Αποφεύγετε την Παγίδα του να «Σώσετε τα Προσχήματα»
ΑΝ ΣΑΣ έλεγαν να εξαγοράσετε την τιμή σας κάνοντας χαρακίρι, πώς θ’ ανταποκρίνεσθε; Φυσικά δεν θα συμφωνούσατε μ’ αυτή την ιδέα. Εν τούτοις, δεν έχει περάσει πολύς καιρός αφότου η τακτική του να «σώζωνται τα προσχήματα» ήταν ένα καθημερινό γεγονός στην Ανατολή. Αυτό το είδος αυτοκτονίας ίσως να μη συνηθίζεται πια, αλλά η τακτική του να «σώζωνται τα προσχήματα» εξακολουθεί ν’ ασκήται σε μεγάλη έκτασι με πολλούς τρόπους τόσο στις Ανατολικές όσο και στις Δυτικές χώρες. Αυτό είναι ασεβές και μη Γραφικό, και, αν ασκήται μέσα στη Χριστιανική εκκλησία, φέρνει διαταραχή, διάσπασι και, στην περίπτωσι του ατόμου, ακόμη και πνευματική αυτοκτονία.
Σύμφωνα με το Νέον Διεθνές Λεξικόν του Ουέμπστερ το να θέλη «να σώζη ένας τα προσχήματα» σημαίνει «ν’ αποκρύπτη την αποτυχία, τη συντριβή, ή την απώλεια του γοήτρου του, με κάποια πρόφασι.» Επομένως ισοδυναμεί με ψεύδος. Βάσις του είναι η υπερηφάνεια, ο φόβος του να τραυματισθή το εγώ ενός. Αρνείται ν’ αναγνωρίση ένα σφάλμα ή ν’ αντιμετωπίση ένα ζήτημα. Αποκρούει την ανάγκη της διορθώσεως ή της πειθαρχήσεως. Ο εαυτός του έχει δίκηο, σε κάθε περίπτωσι. Η προσπάθεια ‘να σωθούν τα προσχήματα’ έχει τις ρίζες της στη συγκίνησι, όχι σε αρχές, και κάνει συχνά το θύμα της να κλεισθή στον εαυτό του ή ν’ αποφεύγη τη συναναστροφή και αυτών ακόμη των φίλων οι οποίοι θα μπορούσαν πραγματικά να βοηθήσουν σε ώρα ανάγκης. Πώς μπορούμε ν’ αποφύγωμε αυτή την παγίδα της προσπάθειας ‘να σώσωμε τα προσχήματα’;
‘ΜΗ ΣΥΝΤΡΕΧΕΤΕ ΜΕ ΑΥΤΟΥΣ’
Στους Χριστιανούς, οι οποίοι απεμακρύνθησαν από τις σκέψεις και τον τρόπο ζωής των ειδωλολατρών γειτόνων τους, ο απόστολος Πέτρος έγραψε: «Δια τούτο παραξενεύονται, ότι σεις δεν συντρέχετε με αυτούς εις την αυτήν εκχείλισιν της ασωτίας, και σας βλασφημούσιν.» (1 Πέτρ. 4:4) Η συνήθεια σήμερα είναι, ‘να συμβαδίζουμε με το πλήθος,’ επίσης, και πολλοί θα μεταχειρισθούν κάθε ανέντιμο μέσον για να διατηρήσουν μια εξωτερική εμφάνισι καλής υπολήψεως στην κοινότητα. Οφείλουν ‘να σώζουν τα προσχήματα’ ή ‘να κρατούν τα προσχήματα’ απέναντι στους γείτονάς των με κάθε θυσία.
Εν τούτοις, τι πρέπει να λεχθή για τον Χριστιανό ο οποίος έχει ελευθερωθή ‘από το παρόν πονηρόν σύστημα πραγμάτων’; Θα πρέπει να έχη απεκδυθή «τον παλαιόν άνθρωπον,» ο οποίος συμμορφώνεται με την προηγουμένη πορεία διαγωγής. Και τώρα πρέπει να ζη, σκέπτεται και ενεργή σύμφωνα με «τον νέον άνθρωπον, τον κτισθέντα κατά Θεόν εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας.» (Γαλ. 1:4, ΜΝΚ· Εφεσ. 4:22-24) Σημειώστε αυτές τις λέξεις, «εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας.» Δικαιοσύνη του Ιεχωβά—όχι αυτοδικαίωσις—και εκτέλεσις του θελήματος του Θεού «εν . . . οσιότητι της αληθείας» είναι αυτό που υπολογίζεται σ’ αυτόν τώρα.—Ρωμ. 12:1, 2.
