Η Αιωνιότης Είναι ο Σκοπός Μου στην Υπηρεσία του Ιεχωβά
ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΥΠΟ ΤΟΜΑΣ Ε. ΜΠΑΝΚΣ
ΔΕΚΑ χρόνια προτού γεννηθώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πατέρας μου είχε ελευθερωθή από τη δουλεία. Αυτό συνέβη λίγους μόλις μήνες πριν τεθή σε ισχύ η Διακήρυξις της Απελευθερώσεως. Στη διάρκεια των ετών, που ακολούθησαν, ενόσω εγώ εμεγάλωνα, δεν είχα ευκαιρία να εκπαιδευθώ, διότι το μέρος όπου ανετράφηκα—στην πολιτεία Οχάιο—ήταν πολύ μακριά από οποιοδήποτε σχολείο. Εξ άλλου, δεν υπήρχε υποχρεωτική εκπαίδευσις εκείνον τον καιρό. Εν τούτοις, διψούσα για μάθησι κι εδιάβαζα πολύ, με αποτέλεσμα σε ηλικία δεκαεννέα ετών, να είμαι ικανός να δώσω επιτυχείς εξετάσεις διδασκάλου.
Από τον καιρό που ήμουν μικρός, μπορώ να θυμούμαι τον πατέρα μου που ωδηγούσε εμάς τα παιδιά στην εκκλησία. Πηγαίναμε δύο ή τρεις φορές κάθε Κυριακή· ουδέποτε, όμως, έγινε μέλος μιας εκκλησίας. Οι αδελφές μου και οι αδελφοί μου ηνώθησαν με μια εκκλησία που ήταν σε μεγάλο βαθμό συναισθηματική—οι άνθρωποι εκραύγαζαν και χτυπούσαν τα χέρια τους. Εγώ, όμως, έκαμα τον συλλογισμό ότι η θρησκεία πρέπει να είναι λογική, όχι συναισθηματική, και αυτό ήταν το είδος της θρησκείας που επιζητούσα. Δεν συνέβη ν’ ανακαλύψω μια τέτοια θρησκεία, πριν γίνω είκοσι εννέα ετών.
Εργαζόμουν σ’ ένα φαρμακείο, όταν μπήκε ένας φίλος και μου έδωσε ένα βιβλιάριο με τίτλο «Τι Λέγουν αι Γραφαί περί Άδου;» Έβαλα εκείνο το βιβλιάριο μέσα στην τσέπη μου και το περιέφερα επί ένα μήνα περίπου προτού αρχίσω να το διαβάζω. Κάθε φορά που έβλεπα το φίλο μου, αυτός μ’ ερωτούσε αν μου άρεσε το βιβλιάριο, εγώ δε αισθανόμουν τον εαυτό μου ένοχο, επειδή δεν το είχα διαβάσει. Μια μέρα, για να τον ικανοποιήσω, άρχισα να το διαβάζω. Τόσο πολύ αιχμαλώτισε την προσοχή μου ώστε το τελείωσα την ίδια ακριβώς ημέρα. Ως τότε ενόμιζα ότι εγνώριζα παν ό,τι ήταν ανάγκη να γνωρίζω σχετικά με τον άδη, αλλά σύντομα διεπίστωσα ότι είχα πολλά να μάθω. Από την πρώτη ακριβώς σελίδα εκείνου του βιβλιαρίου, είδα ότι έκανε έκκλησι στη λογική και στη νοημοσύνη. Αφού το τελείωσα, ανεζήτησα τον φίλο μου για να του ζητήσω, αν είχε, κι άλλα έντυπα σαν εκείνο το βιβλιάριο. Είπε ότι είχε ένα βιβλίο από 300 και πλέον σελίδες, κι εγώ είπα: «Ας το πάρω». Υπεσχέθη ότι θα το έφερε μαζί του στην εργασία του την επομένη. Μολονότι υποσχέθηκα ότι θα το έπαιρνα το μεσημέρι, δεν μπορούσα να περιμένω κι έτσι πήγα στον τόπο της εργασίας του στις δέκα η ώρα το πρωί. Μου έδωσε το βιβλίο Το Θείον Σχέδιον των Αιώνων. Το πήρα στο σπίτι και το διάβασα με μεγάλο ζήλο.
