Γιατί Πεθαίνουν οι Άνθρωποι;
Οι άνθρωποι έχουν διάφορες γνώμες. Αλλά ποια απάντησι δίνει ο Λόγος του Θεού;
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ δεν θέλουν να πεθαίνουν. Επιθυμούν να ζουν και ν’ απολαύουν τη ζωή. Γι’ αυτόν τον λόγο καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να εξαφανίσουν τις ασθένειες και τις νόσους και να παρατείνουν τη ζωή. Εν τούτοις, παρ’ όλες τις προσπάθειες, 142.000 άτομα, σύμφωνα με σχετικό υπολογισμό, πεθαίνουν καθημερινώς σ’ όλο τον κόσμο, ήτοι κατά μέσον όρο δύο άτομα σχεδόν σε κάθε δευτερόλεπτο. Στο 1962, στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο, πέθαναν συνολικώς 608.082 άνθρωποι από καρδιακά νοσήματα και άλλοι 278.562 υπήρξαν θύματα του καρκίνου. Αλλά το απλούν γεγονός ότι ο θάνατος αποτελεί μια τόσο κοινή πείρα, ελάχιστα παρηγορεί έναν που καταθλίβεται για την απώλεια ενός προσφιλούς του προσώπου.
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο θάνατος γίνεται κάτι περισσότερο από μια ψυχρή στατιστική απλώς. Είναι ένας άσπλαγχνος, ανηλεής εχθρός, και ω! πόσο εντελώς αβοήθητος αισθάνεται ένας ότι είναι μπροστά σ’ αυτόν! Σχεδόν ακουσίως έρχονται στα χείλη οι λέξεις, ΓΙΑΤΙ; Γιατί έπρεπε να γίνη αυτό; Γιατί ο αγαπητός μου να πεθάνη;
ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΓΝΩΜΕΣ
Συχνά, όταν επιπίπτη ο θάνατος, οι άνθρωποι διερωτώνται κατά πόσον είναι θέλημα Θεού να πεθαίνουν οι άνθρωποι. Είναι αρκετά παράδοξον ότι οι διδασκαλίες που έχουν διακηρυχθή από τις περισσότερες θρησκευτικές οργανώσεις του κόσμου έχουν οδηγήσει πολλούς να πιστεύουν ότι είναι θέλημα Θεού. Παραδείγματος χάριν, τον Δεκέμβριο του 1962 ο Ρωμαιοκαθολικός καρδινάλιος, Ρίτσαρντ Κούσινγκ, έκαμε σχόλια πάνω στην αιτία για την οποία το ελκυστικό νεαρό κορίτσι Μάργκαρετ Κάντιγκαν πέθανε στα χέρια του αδελφού της: «Νομίζω ότι αυτή έλαβε την απάντησι, την και μόνη απάντησι που μπορούσε να λάβη από τον Παντοδύναμο Θεό», είπε ο Κούσινγκ. Και ποια ήταν αυτή; «‘Επειδή σε αγαπώ και σε θέλω μαζί μου’.»
Αλλά, αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίον ο Τόμας Κάντιγκαν επέφερε με πνίξιμο τον θάνατο της αδελφής του; Του το έβαλε ο Θεός στην καρδιά του, να φονεύση την αδελφή του, επειδή ο Θεός την ήθελε μαζί Του στον ουρανό; Είναι πράγματι αυτός ο λόγος, για τον οποίον η Μάργκαρετ Κάντιγκαν υπέστη βίαιο θάνατο, και για τον οποίον χιλιάδες άλλοι άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο με παρόμοιο θάνατο; Είναι ο ίδιος λόγος, επίσης, για τον οποίον οι άνθρωποι γερνούν και πεθαίνουν; Σκεπτόμενα άτομα ενδιαφέρονται να λάβουν μια αυθεντική απάντησι.
