«Μακάριον το Έθνος, του Οποίου Θεός Είναι ο Ιεχωβά»
Αφήγησις υπό Ρ. Ο. Ουίνκλερ
ΟΤΑΝ έφθασε το κρίσιμο έτος 1914 και εξερράγη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, φοιτούσα στο σχολείο στη Γερμανία και κατεβάλλοντο προσπάθειες εκεί να παροτρύνωνται οι μαθηταί ν’ αναλάβουν στρατιωτική υπηρεσία. Για όσους επροθυμοποιούντο, εγίνετο διευθέτησις για ειδικές εξετάσεις, και όλοι περνούσαν με βραβεία. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς τους σπουδαστάς για τους οποίους τα μαθήματα στην τάξι είχαν αιφνιδίως λήξει.
Ήμουν μόλις ένα παιδάριο δεκαέξη ετών όταν στάθηκα στο μέτωπο της Γαλλίας, κατά μήκος της πόλεως Ρενς ως ένας «ενός έτους εθελοντής.» Εδώ στο μέτωπο ελαμβάνετο μέριμνα για θρησκευτική εκπαίδευσι. Παρατηρούσα ότι ο στρατιωτικός ιερεύς εκήρυττε ακριβώς το αντίθετο από ό,τι είχα μάθει. Αυτή η εκπαίδευσις μάς εδίδασκε και μας ενεθάρρυνε να φονεύωμε όσο το δυνατόν περισσοτέρους εχθρούς και ότι ένας ηρωικός θάνατος έπρεπε να θεωρήται ως μεγάλη τιμή. Όλα αυτά μ’ έκαναν να σκέπτωμαι. Αυτή η κατάστασις μαζί με τη συναναστροφή μου με άλλους στο στρατό μ’ ωδήγησε τελικά στο σημείο να χάσω την πίστι μου.
Όταν τραυματίσθηκα σοβαρά και επέστρεψα παρασημοφορημένος από το μέτωπο, έλαβα απολυτήριο από τον στρατό. Γνωρίσθηκα τότε με κάποιον ο οποίος μελετούσε φιλοσοφία, το αποτέλεσμα δε αυτής της συναναστροφής ήταν να γίνω αθεϊστής, όπως ήταν αυτός.
ΠΩΣ ΕΓΙΝΑ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΟ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ
Παρέμεινα αθεϊστής ως το 1924, οπότε ήλθα σ’ επαφή μ’ ένα «Σπουδαστή των Γραφών,» δηλαδή, ένα μάρτυρα του Ιεχωβά. Αυτά που μου είπε για τη Γραφή ήσαν τελείως νέα για μένα. Υποκινήθηκα να ζητήσω νέα επιχειρήματα για να μπορώ ν’ αντικρούσω τις απόψεις του. Πήρα όλα τα έντυπα που μου παρουσίασε και τα μελετούσα ως αργά τη νύχτα. Το βιβλίο Το Θείον Σχέδιον των Αιώνων μ’ ενδιέφερε ιδιαιτέρως, διότι ήθελα να μάθω ποιο ήταν αυτό το «σχέδιον.»
Επειδή δαπανούσα όλα τα βράδια στη μελέτη αυτών των εκδόσεων και ωμιλούσα γι’ αυτές, όλα τα μέλη της οικογενείας μου εστράφησαν εναντίον μου. Τελικά ο πατέρας μου έκαψε όλα τα βιβλία μου. Κάθε νέο έντυπο που μπορούσα ν’ αποκτήσω από τότε έπρεπε να το κρατώ καλά κρυμμένο.
