Αποδίδοντας με Ταπεινοφροσύνη Εκείνο που Ζητεί ο Θεός
Αφήγησις υπό ΤΖΩΡΤΖ Α. ΡΑΝ
ΤΟ ΕΤΟΣ 1914 ζούσα σ’ ένα αγρόκτημα στα νότια της πολιτείας Σασκάτσιουαν, του Καναδά, πενήντα έξη χιλιόμετρα μακριά από μια πόλι από όπου περνούσε ο σιδηρόδρομος. Μια ή δυο περίπου φορές το χρόνο εταξίδευα στην πόλι με άλογο και κάρρο για προμήθειες. Σ’ ένα από αυτά τα ταξίδια επήγα μαζί μ’ ένα γείτονά μου.
Αυτός ο γείτονας μού είχε δώσει προηγουμένως ένα βιβλίο να διαβάσω, ένα βιβλίο με το οποίο ήταν καλά εξοικειωμένος, και εγώ είχα τελειώσει την ανάγνωσί του. Ο τίτλος του ήταν «Το Θείον Σχέδιον των Αιώνων», ήταν γεμάτο από ύλη της Γραφής κι εκίνησε πάρα πολύ το ενδιαφέρον μου. Καθώς είχε προχωρήσει αρκετά το έτος 1914 πολλοί Σπουδασταί της Γραφής, μαζί και ο γείτονάς μου, περίμεναν να συμβή γρήγορα κάτι σ’ εκπλήρωσι της προφητείας της Γραφής. Αυτά τα ζητήματα κυριαρχούσαν στη συζήτησί μας.
Σε διάστημα μικρότερο από τρείς εβδομάδες ύστερ’ από αυτό το ταξίδι στην πόλι, εκείνα ακριβώς τα πράγματα, για τα οποία μιλούσαμε, συνέβησαν! Όλη η Ευρώπη, το ένα έθνος μετά το άλλο, είχαν εμπλακή σε πόλεμο και το καθένα προσπαθούσε να καταστρέψη τον γείτονά του. Αυτό ήταν μια άμεση εκπλήρωσις της προφητείας της Γραφής κι επιβεβαίωνε τις αλήθειες τις περιεχόμενες στο βιβλίο, που μου είχε δώσει ο γείτονάς μου. Ο «έσχατος καιρός», που αναφέρει η Γραφή, είχε αρχίσει, και βλέπαμε και ζούσαμε ακριβώς αυτή την εποχή!
Ύστερ’ από αυτά τα γεγονότα, έδειξα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στη λήψι γνώσεως κι έτσι ενώθηκα με τον μικρό όμιλο των δέκα περίπου Σπουδαστών της Γραφής, που ήσαν ωργανωμένοι εκεί πλησίον γι’ αυτό τον σκοπό. Ήταν ενθαρρυντικό να συνερχώμεθα μαζί με άλλους πιστούς, επειδή δεν υπήρχαν πολλοί εκεί την εποχή εκείνη. Αν ευρίσκατε ένα Σπουδαστή της Γραφής σε απόστασι ογδόντα χιλιομέτρων, έπρεπε να είσθε ευχαριστημένος.
ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΙΣ
Από το καλοκαίρι του 1914 διάβαζα και μελετούσα τη Γραφή μαζί με τη βοήθεια των εκδόσεων της Εταιρίας Σκοπιά. Τώρα παρετήρησα ότι, ενώ είχα λάβει πολλά από τον Ιεχωβά σχετικά με τους θαυμασίους σκοπούς του, ήθελε κι εκείνος να του ανταποδώσω κάτι, την πρόθυμη υπηρεσία μου σ’ αυτόν. Εδέχθηκα την ευθύνη και αφιέρωσα τη ζωή μου στον Θεό. Αυτό έγινε αιτία μεγάλης χαράς στο μικρό μας όμιλο.
Γρήγορα διεπίστωσα ότι δεν ήταν αυτό όλο εκείνο που ζητούσε ο Ιεχωβά. Η οργάνωσίς του ήταν καθαρή. Και οι ατομικές μας συνήθειες πρέπει να είναι καθαρές, επίσης. Αφότου, όμως, είχα γίνει έφηβος, εκάπνιζα πάρα πολύ. Ως τώρα ο οργανισμός μου είχε διαποτισθή πλήρως με νικοτίνη. Ήθελα να διακόψω τη συνήθεια αμέσως, αλλά, εφόσον αυτή είχε γίνει ένα αναπόσπαστο μέρος του εαυτού μου, αντελήφθηκα ότι αυτό θ’ απαιτούσε χρόνο.