Τι κάνει αυτός, λοιπόν, όταν η συνήθεια του τόπου είναι ‘να σώζουν τα προσχήματα’ και να συμβαδίζουν με το πλήθος; Παραδείγματος χάριν, μήπως οφείλει να συνάπτη δάνεια για να διατηρή «καλήν εμφάνισιν»; Μήπως πρέπει να συμμορφωθή με την κοινότητα σε επιδεικτικούς εορτασμούς γάμων, ειδικές εορτές, ημέρες για τα παιδιά και θρησκευτικές εορτές; Μήπως οφείλει ‘να σώση τα προσχήματα’ με τους συγγενείς με το να συμμετέχη σε ειδωλολατρικές γαμήλιες τελετές, ή ακόμη με το να συγκατανεύση να λάβη άπιστο σύντροφο; Ασφαλώς όχι! Επίσης, η ‘δικαιοσύνη και οσιότης της αληθείας’ θα τον εμποδίση από το ν’ απουσιάζη από την Χριστιανική εκκλησία, ή ακόμη να σταματήση τελείως, όταν αντιμετωπίζη προβλήματα, που θα μπορούσαν πραγματικά να λυθούν με τη γεμάτη κατανόησι βοήθεια των Χριστιανών αδελφών του.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΙΣ ΤΗΣ «ΑΜΑΡΤΙΑΣ»
Η υπερήφανη προσπάθεια ‘να σωθούν τα προσχήματα’ συχνά πηγάζει από την αποτυχία ενός ν’ αναγνωρίση και ν’ αντιμετωπίση το πρόβλημα της «αμαρτίας.» Πολλοί σήμερα αρνούνται ν’ αναγνωρίσουν την «αμαρτία» ως αμαρτία. Συμβιβάζονται με τις δικές των σκέψεις. Περιπλέκουν τα ζητήματα, ή προσπαθούν να επιρρίψουν τη μομφή σε άλλους. Καθώς εξακολουθούν ν’ αυτοδικαιώνωνται, οι διάνοιές των καυτηριάζονται ως με αναμμένο σίδερο, έτσι ώστε να μη μπορούν πια να διακρίνουν μεταξύ ορθού και εσφαλμένου.—1 Τιμ. 4:2.
Όλοι μας έχομε τάσι προς την αμαρτία. «Εις πολλά πταίομεν άπαντες. Εάν τις δεν πταίη εις λόγον, ούτος είναι τέλειος ανήρ, δυνατός να χαλιναγωγήση και όλον το σώμα.» (Ιάκ. 3:2) Τι πρέπει να γίνη, λοιπόν, αν διαπράξωμε κάποιο αμάρτημα; Θ’ ακολουθήσωμε την πορεία της αυτοδικαιώσεως, και θα το συγκαλύψωμε ή θα προσπαθήσωμε να το αποκρύψωμε; Αντί να προσπαθήσωμε να ‘σώσωμε τα προσχήματα,’ θα κάνωμε καλύτερα ν’ ακολουθήσωμε την περαιτέρω συμβουλή του Ιακώβου: «Εξομολογείσθε εις αλλήλους τα πταίσματά σας, και εύχεσθε υπέρ αλλήλων δια να ιατρευθήτε.» (Ιάκ. 5:16) Και αφού θεραπευθήτε, ποια η ανάγκη περαιτέρω βασανισμού της συνειδήσεως; Αυτό το αμάρτημα ανήκει στο παρελθόν. Επεκτείνεσθε, τώρα, προς τα πράγματα που βρίσκονται εμπρός.—Φιλιππησ. 3:13.
Ας αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι, όσο ζούμε σ’ αυτή την ατελή σάρκα, θ’ αμαρτάνωμε. «Εάν είπωμεν ότι αμαρτίαν δεν έχομεν, εαυτούς πλανώμεν, και η αλήθεια δεν είναι εν ημίν. Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, είναι πιστός και δίκαιος, ώστε να συγχωρήση εις ημάς τας αμαρτίας, και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας.» (1 Ιωάν. 1:8-2:2) Αν θέλωμε να είμεθα έντιμοι με τον Θεό μας, με τους αδελφούς μας και με τον εαυτό μας, θ’ αναγνωρίσωμε τ’ αμαρτήματα και τις παραβάσεις μας. Ποτέ δεν θα προσπαθήσωμε ‘να σώσωμε τα προσχήματα’ με το να ισχυριζώμεθα ότι δεν αμαρτάνομε.
ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ
Ένας Χριστιανός πιθανόν ν’ αντιμετωπίση αιφνιδίως καταστάσεις οι οποίες θέτουν σε δοκιμασία την ακεραιότητά του. Παραδείγματος χάριν, είναι δυνατόν να βρίσκεται σε μια συγκέντρωσι όπου κάποιος προτείνει μια «πρόποσι»—μια συνήθεια που γνωρίζει ότι είναι ειδωλολατρικής προελεύσεως. Ή σε μια κηδεία όπου όλοι οι παρόντες πρέπει να τεθούν στη γραμμή να προσφέρουν θυμίαμα ή να υποκλιθούν προς το μέρος της εικόνος ενός νεκρού ατόμου—που αποτελούν ειδωλολατρικές συνήθειες οι οποίες είναι συνδεδεμένες με την ψευδή δοξασία ότι η ψυχή είναι αθάνατη. Ή είναι πιθανόν να πρόκειται για μια συγκέντρωσι πλήθους όπου όλοι σηκώνονται στην ανάκρουσι ενός εθνικού ύμνου—ενώ ο Χριστιανός έχει ομολογήσει αδιαίρετη υπακοή στη βασιλεία του Θεού. Το καλύτερο είναι ν’ αποφεύγωνται καταστάσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε συμβιβασμούς. Εντούτοις, αν καταληφθή εξ απρόοπτου, έτσι να το πούμε, ο ώριμος Χριστιανός θα δείξη ότι είναι ένας άνθρωπος που διακρατεί ακεραιότητα με τον ίδιο τρόπο που διεκράτησαν ακεραιότητα κάτω από δοκιμασία ο Ιησούς Χριστός, οι τρείς Εβραίοι παίδες, ο Δανιήλ και άλλοι.—Ματθ. 4:1-11· Δαν. 3:14-18· 6:6-11.
Στην περίπτωσι ενός σοβαρού αμαρτήματος, που φέρνει μεγάλη μομφή στο όνομα του Ιεχωβά και στη Χριστιανική εκκλησία, η υγιής πορεία είναι να ομολογήση ένας το σφάλμα του σε υπευθύνους αδελφούς στην εκκλησία. (Ιάκ. 5:14-16) Αλλά πώς πρέπει να βλέπη ένας αυτούς τους υπηρέτας μέσα στην οργάνωσι του Θεού; Ως φοβερούς κριτάς; Καθόλου! Η επιτροπή της εκκλησίας είναι για να βαστάζη τις αδυναμίες άλλων, να οικοδομή και να ενθαρρύνη.—Ρωμ. 15:1, 2.
‘ΔΙΟΡΘΩΣΙΣ . . . ΜΕ ΠΝΕΥΜΑ ΠΡΑΟΤΗΤΟΣ’
Οι επίσκοποι και οι διακονικοί υπηρέται στη Χριστιανική εκκλησία πρέπει να είναι, και συνήθως είναι, προσιτοί. Αυτή η ιδία προσιτότης πρέπει ν’ αποθαρρύνη τα αδύνατα μέλη του ποιμνίου από την προσπάθεια «να σώσουν τα προσχήματα.» Αν κάποιος στην εκκλησία έχη ένα πρόβλημα, πρέπει ν’ απευθυνθή αμέσως στον επίσκοπο ή σε άλλους ωρίμους αδελφούς, και όχι σε κάποιο συναισθηματικό, ανώριμο πρόσωπο που θα τον κολακεύση. Οι υπεύθυνοι αδελφοί είναι εκείνοι οι οποίοι είναι διωρισμένοι ως «χαρίσματα εις τους ανθρώπους,» για να βοηθήσουν όλους να φθάσουν σε ενότητα πίστεως, «δια να μη ήμεθα πλέον νήπιοι, κυματιζόμενοι και περιφερόμενοι.» (Εφεσ. 4:8, 13, 14, ΜΝΚ) Αυτοί είναι σ’ εμάς «ως σκέπη από του ανέμου» σε καιρούς θυελλώδους θλίψεως. (Ησ. 32:2) Ο πραγματικός επίσκοπος είναι πάντοτε άγρυπνος να βοηθήση, και να οικοδομήση, σύμφωνα με τη συμβουλή του Παύλου: «Αδελφοί, και εάν άνθρωπος απερισκέπτως πέση εις κανέν αμάρτημα, σεις οι πνευματικοί διορθόνετε τον τοιούτον με πνεύμα πραότητος.»—Γαλ. 6:1.