Πολύ γρήγορα αντελήφθηκα ότι δεν μπορούσα να βρω επιχειρήματα για ν’ αντικρούσω τους «Σπουδαστάς της Γραφής» και αναγκάσθηκα να παραδεχθώ ότι πραγματικά αυτή ήταν η αλήθεια του Θεού. Απερίγραπτη ήταν η χαρά μου όταν έμαθα ποιοι ήσαν οι σκοποί του Ιεχωβά, όταν απέκτησα κατανόησι της βασιλείας του Θεού και των ευλογιών που αυτή θα έφερε στο ανθρώπινο γένος. Αυτές οι υποσχέσεις, αυτές οι προσδοκίες ευλογιών, κυριολεκτικώς με κατέκτησαν. Αντελήφθηκα αυτό που είπε ο ψαλμωδός στον Ψαλμό 33:12 (ΜΝΚ) και μπορούσα να ενωθώ μαζί του για να πω: «Μακάριον το έθνος, του οποίου Θεός είναι ο Ιεχωβά.»
Δύσκολα μπορούσα ν’ αναμείνω ωσότου αυτός ο Χριστιανός διάκονος μ’ επισκεφθή και πάλι. Ήθελα όμως να κηρύξω, όχι απλώς μέσα στον οικογενειακό κύκλο, αλλά όπως έκανε εκείνος, από σπίτι σε σπίτι. Η χαρά μου ήταν μεγάλη, όταν εδέχθη να τον συνοδεύσω από σπίτι σε σπίτι. Αφού πήγαμε μαζί στα λίγα πρώτα σπίτια, εδέχθη να προχωρήσω μόνος. Συχνά αναλογίζομαι τις χαρές και τις ευλογίες που μου έφερε η πρώτη ημέρα μαρτυρίας.
Μ’ αρέσει, επίσης, να σκέπτομαι τη στιγμή που, μαζί με τον αδελφό από τα γραφεία του τμήματος της Εταιρίας Σκοπιά στο Μαγδεβούργον, σταθήκαμε μπροστά σ’ ένα μεγάλο χάρτη και με ρώτησε αν ήθελα να πάγω στη Βόννη. «Η Βόννη,» μου εξήγησε, «είναι μια δύσκολη πόλις, μια πανεπιστημιακή πόλις με πολλούς διανοουμένους, ένας Καθολικός τομεύς. Αν πρόκειται ν’ ανθέξης σ’ αυτόν τον τομέα,» εξακολούθησε, «πρέπει να είσαι ισχυρός στην πίστι και να κατέχης καλά τις Γραφές.» Έτσι η Βόννη έγινε ο πρώτος μου διακονικός διορισμός. Πολύ γρήγορα ήλθε και η μνηστή μου και νυμφευθήκαμε. Σε λίγο πολλοί άλλοι ολοχρόνιοι, κήρυκες της βασιλείας του Θεού ήλθαν να μας βοηθήσουν. Ο Ιεχωβά ευλόγησε πλουσίως τις προσπάθειές μας, και γρήγορα, εκτός από τον μικρό μας όμιλο που παρακολουθούσε την μελέτη Σκοπιάς, είχαμε κι ένα αρκετό αριθμό ενδιαφερομένων, αυτός δε ο αριθμός ηύξανε από μήνα σε μήνα ώσπου γέμισε η αίθουσα, με ογδόντα και πλέον άτομα παρευρισκόμενα στις συναθροίσεις μας.
ΠΑΡΕΝΟΧΛΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΚΕΣΤΑΠΟ
Αιφνιδίως ήλθε μια μεγάλη αλλαγή. Η Γκεστάπο του Χίτλερ άρχισε να μας κάνη πολλές επισκέψεις, τις οποίες είχαμε προβλέψει και γι’ αυτό εκρύβαμε προσεκτικά τα έντυπά μας. Αυτές οι επισκέψεις εγίνοντο στη διάρκεια της ημέρας, ή τα μεσάνυχτα ή στη διάρκεια των πρώτων πρωινών ωρών. Ήρχοντο να πάρουν ονόματα και διευθύνσεις Μαρτύρων και ερευνούσαν προσεκτικά κάθε ράφι, τις ντουλάπες, τα κρεββάτια και τα σινδόνια.
Όταν κάναμε έργο από σπίτι σε σπίτι, χρησιμοποιούσαμε μόνο τη Γραφή. Μια ημέρα πήγα στο σπίτι μιας γυναίκας που ήταν μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και αυτή τηλεφώνησε στην αστυνομία κι έδωσε την περιγραφή μου.