Συνέχισα ν’ αυξάνω σε γνώσι του Θεού και των σκοπών του και ζήτησα από τον Ιεχωβά δύναμι ν’ αποβάλω τη συνήθεια του καπνίσματος. Έτσι, κάποια μέρα, ενώ διάβαζα τη Γραφή μου, γέμισα την πίπα μου και την άναψα· αλλά η γεύσις δεν μου ήταν πια τόσο ευχάριστη. Ξανακύτταξα καλά την πίπα και διεπίστωσα ότι όλα ήσαν εν τάξει και τότε προσπάθησα να την ανάψω πάλι· αλλά είχε ακόμη χειρότερη γεύσι κι έτσι την άφησα κατά μέρος. Χωρίς αμφιβολία, η καλή συνείδησις που καλλιεργούσα ήρχετο να με βοηθήση. Τρείς εβδομάδες αργότερα, πέταξα όλα μου τα είδη καπνιστού, εμπιστευόμενος στη βοήθεια του Ιεχωβά για να ελευθερωθώ από αυτή τη συνήθεια.
Είχα ανάγκη από βοήθεια για να το επιτύχω αυτό, διότι ο καθαρισμός του σώματός μου από τη νικοτίνη ήταν μια απερίγραπτα δύσκολη δοκιμασία για μένα. Από καιρό σε καιρό το στήθος μου ήταν πολύ σφιγμένο, ακριβώς σαν να είχαν δεθή οι μυς σ’ ένα κόμπο. Εφόσον δεν ανανέωνα το απόθεμα της νικοτίνης στον οργανισμό μου, το σώμα μου προφανώς αντιδρούσε στην αλλαγή. Κατά καιρούς, η δυσκολία ήταν τόσο μεγάλη ώστε ενόμιζα ότι θα πεθάνω. Αλλά προσευχόμουν στον Ιεχωβά για δύναμι να υπερνικήσω αυτό το πρόβλημα, και το υπερνίκησα.
Η αγωνία που πέρασα μ’ έκαμε να σκεφθώ σοβαρά το μέλλον. Πραγματικά, είχα ήδη αφιερώσει τον εαυτό μου στο θέλημα του Θεού, αλλά δεν είχα ακόμη βαπτισθή, και εγνώριζα ότι αυτό ήταν κάτι ακόμη που απαιτούσε ο Ιεχωβά από εκείνους που είχαν δεχθή τις αλήθειές του. Αλλά ήταν ακόμη χειμώνας, και δεν υπήρχαν ανοιχτά νερά έξω, ούτε και υπήρχαν τέτοιες οικιακές ευκολίες μέσα. Τι μπορούσε να γίνη;
Τελικά λύσαμε το πρόβλημα με το να οικοδομήσωμε ένα μέρος για το βάπτισμά μου. Κατασκευάσαμε ένα πλαίσιο για μια μεγάλη λεκάνη μήκους 1,80 περίπου μέτρων και εξήντα εκατοστών πλάτους, το ύψος της οποίας ήταν σαράντα πέντε περίπου εκατοστά. Κατόπιν καρφώσαμε στην κορυφή αυτού του πλαισίου ένα τραπεζομάνδυλο από μουσαμά και το αφήσαμε να κρέμεται κάτω, κάνοντας έτσι μια όμοια με μπανιέρα διευθέτησι, αφού ο μουσαμάς αποτελούσε τα πλευρά της μπανιέρας. Στην αρχή της συναθροίσεως, που έγινε για το βάπτισμά μου, βάλαμε να ζεσταθή στη θερμάστρα της κουζίνας νερό, το οποίο στο τέλος της συναθροίσεως ήταν αρκετά ζεστό για βάπτισμα. Εξησφαλίσθη αρκετή ποσότης νερού για την κάλυψι της ανάγκης μέσα στην ιδικής μας κατασκευής μπανιέρα κι εβαπτίσθηκα.
