλειές που θα μπορούσαν να περιμένουν και ως αποτέλεσμα, αποτυγχάνει να πραγματοποιήση αυτό που είχε αποφασίσει στην καρδιά του.
ΣΕ ΧΡΗΜΑΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Ο απόστολος Παύλος εξαγγέλλει αυτή την αρχή σε συσχετισμό με εισφορές που πρέπει να γίνωνται σε ενδεείς Χριστιανούς, αλλά η αρχή εφαρμόζεται επίσης και σε όλους τους άλλους τομείς όπου ο Χριστιανός εισφέρει. Εν πρώτοις, οφείλει ένας να εξετάση το ζήτημα με ώριμη προσοχή και σοβαρή σκέψι. Κάθε Χριστιανός είναι ένας οικονόμος, υπόλογος στον Ιεχωβά Θεό για το πώς χρησιμοποιεί τα όσα έχει στο ενεργητικό του, όπως χρόνο, ενέργεια και χρήμα. (1 Κορ. 4:2) Πρέπει να ερωτήση τον εαυτό του: Πόσα ακριβώς χρειάζομαι για να εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου απέναντι στην οικογένειά μου ή να φροντίσω κατάλληλα για τον εαυτό μου; Αφού φροντίσω για τ’ απολύτως αναγκαία πόσα ακόμη θέλω να έχω για καλυτέρα διατροφή, ρουχισμό και στέγη; Εδώ ακριβώς εισέρχεται επί σκηνής η ευσέβεια μετ’ αυτάρκειας. Όπως και ο Παύλος έγραψε: «Έχοντες δε διατροφάς και σκεπάσματα, ας αρκώμεθα εις ταύτα.» Όσο πιο ταπεινές είναι οι ανάγκες μας, τόσο πιο ‘υπερήφανες’ μπορούν να είναι οι προσφορές μας. Αλλά όσο πιο υπερήφανες είναι οι ανάγκες μας τόσο πιο ταπεινές, είναι πολύ πιθανόν ότι θα είναι οι δωρεές μας.—1 Τιμ. 6:7, 8.
Και υπάρχουν τόσες πολλές ευκαιρίες να δίδη ένας με υλικό τρόπο. Εν πρώτοις, υπάρχει η τοπική Αίθουσα Βασιλείας. Μπορεί να έχη ανεγερθή προσφάτως, και προτού γίνη αυτό, εδόθη πιθανώς στον καθένα στο ακροατήριο ένα έντυπο για να γνωστοποιήση τι μπορεί να δώση· και με αυτή την πληροφορία είχαν γίνει σχέδια και βάσει αυτών ανηγέρθη μία νέα Αίθουσα Βασιλείας. Αλλά, κατόπιν, καθώς περνούν οι μήνες συμβαίνει ώστε μερικοί αποτυγχάνουν να δώσουν όπως είχαν αποφασίσει στην καρδιά τους και είχαν επίσης αναγράψει στο έντυπο. Ακολουθούν, άρά γε, τη συμβουλή να κάμουν ‘κατά την προαίρεσιν της καρδίας των’;
Επί πλέον των ευκαιριών της εισφοράς για συντήρησι της τοπικής Αιθούσης Βασιλείας, υπάρχει η ευκαιρία της εισφοράς για τον εκδοτικό και κατευθυντικό εκπρόσωπο του λαού του Ιεχωβά, την Βιβλική και Φυλλαδική Εταιρία Σκοπιά της Πενσυλβανίας. Στη διάρκεια του υπηρεσιακού έτους 1966 αυτή η Εταιρία, σε αρμονία με το καταστατικό της να διαδώση την αλήθεια του Λόγου του Θεού και της βασιλείας παντού, εδαπάνησε $4 και πλέον εκατομμύρια στη φροντίδα της για έξοδα ολοχρονίων διακόνων όπως οι υπηρέται περιφερείας και περιοχής, ιεραπόστολοι και ειδικοί σκαπανείς. Από πού προήλθαν όλα αυτά τα χρήματα; Από τη ζήτησι δικαιωμάτων; Την περιφορά δίσκων; Από διοργάνωσι εράνων; Όχι, αλλά από εκούσιες προσφορές Χριστιανών οι οποίοι παρεκινήθησαν να μιμηθούν τα ανιδιοτελή παραδείγματα που αναφέρονται στον Λόγο του Θεού και οι οποίοι, ύστερ’ από ώριμη εξέτασι, έδωσαν όπως ακριβώς απεφάσισαν στην καρδιά των. Ανάμεσα στα Γραφικά παραδείγματα αυτού του είδους δωρεών είναι και η συγκέντρωσις των προμηθειών για την ανέγερσι της σκηνής στην έρημο και της επιπλώσεώς της, και η συγκέντρωσις υλικών για την ανέγερσι του ναού του Σολομώντος, οι οποίες δωρεές έφεραν τόσο μεγάλη αγαλλίασι τόσο στον Βασιλέα Δαβίδ όσο και στον λαό του.—Έξοδ. 36:4-7· 1 Χρον. 29:1-19.