Η επιστήμη ισχυρίζεται ότι έχει μια τέτοια απάντησι, τουλάχιστον όσον αφορά τον θάνατο, που οφείλεται στα γηρατειά. «Όταν είμεθα νέοι, έχομε πολύ περισσότερα κύτταρα απ’ ό,τι πράγματι χρειαζόμεθα,» εξήγησε ο Δρ Άλασταιρ Γουώρντ, επιστημονικός ανταποκριτής του Εσπερινός Πολίτης της Γλασκώβης. «Αλλά καθώς προχωρούμε στην ηλικία και χάνομε σταθερά όλο και περισσότερα κύτταρα, φθάνομε τελικά σ’ ένα σημείο, όπου, απλούστατα, δεν υπάρχουν αρκετά κύτταρα σ’ ένα ωρισμένο όργανο ή ομάδα οργάνων.» Λοιπόν, εγκαίρως, είπε: «Γρήγορα περιπίπτομε σε μια προοδευτική ανώμαλη κατάστασι και ο σε μέγιστο βαθμό πολυσύνθετος οργανισμός του ανθρωπίνου σώματος διαλύεται στον θάνατο.»
Είναι ενδιαφέρον το ότι οι επιστήμονες δεν θεωρούν τα γηρατειά και τον θάνατο ως κάτι το αναπόφευκτο, αλλά μάλλον ως μια νόσο που ελπίζουν να θεραπεύσουν, «Δεν μπορώ να δω κανένα λόγο,» είπε ο βιοχημικός Ουίλλιαμ Μπεκ, «για τον οποίον ο θάνατος, στη φυσική πορεία των πραγμάτων, πρέπει να είναι αναπόφευκτος.» Ο παγκοσμίου φήμης ιατρικός επιστήμων Χανς Σέλυ έδειξε ότι «τα γηρατειά μπορούν να θεωρηθούν ως μια ασθένεια,» και ότι «όπως κάθε άλλη ασθένεια, είναι πιθανόν να προληφθή ή να θεραπευθή.» Σύμφωνα με τον Δρα Λίνος Πωλίν, κάτοχον του Βραβείου Νόμπελ: «Ο άνθρωπος, θεωρητικώς, είναι εντελώς αθάνατος. Οι ιστοί του σώματος του αντικαθίστανται μόνοι τους. Αυτός είναι μια μηχανή που αυτό-επισκευάζεται.» Εν τούτοις, παρά την δυνατότητα ατελευτήτου ζωής, οι άνθρωποι εξακολουθούν να πεθαίνουν. Γιατί;
Μήπως διότι ο θάνατος είναι ένα ελατήριο που εκσφενδονίζει προς την ουράνια ζωή, και έχει φθάσει ο καιρός που ο Θεός θέλει εκείνο το πρόσωπο στον ουρανό; Ή μήπως διότι απλώς, καθώς ο άνθρωπος προχωρεί στην ηλικία, δηλητηριώδεις χημικές ουσίες μέσα στο σώμα φονεύουν περισσότερα κύτταρα απ’ όσα αντικαθίστανται; Είναι αυτή η απάντησις, ή μήπως υπάρχει ένας περισσότερο βάσιμος λόγος, για τον οποίον οι άνθρωποι πεθαίνουν; Είναι απλώς λογικό να θέλωμε να εξακριβώσωμε αυτό που έχει να πη πάνω στο ζήτημα αυτό Εκείνος, που έπλασε τον άνθρωπο.
Η ΓΡΑΦΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ
Δεν είναι δυνατόν να υπάρξη αμφισβήτησις ότι ο με αξιοθαύμαστο τρόπο σχεδιασμένος ανθρώπινος οργανισμός είναι το προϊόν ενός Μεγάλου Δημιουργού, που ενδιαφέρεται για την ευημερία και την ευτυχία του ανθρώπου. Εξετάστε τις αξιοσημείωτες λειτουργίες του σώματος, ειδικώς την ικανότητά του να πολλαπλασιάζη ένα σε απέραντο βαθμό μικρό κύτταρο, σύμφωνα μ’ ένα αριστοτεχνικό σχέδιο, μέχρις ότου αυτό αναδύεται από τη μήτρα της μητρός του ως ένα κύτταρο κατά δισεκατομμύρια πολλαπλάσιο, που είναι το νεογέννητο νήπιο. Είναι παράλογο για οποιονδήποτε να πιστεύη ότι οι σωματικές λειτουργίες, όπως εκείνη της αναπαραγωγής, είναι το αποτέλεσμα μιας επί εκατομμύρια έτη τυφλής, χωρίς σκοπό εξελικτικής αναπτύξεως. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός· είναι η δημιουργία ενός νοήμονος Αριστοτέχνου Εργάτου.