ΑΠΟΔΙΔΟΝΤΑΣ ΑΚΟΜΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Τα πράγματα προχωρούσαν όπως πρώτα επί ένα διάστημα, όχι όμως για πολύν καιρό. Ο Ιεχωβά είχε βάλει κάτι καλό στην καρδιά μου και τώρα ζητούσε να του αποδώσω κάτι περισσότερο. Ο Ιεχωβά ζητούσε να χρησιμοποιήσω το στόμα μου για να λέγω στους άλλους τα καλά πράγματα που είχα μάθει. Αυτό θ’ αποτελούσε μια έκφρασι αίνου σ’ αυτόν. Άρχισα να το εκτελώ αυτό τώρα ένθερμα, ειδικά από το 1920 κι έπειτα.
Επειδή ασχολούμεθα με αγροτική εργασία, κηρύτταμε, όταν εξοικονομούσαμε χρόνο. Είχα, βλέπετε, έναν αγροτικό κλήρο κι έπρεπε να εργάζωμαι σκληρά. Η κυβέρνησις είχε παραχωρήσει τον αγροτικόν αυτόν κλήρο από 647 περίπου στρέμματα γης στον καθένα· και αν επετυγχάναμε επί πέντε χρόνια, η γη θα παρέμενε δική μας.
Όταν εγκατασταθήκαμε στους κλήρους μας των 647 στρεμμάτων, που μας παρεχώρησαν, δεν υπήρχε τίποτε εκεί για να ζήσωμε κι έτσι όλοι μας έπρεπε να κατασκευάσωμε τα σπίτια μας, όπως μπορούσαμε. Κατεσκευάσαμε ένα ξύλινο πάτωμα, γύρω από το οποίο ανεγείραμε τοίχους από ακατέργαστο ξύλο και το σκεπάσαμε με πισσόχαρτο. Απ’ έξω, συσσωρεύσαμε λάσπη, πάχους 0,60 μ. και ύψους 0,90 μ. έως 1,20 μ. Αυτό κρατούσε το μέρος αρκετά ζεστό τον χειμώνα. Ζούσα μόνος μου, μολονότι είχα πολλούς γείτονες κοντά, οι οποίοι καλλιεργούσαν τον αγροτικό τους κλήρο όπως εγώ.
Αυτή η φροντίδα για την έκτασι που μας παρεχωρήθη εσήμαινε ότι το κήρυγμα μας απαιτούσε μεγάλη προσπάθεια, επειδή, ενώ η διακονία μας είχε γίνει τώρα μέρος της ζωής μας, έπρεπε, επίσης, να διατηρήσωμε τ’ αγροκτήματά μας. Έτσι, εφροντίζαμε για την αναγκαία εποχιακή εργασία και κατόπιν δαπανούσαμε πολλές εβδομάδες μαζί για έργο κηρύγματος. Αλλά δεν υπήρχε, την εποχή εκείνη, το κήρυγμα της τακτικής εβδομαδιαίας καλύψεως του τομέως, όπως γίνεται από τους μάρτυρας του Ιεχωβά σήμερα.
Ο τομεύς μας ήταν κυρίως αγροτικός, και βαθμιαίως εκάναμε επέκτασι του πεδίου της δράσεώς μας, καλύπτοντας μια ακτίνα εκατόν εξήντα και πλέον χιλιομέτρων από τ’ αγροκτήματά μας. Κατά καιρούς ξεκινούσαμε για έργο από το Μουζετζάου, όχι όμως μέσα στην πόλι. Οι εκεί αδελφοί φρόντιζαν για το κήρυγμα στην πόλι. Ωστόσο, δεν διέθεταν μεταφορικά μέσα για να μεταβούν για κήρυγμα έξω από την πόλι. Εμείς διαθέταμε, κι έτσι ανελάβαμε τους αγροτικούς τομείς.
Από τι απετελούντο τα μεταφορικά μας μέσα; Ένας αδελφός κι εγώ, που πηγαίναμε μαζί στο έργο κηρύγματος, χρησιμοποιούσαμε ένα αυτοκίνητο τύπου Φορντ που είχα εγώ. Το ανακαινίσαμε, και προσθέσαμε στο πίσω μέρος ένα πλαίσιο καλυμμένο με καραβόπανο, διαστάσεων 2,50 μ. επί 2 περίπου μέτρων, για διαμονή. Μέσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο μπορούσαμε να ζούμε επί συνεχείς εβδομάδες και να εκτελούμε τη διακονία μας μακριά από το σπίτι μας. Μέσα σ’ αυτό μεταφέραμε όλα τα έντυπα που χρειαζόμεθα, καθώς, επίσης, τροφή και άλλες προμήθειες.