Υπάρχουν κατά καιρούς και άλλες ευκαιρίες δωρεών με υλικό τρόπο. Πιθανόν να έχη συμβή μια συμφορά, που προσφέρει την ευκαιρία να βοηθηθούν συγ-Χριστιανοί, όπως συνέβη συγκριτικά προσφάτως στο νότιο τμήμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατόπιν, πάλι, εκείνοι οι οποίοι έχουν ευλογηθή με αφθονία αγαθών αυτού του κόσμου αισθάνονται συχνά την ώθησι να δώσουν κάτι με υλικό τρόπο σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν αρνηθή στον εαυτό τους πολλά για να μπορούν να συνεχίσουν να υπηρετούν τον Ιεχωβά ολοχρονίως ως σκαπανείς. Σ’ αυτό το σημείο μπορεί να λεχθή ότι είναι όμοιοι με την Μαρία, η οποία έχρισε την κόμη του Ιησού και τους πόδας με πολύτιμο μύρον από μεγάλη εκτίμησι για την ανιδιοτελή διακονία του. Πόσο ευτυχής πρέπει να ήταν όταν άκουσε τα επαινετικά λόγια του Ιησού για το ότι έπραξε κατά την απόφασι της καρδιάς της, όσο και αν αυτό εφαίνετο παράλογο όταν επραγματοποιήθη!—Ματθ. 26:6-13.
Σήμερα υπάρχει επίσης η διευθέτησις των «εισφορών υπό όρους.» Μερικοί οι οποίοι διαθέτουν σοβαρά ποσά από τα οποία δεν έχουν άμεση ανάγκη μπορούν να κάμουν μια εισφορά υπό όρους με αυτά στην Βιβλική Εταιρία Σκοπιά της Πενσυλβανίας με την προϋπόθεσι ότι σε περιπτώσεις αποβλέπτου ανάγκης θα μπορούν ν’ αποσύρουν από αυτά σύμφωνα με τις ανάγκες των. Αυτό τους δίνει ένα αίσθημα οικονομικής ασφαλείας και ταυτοχρόνως επιτρέπει να χρησιμοποιηθή το χρήμα των σε περαιτέρω κήρυγμα των αγαθών νέων της βασιλείας του Θεού. Φυσικά, κατά τον θάνατο, αυτά τα χρήματα γίνονται δικαιωματικά δωρεά προς την Βιβλική και Φυλλαδική Εταιρία Σκοπιά, και απλοποιείται το ζήτημα. Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να γράψουν στο γραφείο της Εταιρίας Σκοπιά στη χώρα των γι’ αυτό.
Και ακόμη κάτι. Σχετικά με το να δίδη ένας καθώς απεφάσισε στην καρδιά του, ας μη παραβλέψωμε τα περαιτέρω λόγια του Παύλου. Τέτοιες δωρεές ας γίνωνται «ουχί με λύπην, ή εξ ανάγκης,» ως να ήταν ένα δυσάρεστο καθήκον, ένα δαπανηρό φορτίο. Μάλλον ας γίνωνται με χαρά, από αγάπη, από ευγνωμοσύνη στον Ιεχωβά Θεό για την ικανότητά μας να δίνωμε, ενθυμούμενοι ότι «τον ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός,» και ότι «μακάριον είναι να δίδη τις μάλλον παρά να λαμβάνη.»—2 Κορ. 9:7· Πράξ. 20:3.
[Υποσημειώσεις]
a Βιβλίον του Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά, 1962, σελ. 152· 1965, σελ. 227
b Βιβλίον του Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά, 1962, σελ. 152· 1965, σελ. 227.