Αυτό συνετέλεσε στη γρήγορη σύλληψί μου, μετά την οποία μετεφέρθηκα στο Στρατόπεδο Συγκεντρώσεως του Εστερβέγκεν. Πόσο μου εθέρμαινε την καρδιά να κάνω με το άγγελμα της Βασιλείας ευτυχισμένα άτομα που ήσαν με συντετριμμένο πνεύμα και χωρίς καμμιά ελπίδα! Η μεγάλη χαρά να μπορούμε να βοηθούμε όμοια με πρόβατα άτομα στο στρατόπεδο να κατανοούν την αλήθεια του Θεού και ν’ αφιερώνωνται στον Θεό έκανε ασήμαντη την βάρβαρη μεταχείρισι της Γκεστάπο. Ναι, εδώ στο στρατόπεδο μάθαμε να εκτιμούμε το μεγάλο προνόμιο να είμεθα ανάμεσα στον λαό του οποίου Θεός είναι ο Ιεχωβά.
Ύστερ’ από την απόλυσί μου έπρεπε να παρουσιάζωμαι κάθε μέρα στη Γκεστάπο, αυτοί δε ζητούσαν να εκτελώ τον χαιρετισμό «Χάιλ-Χίτλερ.» Κάθε μέρα καθώς παρουσίαζα άρνησι, η οργή των ανήρχετο σε μεγαλύτερα ύψη και φώναζαν: «Δεν έμαθες τίποτε στο στρατόπεδο, απολύτως τίποτε, ούτε ακόμη τον Γερμανικό χαιρετισμό, και όταν επανέλθης αύριο και δεν αποδώσης τον Γερμανικό χαιρετισμό, δεν θα ξαναδής ποτέ τη γυναίκα σου. Το κατάλαβες αυτό;»
Την ίδια ημέρα ήλθε να μας επισκεφθή ο υπηρέτης περιοχής της Εταιρίας Σκοπιά, και του είπα αυτά που μου είχε είπει η Γκεστάπο. Είπε ότι είχε ακούσει παρόμοιες περιπτώσεις και, εφόσον κάθε τμήμα της Γκεστάπο στη χώρα είχε ένα αντίτυπο της φωτογραφίας μου, θα ήταν φρόνιμο να συνεχίσω το έργο της μαρτυρίας στην Ολλανδία. Δεχθήκαμε τον νέο διορισμό μας και με χαρά αφήσαμε το σπίτι μας και όλα τ’ αγαθά μας στη ληστρική Γκεστάπο.
Όταν φθάσαμε στην Ολλανδία και αρχίσαμε στον νέο διορισμό μας δεν γνωρίζαμε καθόλου την Ολλανδική γλώσσα. Ο Ιεχωβά ευλόγησε τις προσπάθειές μας να υπηρετήσωμε σ’ εκείνη τη χώρα. Καθώς πηγαίναμε κάθε μέρα από σπίτι σε σπίτι μπορέσαμε να γνωρίσωμε γρήγορα τον λαό. Το 1938 έλαβα τον διορισμό να επισκέπτομαι όλες τις εκκλησίες της Ολλανδίας. Το 1939 τα προνόμιά μου αύξησαν κι έλαβα πρόσκλησι για τα γραφεία του Τμήματος της Εταιρείας Σκοπιά. Το 1940 τα Γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Ολλανδία, και τώρα ήταν σαφές ότι η Γκεστάπο γρήγορα θα συνέχιζε την εκστρατεία της ερεύνης και κλοπής και σ’ αυτή την χώρα επίσης.