Προφανώς, η ανάγνωσις του Θείου Σχεδίου των Αιώνων απορροφούσε μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου απ’ ό,τι είχα αντιληφθή, διότι ένα βράδυ η σύζυγος μου μού είπε: «Αφ’ ότου άρχισες να διαβάζης αυτό το έντυπο, έχεις παραμελήσει και μένα και τα παιδιά», και ξέσπασε σε δάκρυα. Της είπα: «Αύριο το βράδυ θα ετοιμάσω την τραπεζαρία και θα πλύνω τα πιάτα, ενώ συ θα βάζης τα παιδιά να κοιμηθούν. Έπειτα θα καθήσωμε και θα σου εξηγήσω τι μαθαίνω.» Όταν καθήσαμε το άλλο βράδυ, άνοιξα το βιβλίο κι άρχισα να της εξηγώ τον σκοπό του Θεού για τον άνθρωπο και τη γη, και όπου είναι κατάλληλο για μας να διαμένωμε. Σε δέκα μόνο λεπτά είπε: «Τώρα το καταλαβαίνω.» Από τότε μελετούσαμε μαζί.
ΑΛΛΑΓΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ
Η σύζυγος μου ενεκολπώθη τις αλήθειες που μάθαμε από τις μελέτες μας και παρέμεινε πιστή σ’ αυτές ωσότου πέθανε το 1917. Υπήρξε αφωσιωμένη Επισκοπελιανή, αλλ’ έπειτα από την πρώτη μας μελέτη έπαυσε να παρακολουθή εκείνη την εκκλησία. Κι εγώ, επίσης, έκαμα μια αλλαγή. Κατείχα πολλά αξιώματα στη Μεθοδιστική Εκκλησία, αλλά, όπως η σύζυγός μου, διεπίστωσα ότι έπρεπε να τα εγκαταλείψω όλ’ αυτά για να είμαι σε αρμονία με τον γραπτό Λόγο του Θεού.
Όταν ενεχείρισα την παραίτησί μου σε μια συνάθροισι της εκκλησίας, ο «πάστωρ» ηρνήθη να διαβάση δυνατά την επιστολή μου. Δεν ήθελε να χάση ένα μέλος που κρατούσε τόσο πολλά αξιώματα της εκκλησίας. Έτσι, εδιάβασα εγώ την επιστολή με μια έμφασι που δεν θα μπορούσε να της δώση ο λειτουργός. Απήντησε ότι δεν μπορούσε να πη πώς είχα άδικο, αλλ’ αν, οποτεδήποτε, ήθελα να επιστρέψω, η πόρτα της εκκλησίας θα ήταν ορθάνοιχτη. Του είπα ότι ουδέποτε θα επέστρεφα. Από τότε η σύζυγος μου κι εγώ υπήρξαμε σπουδασταί της Γραφής, οι οποίοι ανεγνωρίζαμε την Εταιρία Σκοπιά ως το όργανο που χρησιμοποιεί ο Θεός για να γνωστοποιήση το ευαγγέλιον της βασιλείας του.
Όταν αφιερώθηκα στον Θεό το 1901, εδήλωσα ότι η επιθυμία μου ήταν να τον υπηρετώ πιστά. Αυτό προσεπάθησα πάντοτε να κάμω. Επί είκοσι περίπου χρόνια η υπηρεσία μου προς αυτόν περιωρίζετο στο ν’ απασχολούμαι στην τοπική διακονία μέσ’ την περιοχή της πολιτείας Οχάιο. Αλλά, λίγο μετά τον θάνατο της συζύγου μου, ο πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, Ιωσήφ Ρόδερφορδ, ενώ εταξίδευε, εσταμάτησε στο Σινσιννάτι. Μ’ ερώτησε αν θα ήθελα να ταξιδεύω για λογαριασμό της Εταιρίας. Μολονότι υπήρξε πάντοτε η επιθυμία της καρδιάς μου να δαπανώ όλο μου τον χρόνο στη διακονία, ήμουν υποχρεωμένος να μη δεχθώ την πρόσκλησι λόγω της ευθύνης μου έναντι των τέκνων μου, από τα οποία το νεώτερο ήταν δώδεκα ετών. Προσεφέρθηκα, όμως, να δαπανήσω τις διακοπές μου—τέσσερες εβδομάδες—ταξιδεύοντας οπουδήποτε ήθελε η Εταιρία να μεταβώ. Έτσι, ένα νέο προνόμιο υπηρεσίας ηνοίχθη για μένα. Εταξίδευσα στη Νέα Ορλεάνη της πολιτείας Λουϊζιάνας, κάνοντας σταθμό σε πολλές πόλεις, που συναντούσα στο δρόμο μου, και καταλήγοντας τελικά στη Νέα Υόρκη.
ΥΠΗΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΝΕΓΡΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΜΟΥ
Δυο έτη αργότερα, όταν ήμουν εισηγητής μιας συνελεύσεως, που διεξήχθη από τον λαό του Ιεχωβά στη Νέα Υόρκη, ο πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά εβάδισε ένα βράδυ μαζί μου ως το κατάλυμά μου και μου είπε εμπιστευτικά ότι η Εταιρία είχε κάμει διευθετήσεις για να διεξαγάγω ειδικό έργο μεταξύ των Νέγρων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τότε είχαν νυμφευθή οι δύο θυγατέρες μου κι ένας από τους γυιούς μου, κατόπιν δε αυτού ενόμιζα ότι ήμουν ικανός ν’ αναλάβω αυτή την ευθύνη.
Το έργο μου ήταν να επισκέπτωμαι τους Νέγρους δούλους του Ιεχωβά σε διάφορα μέρη της χώρας και να τους βοηθώ στο να δίνουν Γραφικές οδηγίες σε άλλους, ως επίσης στο ν’ αναφέρουν τη δράσι τους στην Εταιρία. Αυτό ωνομάζετο έργο «πίλγκριμ». Οι αδελφοί—«πίλγκριμς» ταξίδευαν για να οργανώσουν εκκλησίες, δίδοντας δημόσιες Γραφικές διαλέξεις και βοηθώντας τις εκκλησίες κατά έναν διοργανωτικό τρόπο. Έτσι, στην ηλικία των πενήντα ετών, είκοσι ένα χρόνια μετά την αφιέρωσί μου στον Θεό, επρόκειτο ν’ αφιερώσω όλο το χρόνο μου στην υπηρεσία του. Η επιθυμία της καρδιάς μου επραγματοποιείτο.
Ένα μέρος του έργου μου ήταν στα κεντρικά Γραφεία της Εταιρίας Σκοπιά στο Μπρούκλυν, όπου κατήρτισα ένα φάκελλο αλληλογραφίας με πρόσωπα της δικής μου φυλής, βάσει του οποίου διευθετούντο τα ταξίδια μου. Οι μήνες μου στα κεντρικά γραφεία, γνωστά ως Μπέθελ, ήσαν ευτυχείς. Απήλαυσα εκεί τη στενή επαφή με τους αδελφούς μου στην υπηρεσία του Ιεχωβά.
Όταν ο φάκελλος της αλληλογραφίας συνεπληρώθη, άρχισα να ταξιδεύω στα βόρεια και στα νότια μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών για να βοηθήσω τους Νέγρους αδελφούς μου στην υπηρεσία των προς τον Ιεχωβά. Ερχόμενος από τα βόρεια, δεν ήμουν εντελώς προετοιμασμένος για τις συχνές εχθρικές εκδηλώσεις, που αντιμετώπισα στο δρόμο μου προς νότον λόγω της φυλής μου, όπως ήταν η φυλετική διάκρισις στα λεωφορεία, στα τραίνα, στα εστιατόρια, και ούτω καθεξής. Οι πρώτες λίγες δυσάρεστες συμπλοκές ήσαν μια πραγματική δοκιμασία για μένα, αλλά μ’ ενίσχυσαν για τις επόμενες. Μερικοί από τους Νέγρους αδελφούς προσεβλήθησαν και δεν ήθελαν να συμμορφωθούν με τους νόμους της φυλετικής διακρίσεως του Νότου. Δεν είναι πια στην υπηρεσία του Ιεχωβά, έχοντας αποστατήσει απ’ αυτή πριν από πολύν καιρό. Κατενόησα ότι το ανθρώπινο γένος πρέπει ν’ αποβλέπη στη νέα τάξι δικαιοσύνης του Θεού για να δη τη μόνιμη εξάλειψι των αδικιών. Ενόσω βρισκόμαστε στο παλαιό σύστημα πραγμάτων, εμείς, ως Χριστιανοί, πρέπει να τηρούμε τους νόμους του Καίσαρος, ενεργώντας όπως διδάσκει η Γραφή: «Ας υποτάσσεται [πάσα ψυχή] εις τας ανωτέρας εξουσίας.» (Ρωμ. 13:1) Μολονότι υφίσταται μια διαχωριστική γραμμή χρώματος στον κόσμο, δεν υπάρχει καμμιά τέτοια μεταξύ των δούλων του Ιεχωβά. Αυτό μου κατεδείχθη σε πολλές περιπτώσεις.
ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΣΕ ΑΓΡΟΥΣ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ
Στη διάρκεια των ετών από το 1922 ως το 1937, τα ταξίδια μου χάριν της οργανώσεως του Κυρίου με ωδήγησαν σε πολλά μέρη, στα οποία περιελαμβάνοντο ο Παναμάς, η Κόστα Ρίκα και η Ζαμάικα. Όταν επέστρεψα στη Νέα Υόρκη από τη Ζαμάικα το 1937, ο πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά μ’ ερώτησε αν είχα κάποια αντίρρησι στο να μείνω στη Ζαμάικα. Δεν είχα καμμιά. Ήμουν πρόθυμος να μεταβώ οπουδήποτε ήθελε να με στείλη η οργάνωσις του Ιεχωβά. Είπε, λοιπόν, «Την προσεχή φορά που θα σε στείλω στη Ζαμάικα, θα μείνης για ένα διάστημα.» Τότε απεκάλυψε ότι με ήθελε να είμαι ο επόπτης του έργου της Εταιρίας εκεί, έχοντας την ευθύνη του τμήματος της στη Ζαμάικα.
Στο 1938 έλαβα διορισμό για τη νήσο Ζαμάικα. Εκείνο τον καιρό υπήρχαν 390 περίπου άτομα, που εκήρυτταν εκεί το ευαγγέλιον της Βασιλείας του Θεού, είχαν δε οργανωθή σε 53 εκκλησίες. Από τότε ως τώρα, οι εκκλησίες έχουν αυξηθή σε 151, με 4.866 άτομα που έχουν τώρα ενεργώς συνταυτισθή μαζί τους. Σ’ αυτά τα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε τόσο πολύ έργο γραφείου στο τμήμα της Εταιρίας όπως υπάρχει σήμερα. Έτσι το έργο μου συνίστατο κυρίως στο να ταξιδεύω σε όλη τη νήσο μ’ ένα αυτοκίνητο εφοδιασμένο με μεγάφωνο, που μετέδιδε ηχογραφημένες Γραφικές ομιλίες, ως επίσης και στο να δίνω Γραφικές διαλέξεις τα βράδια.
Λίγο μετά την άφιξί μου στη Ζαμάικα, απηγορεύθη η εισαγωγή των εκδόσεων της Εταιρίας Σκοπιά, κατόπιν πιέσεως που ασκήθηκε στους πολιτικούς αρχηγούς από εναντιουμένους κληρικούς. Εχρησιμοποιήσαμε τις υπηρεσίες του Υπουργού της Γεωργίας προσπαθώντας να επιτύχωμε την άρσι της απαγορεύσεως. Μου είπε, Όταν εδιάβασα την αλληλογραφία σας που απευθύνατε στον κυβερνήτη, ενδιαφέρθηκα πάρα πολύ για την υπόθεσί σας.» Επροχώρησε να πη ότι θα έκανε το καλύτερο που μπορούσε για να φέρη το ζήτημα ενώπιον της Βουλής σε μια προσπάθεια άρσεως της απαγορεύσεως. Το έκαμε αυτό, αλλά πέρασε μερικός καιρός πριν ακούσωμε νέα του. Εν τω μεταξύ έπρεπε να διεξάγομε τη διακονία μας μ’ εκείνα τα Γραφικά έντυπα που είχαμε ακόμη.
Παρά τις προσπάθειες των εχθρών μας να σταματήσουν τη λήψι εκ μέρους μας Γραφικών εντύπων, ο Ιεχωβά επέβλεψε, με αποτέλεσμα να λαμβάνωμε ένα αντίτυπο από κάθε τεύχος του περιοδικού Η Σκοπιά. Μερικές φορές αντεγράφετο με το χέρι και μας απεστέλλετο ως προσωπική επιστολή. Είχαμε έναν πολύγραφο, που χρησιμοποιούσαμε για να κάνωμε αντίτυπα αυτού του μοναδικού τεύχους. Με αυτό τον τρόπο μπορούσαμε να εφοδιάζωμε τις εκκλησίες του λαού του Ιεχωβά στη Ζαμάικα με αντίτυπα εκείνης της επισήμου εκδόσεως της Εταιρίας Σκοπιά. Ουδέποτε έχασαν ένα τεύχος.