Έτσι, επίσκοποι και διακονικοί υπηρέται έχουν καθήκον, να μη τρομάζουν αδύνατα μέλη του ποιμνίου, αλλά να τους ‘διορθώνουν,’ να τους οικοδομούν. Όταν δίνουν συμβουλή, ακόμη και σε περίπτωσι που έχουν διαπραχθή σοβαρά αμαρτήματα, αυτοί οι υπηρέται δεν πρέπει ποτέ να επιπλήξουν ή να εξοργισθούν. Μάλλον, θα δώσουν παράδειγμα με το να επιδείξουν ‘την καρποφορίαν του πνεύματος,’ η οποία περιλαμβάνει την ‘αγαθωσύνην . . . πραότητα, εγκράτειαν.’ (Γαλ. 5:22, 23) Εκείνοι από το ποίμνιον που διαπιστώνουν αυτό πρέπει να επιθυμούν ζωηρά ν’ απευθυνθούν σ’ αυτούς τους υπηρέτας για βοήθεια, αντί να προσπαθούν «να σώσουν τα προσχήματα» με το ν’ απουσιάζουν από τη Χριστιανική εκκλησία.
Στις περισσότερες περιπτώσεις οι αμετανόητοι οι οποίοι επιμένουν να ‘πράττουν την αμαρτίαν’ είναι εκείνοι που εκβάλλονται, αποκόπτονται από την οργάνωσι του Θεού. (1 Ιωάν. 3:4· 1 Κορ. 5:11) Ένας ‘άνθρωπος ο οποίος απερισκέπτως πίπτει εις κάποιο αμάρτημα’ δεν εμπίπτει στην τάξι αυτών των αδιόρθωτων αμαρτωλών. Εν τούτοις, είναι πιθανόν να υπάρξουν περιπτώσεις, που η επιτροπή της εκκλησίας, λόγω της σοβαρότητος του αμαρτήματος, θεωρεί αναγκαίον να θέση ένα άτομο υπό δοκιμήν επιτηρήσεως, ως ένα βοηθητικό, επανορθωτικό μέτρον. Μια τέτοια δοκιμή δεν πρέπει να θεωρηθή ως δυσμενής κρίσις, ως κάτι επιβλαβές για την «τιμή» ενός, ως μια τιμωρία εναντίον της οποίας πρέπει ν’ αντισταθή ένας. Μάλλον, είναι μια φιλάγαθη προμήθεια που δίνει σ’ αυτόν την ευκαιρία ν’ αποδείξη την ειλικρίνεια της μετανοίας του και ταυτοχρόνως να βοηθήση τον αμαρτήσαντα που μετανοεί να επανακτήση την πνευματικότητά του και να τον κάμη και πάλι ισχυρό. Η φιλάγαθη συμβουλή που θα δίνεται, στη διάρκεια της περιόδου δοκιμής θα οικοδομήση το άτομο ώστε να μη ‘πράττη’ την αμαρτίαν. Αντί να προσπαθή ένας «να σώση τα προσχήματα» με το να διαμαρτύρεται για τη δοκιμή, και να κάμη ν’ αναμιγνύωνται άλλοι με συγκινησιακό τρόπο, ένας που έχει διαπράξει αμάρτημα μάλλον πρέπει να υποδεχθή με χαρά αυτή την φιλάγαθη διευθέτησι που θα οδηγήση στην ανόρθωσί του.
Όλοι οι αφιερωμένοι Χριστιανοί πρέπει να θέσουν την πλήρη εμπιστοσύνη και ελπίδα των στον Ιεχωβά. Ο Ιεχωβά είναι εκείνος ο οποίος λέγει: «Τους δοξάζοντας με θέλω δοξάσει, οι δε καταφρονούντες με θέλουσιν ατιμασθή.» (1 Σαμ. 2:30) Εκείνοι που δοξάζουν τον Ιεχωβά δεν θα ζητούν την δική τους δόξα μεταξύ θνητών ανθρώπων. Αντί να διακρατούν υπερήφανες σκέψεις ανθρώπων και να προσπαθούν ‘να σώσουν τα προσχήματα,’ οι αληθινοί Χριστιανοί θα ζητούν τις σκέψεις του Ιεχωβά και θα καθοδηγούνται από τις αρχές που αυτός τόσο σαφώς εκθέτει στον Λόγο του.