Στις 21 Οκτωβρίου 1941, μ’ επρόδωσαν και συνελήφθην. Η Γκεστάπο χάρηκε όταν τελικά με συνέλαβαν. Εγνωστοποίησαν την είδησι σε πολλά τμήματα της Γκεστάπο στη Γερμανία και την Ολλανδία.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΝΑ ΜΕ ΚΑΝΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΔΩΣΩ ΤΟΝ ΛΑΟ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ
Η επιθυμία της Γκεστάπο ήταν να συνθλίψη την οργάνωσι των μαρτύρων του Ιεχωβά, και, κατά τη γνώμη τους, εγώ ήμουν ένας ικανός άνθρωπος για να συνεργασθώ στα σχέδιά των. «Αυτός ο Ιεχωβά,» εχλεύασαν, «επτώχευσε στη Γερμανία και το ίδιο συμβαίνει σε άλλες χώρες.» Ο Φύρερ, κατά την γνώμη των, ήταν σταλμένος από τον Θεό, κι έπρεπε ν’ αλλάξω γνώμη. Θα δημιουργούσα μια θαυμασία θέσι για τον εαυτό μου, είπαν, αν υπεστήριζα την υπόθεσι του Φύρερ και διέκοπτα τις σχέσεις με κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Έπρεπε να τους πω ποιοι ανήκαν στο προσωπικό του γραφείου και πού ήσαν αυτοί, πού ήταν η σύζυγός μου και ποιοι ήσαν οι ηγέται στις εκκλησίες. Μ’ εβεβαίωσαν ότι κανένας απ’ αυτούς τους προδιδομένους δεν θα μάθαινε ποτέ ότι εγώ έδωσα την πληροφορία ούτε και θα συνελάμβαναν όλους εκείνους για τους οποίους θα έδινα πληροφορίες. Θα τους πληροφορούσαν μάλλον να διορθώσουν την πορεία των και να υπηρετήσουν την υπόθεσι του Φύρερ.
Όταν τους είπα καθαρά ότι δεν θα τους υπεστήριζα στα σχέδιά τους, έκλεισαν τις κουρτίνες, άνοιξαν το ραδιόφωνο σε όλη την έντασι και μ’ έδειραν χωρίς έλεος. Όταν ένας από αυτούς δεν μπορούσε να συνεχίση, ένα άλλο κτήνος ανελάμβανε ωσότου έπεσα αναίσθητος στο πάτωμα, για ν’ ανακτήσω τις αισθήσεις μου αργότερα. «Μα,» είπαν ειρωνικά, «δεν περιμέναμε να είσαι τόσο παράλογος. Ένας ο οποίος απέδειξε ότι είναι καλός οργανωτής και ευφυής, ένας που ήταν τόσο ευφυής για μια χαμένη υπόθεσι, έπρεπε να είναι πιο λογικός. Έχομε ανάγκη από ανθρώπους όπως εσύ. Σκέψου απλώς πόσο θα μπορούσες να βελτιώσης την τύχη σου στη ζωή. Πες μας πού είναι η σύζυγός σου, και σου δίνομε τον λόγο της τιμής μας ότι δεν θα δαρή. Αν είσαι έξυπνος και συνεργασθής μαζί μας, μπορείς ν’ ανταλλάξης τη φυλακή σου με μια έπαυλι και τη θέσι σου εντροπής και ύβρεων με μια θέσι τιμής, χρήματος και γοήτρου.»
Επειδή παρέμενα σιωπηλός, άρχισε ο δεύτερος γύρος. Πρώτος άρχισε ο Ομπερστουρμφύρερ Μπάρμπυ, και όταν αυτός εκουράσθη, ανέλαβε ο Ομπερστααρφύρερ Έγγελσμαν. Αυτό εξακολούθησε ωσότου έχασα και πάλι τις αισθήσεις μου. Συνέχισαν από την ώρα μία το απόγευμα ως τα μεσάνυχτα. Την ώρα 1 π.μ. με παρέδωσαν στον δεσμοφύλακα. Με σπασμένα δόντια και την κάτω σιαγόνα εξαρθρωμένη και το σώμα μου καταχτυπημένο, με μετέφεραν σ’ ένα σκοτεινό κελλί. «Γνωρίζεις γιατί σε φέρνω σ’ αυτό το σκοτεινό κελλί;» μ’ ερώτησε ο δεσμοφύλακας.