Το έργο μας κηρύγματος ήταν πολύ απολαυστικό. Οι άνθρωποι σ’ αυτές τις αγροτικές περιοχές έβλεπαν πάντοτε με χαρά οποιονδήποτε, επειδή η αγροτική ζωή ήταν πολύ μονήρης. Κάθε τόσο συναντούσαμε κάποιο άτομο, που έδειχνε λυσσώδη εναντίωσι, αλλά όχι πολύ συχνά. Το έργο μας συνίστατο κυρίως να επισκεπτώμεθα ανθρώπους στα σπίτια των και να δίνωμε Γραφές και έντυπα βοηθήματα για Γραφική μελέτη. Έπειτα, καθώς ανεπτύσσετο το ενδιαφέρον τους, συνεταυτίζοντο με τις μικρές εκκλησίες στην περιοχή.
ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ ΣΤΟ ΜΠΕΘΕΛ
Αργότερα μετώκησα στο Μίσιγκαν, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου είχα γεννηθή. Ήμουν στην ολοχρόνιο διακονία τον καιρό που έλαβε χώραν η συνέλευσις της Εταιρίας Σκοπιά στο Ντητρόιτ το 1928. Εκεί συνήντησα τον τότε πρόεδρο της Εταιρίας, Ι. Φ. Ρόδερφορδ. Σ’ αυτή τη συνέλευσι έκαμε μια έκκλησι για υπηρεσία στο Μπέθελ του Μπρούκλυν, τα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας. Στη διάρκεια της συναντήσεως, με ρώτησε: «Νομίζετε ότι θα μπορούσατε ν’ ανθέξετε στη σκληρή εργασία που διεξάγεται στο Μπέθελ;»
Γιατί αυτή ήταν μια πολύ κατάλληλη ερώτησι, ειδικά για την περίπτωσί μου; Διότι το 1928 ήμουν ήδη πενήντα τριών ετών. Έχω γεννηθή το 1875. Έτσι η ηλικία μου υπερέβαινε κατά μερικές δεκάδες την συνήθη ηλικία των υποψηφίων για το Μπέθελ. Αλλά στην ερώτησί του, απήντησα με θετικότητα, «Μάλιστα». Αλλά με διώρθωσε ευγενικά, λέγοντας, «Με τη χάρι του Κυρίου»—ήταν η πιο ευγενική επίπληξις που έλαβα ποτέ από άνθρωπο.
Είμαι βέβαιος ότι θυμήθηκε το επεισόδιο, διότι κάποια μέρα στο Μπέθελ καθώς εργαζόμουν, αισθάνθηκα ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Όταν γύρισα να ιδώ ήταν ο Αδελφός Ρόδερφορδ, που περνούσε σε μια από τις επιθεωρήσεις του. Εφαίνετο ευχαριστημένος διότι μπορούσα να αντεπεξέρχωμαι στη σκληρή εργασία και διότι δεν έθεσε κακώς την εμπιστοσύνη του σ’ έμενα.
Αφότου ήλθα στο Μπέθελ του Μπρούκλυν, πριν από τριάντα επτά και πλέον χρόνια, είχα πολλά προνόμια. Τα πρώτα τρία χρόνια εργάσθηκα σχεδόν σε κάθε όροφο του εργοστασίου. Κατόπιν διορίσθηκα για να εργάζομαι σ’ ένα πιεστήριο. Έπειτα, το 1931 περίπου, ετοποθετήθηκα στο γραφείο για λογιστική υπηρεσία και παρέμεινα εκεί επί είκοσι περίπου χρόνια. Κατόπιν, με ανέμενε μια άλλη υπηρεσία, η φροντίδα γι’ αυτούς που έληξε η συνδρομή των στα περιοδικά Ξύπνα! και Η Σκοπιά. Μαζί με πολλούς άλλους, εχειριζόμουν τις ειδοποιήσεις που αποστέλλονται στις εκκλησίες, ώστε σ’ αυτούς που δεν ανανεώνουν να γίνη επίσκεψις προσωπικώς από κάποιο διάκονο για να τους ενθαρρύνη να συνεχίσουν τη μελέτη του Λόγου του Θεού. Παρά την πολύ ενοχλητική μου αρθρίτιδα, εξακολουθώ να είμαι σε θέσι, με όλα τα ενενήντα ένα μου χρόνια, να φροντίζω γι’ αυτό το καθήκον.