Η κυβέρνησις ενήργησε κατάσχεσι μόνον ορισμένων εκδόσεων που είχαμε, επιτρέποντάς μας να κρατήσωμε τις άλλες. Αυτές τις χρησιμοποιήσαμε στο διακονικό μας έργο, κάνοντας το απόθεμα να διαρκέση όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Ακριβώς, όταν επρόκειτο να εξαντληθή, η κυβέρνησις προέβη στην άρσι της απαγορεύσεως, που είχε αδίκως τεθή στα έντυπά μας και μας επέστρεψαν τις εκδόσεις, που είχαν κατάσχει. Πολλά απ’ όσα επεστράφησαν δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, επειδή είχαν διαποτισθή με νερό ή είχαν υποστή φθορά από τερμίτες. Αλλ’ από τότε δεν είχαμε πια δυσκολία στο να λαμβάνωμε εφόδια Γραφικών εντύπων από τα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας προς διανομήν στους ανθρώπους στη Ζαμάικα που αγαπούσαν τη Γραφή.
Λόγω εξασθενήσεως της υγείας μου και των δυνάμεων μου, ήταν ανάγκη το 1946 ν’ αναλάβη την ευθύνη, ως υπηρέτης τμήματος στη Ζαμάικα, κάποιος άλλος πιο νέος και με μεγαλύτερες δυνάμεις. Μου εδόθη η ευκαιρία να επιστρέψω στις Ηνωμένες Πολιτείες για να ζήσω μαζί με τα παιδιά μου ή να εξακολουθήσω να μένω στα γραφεία της Εταιρίας στη Ζαμάικα, όπου θα μπορούσα να κάνω οποιαδήποτε εργασία θα επέτρεπε η υγεία μου. Εφόσον η Ζαμάικα ήταν ο τόπος του διορισμού μου, εδιάλεξα να παραμείνω εκεί. Τότε είχα ηλικία εβδομήντα πέντε ετών. Τώρα έχω ενενήντα τριών.
Η δράσις μου στην υπηρεσία του Ιεχωβά εμποδίζεται λόγω μειωμένης υγείας και λόγω ηλικίας, αλλ’, εν τούτοις, απολαύω ακόμη τη ζωή κοντά στα γραφεία της Εταιρίας εδώ στη Ζαμάικα. Το δωμάτιο μου απέχει λίγα μόλις βήματα από την Αίθουσα Βασιλείας, που είναι στο κτίριο του τμήματος, πράγμα που καθιστά δυνατόν για μένα να παρακολουθώ όλες τις συναθροίσεις της εκκλησίας που συνέρχεται εκεί. Η όρασίς μου είναι ακόμη καλή, επιτρέποντας να διαβάζω όλες τις εκδόσεις της Εταιρίας και να ευφραίνωμαι με τις αλήθειες που περιέχουν, που κάνουν έκκλησι στη νοημοσύνη ως επίσης και στην καρδιά του ανθρώπου. Χρησιμοποιώ κάθε ευκαιρία να μιλώ για τους σκοπούς του Ιεχωβά και για τις αλήθειες του Λόγου του με τους επισκέπτας μου και μέσω αλληλογραφίας. Είμαι πολύ ευτυχής, που μπορώ να τελειώσω τις ημέρες μου επί της γης στον διορισμό μου στο εξωτερικό και ακόμη στην ολοχρόνια υπηρεσία του Ιεχωβά.
Στην πραγματικότητα, είμαι τώρα ένας νέος άνδρας, διότι, αν πραγματοποιηθούν οι ελπίδες μου, θα έχω αιωνιότητα ζωής στο μέλλον. Για τον λόγο αυτό, λογαριάζω τα ενενήντα τρία αυτά χρόνια σαν αρχή μόνον της ζωής μου. Το ότι εδαπάνησα όλο μου το χρόνο στην υπηρεσία του Ιεχωβά υπήρξε η χαρά της ζωής μου, και αποβλέπω στο να την συνεχίσω αιωνίως μαζί με τον Ιησού Χριστό και τους δικούς του ‘αγίους εν τω φωτί’.—Κολ. 1:12.