«Όχι,» απήντησα.
«Διότι δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτε από σένα.»
«Πώς το γνωρίζεις αυτό;» Ερώτησα.
Ο δεσμοφύλακας απήντησε: «Διότι όταν κακομεταχειρισθούν ένα όπως εσένα και αυτός ενέδωσε κι επρόδωσε το κάθετι, τότε του δίνουν καλύτερο κελλί, καλύτερη τροφή και του κάνουν καλύτερη μεταχείρισι. Εσύ πηγαίνεις στο σκοτεινό κελλί επειδή πιστεύουν ότι αυτό το είδος μεταχειρίσεως θα σε κάνη να λυγίσης. Αλλά θα φροντίσω να έχης φως και κάτι ζεστό να φας,»
Οι σκέψεις των υποσχέσεων του Ιεχωβά να βοηθήση ένα σε κάθε είδους στενοχώρια μού έδωσε παρηγορία και δύναμι για να υπομείνω όλα αυτά, έτσι ώστε σκέψεις για οποιονδήποτε συμβιβασμό με τους δαιμονισμένους διώκτας μου δεν πέρασαν ποτέ από το νου μου.
Όταν είδα τον εαυτό μου στον καθρέπτη την επόμενη, εταράχθηκα από την εμφάνισί μου. Οι δύο Ολλανδοί αστυνομικοί με στολή οι οποίοι με είχαν μεταφέρει από τη φυλακή για ανάκρισι από την Γκεστάπο δεν μπορούσαν τώρα να με αναγνωρίσουν. Είχαν βοηθήσει τη Γκεστάπο με την σύλληψί μου, και όταν με είδαν τώρα ερώτησαν: «Εσύ είσαι ο Ουίνκλερ;»
«Ναι.»
«Είσαι εκείνος ο Ρ. Α. Ουίνκλερ;»
«Ναι,» απήντησα.
«Είσαι ο Ουίνκλερ, ο μάρτυς του Ιεχωβά;»
«Ναι, εγώ είμαι.»
«Είσαι ο Μάρτυς Ουίνκλερ που συλλάβαμε στο Βιτενκάντ την περασμένη εβδομάδα;»
Τους είπα ότι εγώ ήμουν αυτός. Μ’ ερώτησαν τι μου έκαμε η Γκεστάπο. Όταν τους είπα, απήντησαν ότι ποτέ δεν θα με συνελάμβαναν αν εγνώριζαν τι θα μου έκανε η Γκεστάπο.
Το Σάββατο με είχε δείρει η Γκεστάπο, και την επομένη Δευτέρα επρόκειτο να με ανακρίνουν και πάλι. Τι θα συνέβαινε τώρα και τι θα έκανα εγώ; Εστράφηκα στον Ιεχωβά με προσευχή, εμπιστευόμενος στις υποσχέσεις του. Εγνώριζα ότι αυτό εσήμαινε τη χρήσι θεοκρατικής στρατηγικής χάριν του έργου της Βασιλείας και της προστασίας των Χριστιανών αδελφών μου. Ήταν μια μεγάλη δοκιμασία για μένα να υπομένω και τη δεκάτη εβδόμη ημέρα είχα τελείως εξαντληθή, αλλά ευχαριστούσα τον Ιεχωβά ότι με τη δύναμί του μπόρεσα να υπομείνω αυτή τη δοκιμασία και να διακρατήσω την ακεραιότητά μου.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΠΑΡΑ ΤΑ ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΠΑΘΗΜΑΤΑ
Σ’ αυτό το σημείο αισθάνθηκα πολύ μεγάλη ανάγκη για πνευματική τροφή. Ύστερ’ από δύο ημέρες ο ίδιος εκείνος φιλικός δεσμοφύλαξ ήλθε και με ρώτησε αν μπορούσε να κάμη κάτι για μένα. Του είπα ότι βεβαίως μπορούσε· μπορούσε να μου προμηθεύση μια Γραφή από τη σύζυγό μου. «Ναι,» είπε, «γράψε ένα σημείωμα. Θα σου φέρω μολύβι και χαρτί.»