Μπορώ να κάμω έργο κηρύγματος τώρα; Όχι από σπίτι σε σπίτι όπως θα ήθελα, μολονότι μπορούσα να συμμετέχω σ’ αυτή τη μορφή της διακονίας ως τα ογδόντα πέντε μου χρόνια. Κατόπιν, για μερικά χρόνια μπορούσα ν’ ασχολούμαι στο έργο του κηρύγματος στους δρόμους. Αλλά τα τελευταία τρία χρόνια η υγεία μου δεν μου επιτρέπει να κάμω ούτε αυτό.
Αλλά τότε πώς μπορώ να κηρύττω; Μ’ επιστολές! Παίρνω ονόματα και διευθύνσεις ενδιαφερομένων ατόμων από την εκκλησία σε μορφή ειδοποιήσεων για συνδρομές που έληξαν, στις οποίες εργάζομαι στη διάρκεια της ημέρας. Σ’ αυτά τα άτομα γράφω επιστολές από μία ή δύο σελίδες και στέλνω, επίσης, έντυπα. Το θέμα μου σε όλες αυτές τις επιστολές είναι η βασιλεία του Θεού και η δικαιοσύνη του.
Επίσης, για να είμαι συγχρονισμένος πνευματικά, παρακολουθώ συναθροίσεις το βράδυ της Δευτέρας, της Τρίτης και της Τετάρτης καθώς και την Κυριακή. Μ’ αυτό τον τρόπο μολονότι είμαι προχωρημένης ηλικίας, έχω την πνευματική δύναμι ν’ ανταποδώσω, σε μικρό μέτρον, αυτό που ο Ιεχωβά ζητεί από εκείνους, τους οποίους ευλόγησε με τις αλήθειές του.
Μερικοί ρωτούν πώς μπόρεσα να ανθέξω στη σκληρή εργασία των τελευταίων πέντε περίπου δεκαετηρίδων. Η απάντησις πρέπει να είναι ότι οφείλεται στο ελατήριο και την αφιέρωσι. Το ζήτημα, όσον αφορά τον εαυτό μου, ήταν αν θα προτιμούσα να ευαρεστήσω τον εαυτό μου ή τον Ιεχωβά. Αντελήφθην ότι, εν πρώτοις, ο Ιεχωβά μού είχε δώσει την αλήθεια, επομένως εδικαιούτο να ζητήση ανταπόδοσι ωρισμένων πραγμάτων από μένα. Εφόσον εδέχθηκα την αλήθεια, τότε έπρεπε να είμαι πρόθυμος ν’ ανταποδώσω αυτό που ζητεί. Έτσι ο σκοπός στη ζωή μου μετά την αφιέρωσί μου ήταν να ευαρεστήσω πρώτα τον Ιεχωβά, και προσπάθησα να το κάμω αυτό.
Αυτό που με βοήθησε πάρα πολύ, επίσης, είναι ότι εσκεπτόμουν συνεχώς τις υποσχέσεις του Ιεχωβά και είχα απόλυτη πίστι στον Λόγο του ότι αυτός βάζει σε τάξι τις υποθέσεις του ανθρώπου στον ωρισμένο του καιρό. Με αυτή την πλήρη εμπιστοσύνη μπορούσα να εγκαρτερήσω στο έργο, άσχετα με το τι οι περιστάσεις απαιτούσαν, διότι εγνώριζα πολύ καλά ότι στο τέλος ο Ιεχωβά θα κατευθύνη το κάθε τι για τα καλύτερα συμφέροντα των δούλων του, περιλαμβανομένου και του εαυτού μου. Ναι, μ’ ένα πρόθυμο πνεύμα, θέτοντας τον Θεό και τις απαιτήσεις του πρώτα, ο καθένας μπορεί ν’ αποδώση με ταπεινοφροσύνη εκείνο που ζητεί ο Θεός απ’ αυτόν.—Μιχ. 6:8.