Την ημέρα της 10ης Φεβρουαρίου 1942, δεν θα την λησμονήσω ποτέ. Άνοιξε η πόρτα του κελλίου μου και κάποιος έρριξε μια Γραφή της τσέπης στο κελλί, και προτού αντιληφθώ τι συμβαίνει η πόρτα έκλεισε και πάλι. Τι χαρούμενη ευκαιρία! Η Γκεστάπο δεν μου επέτρεπε καθόλου να έχω οποιοδήποτε υλικό για ανάγνωσι, και τώρα, με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά, είχα μια Γραφή για να διαβάζω. Τι χαρά υπήρξε ν’ απολαμβάνω καθημερινά τους ευχάριστους λόγους της αληθείας από τον Λόγο Του! Μολονότι κάθε διάβασμα έπρεπε να γίνεται κρυφά, αισθανόμουν να γίνωμαι ολοένα ισχυρότερος πνευματικώς.
Μπόρεσα να κρατήσω αυτή τη Γραφή ώσπου με μετέφεραν σ’ ένα άλλο στρατόπεδο στην Ολλανδία, το Στρατόπεδο Φουγκτ. Όταν πήγα στο Φουγκτ, μπόρεσα ν’ αποκτήσω μια άλλη Γραφή.
Από το Φουγκτ με μετέφεραν στη Γερμανία, σ’ ένα στρατόπεδο στο Οράνιενμπουργκ- Σαχσενχάουζεν. Εκεί μας έβαλαν σε παραπήγματα όπου μας ανάγκασαν να βγάλωμε τα ρούχα μας και να μπούμε κάτω από το «ντους.» Όλα τα ρούχα μας μαζί με τα υποδήματά μας τα πήραν· μόνο όσοι φορούσαν ξύλινα υποδήματα μπόρεσαν να τα κρατήσουν. Γλύστρισα απαρατήρητα τη Γραφή μου μέσα σ’ ένα ξύλινο υπόδημα κι έτσι μπόρεσα να την διατηρήσω όσο ήμουν στο στρατόπεδο.
Εδώ σ’ αυτό το νέο στρατόπεδο ασθένησα. Σύντομα βρέθηκα στο νοσοκομείο του στρατοπέδου όπου υπήρχαν ήδη 3.000 περίπου άτομα που τα περιποιούντο ιατροί οι οποίοι ήσαν και οι ίδιοι κρατούμενοι. Μόλις θεραπεύθηκα από μια ασθένεια έπεσα θύμα άλλης ασθενείας. Κάποτε με μετέφεραν σε άλλα παραπήγματα, όπου με περιποιήθηκε ένας Σουηδός ιατρός.
Αυτός ο ιατρός με ρώτησε αν εγνώριζα τους Μάρτυρας, Έριχ Φροστ, Κόνραντ Φράνκε και Ρ. Μπρόυνινγκ. Όταν του είπα ότι τους εγνώριζα, μου είπε ότι του είχαν σώσει τη ζωή στη νήσο Βιγκτ, και τώρα, από ευγνωμοσύνη, θα κατέβαλλε προσπάθεια να σώση τη δική μου ζωή. Από τους ιατρούς απητείτο ν’ αναφέρουν στους φρουρούς Ες-Ες κάθε φυλακισμένον, ο οποίος, λόγω ασθενείας, δεν θα μπορούσε να παρουσιασθή στην εργασία στη διάρκεια των επομένων έξη μηνών. Αυτοί οι ασθενείς μετεφέροντο σε άλλα παραπήγματα κι εφορτώνοντο σε λεωφορεία, που απεδείχθη ότι ήσαν τίποτε άλλο παρά θάλαμοι αερίων επάνω σε τροχούς. Τα εξατμιζόμενα αέρια εθανάτωναν τα θύματα καθ’ οδόν προς (τους κλιβάνους καύσεως νεκρών) κρεματόρια. Αυτή επρόκειτο να είναι και η δική μου τύχη, αλλά ο Σουηδός ιατρός δεν έκαμε αυτό που οι Εθνικοσοσιαλισταί ανέμεναν απ’ αυτόν, εξαιτίας της καλωσύνης των Χριστιανών αδελφών μου.
Ενθυμούμαι, επίσης, συχνά τη λεγομένη «Πορεία του θανάτου» από το Στρατόπεδο του Σαχσενχάουζεν στο Σβέριν τον Απρίλιο του 1945. Δεν θα μπορούσα ποτέ ν’ ανθέξω σ’ αυτή την πορεία, αν δεν υπήρχε στοργική φροντίδα των Χριστιανών αδελφών μου, οι οποίοι είχαν διατρέξει μεγάλο κίνδυνο για να με απομακρύνουν από τα παραπήγματα για τους ασθενείς που δεν μπορούσαν να κινηθούν με δικές των δυνάμεις. Τα Ες-Ες ήθελαν να πυρπολήσουν τα παραπήγματα μαζί με τους βαριά ασθενείς για να μη αφήσουν να πέσουν τέτοιες αποδείξεις στα χέρια των Ρώσων. Οι αδελφοί βρήκαν ένα είδος βαγονιού στο οποίο έβαλαν εμένα και άλλους μάρτυρας οι οποίοι δεν μπορούσαν να βαδίσουν. Έσυραν το βαγόνι, μέσα στο οποίο ήσαν οι Χριστιανοί αδελφοί των που δεν μπορούσαν να βαδίσουν, ως το τέλος της εφιαλτικής αυτής πορείας του θανάτου. Όποιος έπεφτε στη διάρκεια αυτής της πορείας απετελειώνετο από τα Ες-Ες με μια σφαίρα στον τράχηλο. Η στοργική φροντίδα των Χριστιανών αδελφών μας εβοήθησε ν’ αποφύγωμε μια τέτοια τύχη.
Τελικά επανήλθα στη θέσι, του θεοκρατικού διορισμού μου στην Ολλανδία ντυμένος με στολή του στρατοπέδου και τίποτε άλλο εκτός από φύλλα χάρτου για εσώρρουχα και ικανός να βαδίσω μόνο με τη βοήθεια μιας ράβδου. Ανέλαβα, όμως, γρήγορα και σε λίγο μπορούσα ν’ αναλάβω εργασία στην υπηρεσία της Βασιλείας του Θεού. Αυτό το έχω κάμει επί είκοσι και πλέον χρόνια από την απόλυσί μου. Έχομε ακόμη το μεγάλο προνόμιο να εργαζώμεθα στο γραφείο του τμήματος της εταιρίας στην Ολλανδία.
Από τη Γερμανική κυβέρνησι ελάβαμε μια αποζημίωσι κι έτσι μπορέσαμε ν’ αγοράσωμε πράγματα που είχαμε χάσει. Τώρα, που έχω περάσει το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας μου, παίρνω επίσης μια σύνταξι γήρατος. Έτσι μπορώ να συντηρήσω ένα αυτοκίνητο, πράγμα που με καθιστά ικανό να κάμω όσο το δυνατόν περισσότερα στη διακονία.
Ναι, ο Ιεχωβά δεν επιτρέπει καμμιά δοκιμασία μεγαλυτέρα από εκείνην που μπορούμε να βαστάσωμε, και, επί πλέον, χορηγεί δυνάμεις για να εγκαρτερήσωμε. Για κανένα πράγμα στη γη δεν θα ήθελα να είχα αποφύγει τις δοκιμασίες που υπέμεινα με τη δύναμί του. Αυτές οι δοκιμασίες ηύξησαν την πίστι μου στον Ιεχωβά, την εκτίμησί μου για την αγάπη, τη σοφία, τη δικαιοσύνη και τη δύναμί του. Με πραγματική πείρα έμαθα τη μεγάλη αλήθεια που διαβάζομε στην Γραφή: «Μακάριον το έθνος, του οποίου Θεός είναι ο Ιεχωβά.»