Σε αρμονία με αυτό το λογικό συμπέρασμα είναι οι διδασκαλίες του πιο αρχαίου πάνω στη γη βιβλίου, το οποίον διατηρεί την αυθεντική αφήγησι για τον πρώτον άνθρωπο και τη δημιουργία του από τον Θεό. Το περίφημο αυτό βιβλίο, που σήμερα είναι γενικά γνωστό ως Αγία Γραφή, ή απλώς οι Γραφές, πιστοποιεί ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο τέλειο, ικανόν να ζη για πάντα. Στο πρώτο του μέρος, καλούμενο Γένεσις, εξηγεί: «Και έπλασεν Ιεχωβά ο Θεός τον άνθρωπον από χώματος εκ της γης· και ενεφύσησεν εις τους μυκτήρας αυτού πνοήν ζωής, και έγεινεν ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν.» Ο άνθρωπος, συνεπώς, εδημιουργήθη τέλειος, διότι η Γραφή λέγει για τη δημιουργία του Θεού: «Τα έργα αυτού είναι τέλεια.»—Γέν. 2:7, ΜΝΚ· Δευτ. 32:4.
Αυτό εσήμαινε ότι η ευκαιρία της ατελευτήτου ζωής σ’ έναν γήινο παράδεισο έκειτο ενώπιον του τελείου ανδρός και της συζύγου του. Εφ’ όσον θα εξακολουθούσαν να υπακούουν στον ουράνιο Πατέρα των, Αυτός θα εφρόντιζε ώστε τα σώματα των να λειτουργούσαν κατάλληλα, όπως είχαν σχεδιασθή προς τούτο. Θα διετηρείτο τελεία προσαρμογή, ώστε τα κύτταρα του σώματος ν’ αντικαθίστανται συνεχώς και τα δηλητήρια ν’ αποβάλλωνται. Αυτό εσήμαινε σφριγηλή υγεία και ζωτικότητα γι’ αυτούς, χωρίς ποτέ ν’ αμαυρώνεται κάποια ημέρα από ασθένεια. Αλλά προφανώς κάτι συνέβη για ν’ αλλάξη όλο αυτό. Τι ήταν εκείνο που έκαμε τους ανθρώπους ν’ ασθενούν και να πεθαίνουν;
Η απάντησις δεν μπορεί να ευρεθή από τους λευκοντυμένους επιστήμονας που ερευνούν στους δοκιμαστικούς σωλήνες των εργαστηρίων των. Ούτε βρίσκεται η αλήθεια στις φιλοσοφικές διδασκαλίες εξεχόντων θρησκευτικών ηγετών, που προσπαθούν να γαργαλίσουν τ’ αυτιά εκείνων που πενθούν με αντιγραφικές αστειότητες. Όχι, αλλά η Γραφή, ο Λόγος του Θεού, μας δίνει την πραγματική πληροφορία πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Μας πληροφορεί ότι η συνεχής ζωή του ανθρώπου ως μέλους της μεγάλης οικογενείας του Θεού, που περιελάμβανε ήδη αναρίθμητα εκατομμύρια πνευματικών πλασμάτων, είχε χορηγηθή υπό τον όρον της υπακοής προς Αυτόν ως κεφαλήν της οικογενείας. Εκουσία ανυπακοή θα ετιμωρείτο με θάνατο.
Ο Ιεχωβά Θεός έδωσε οδηγίες περί αυτού στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος αμέσως μετά τη δημιουργία του. Μεταξύ άλλων, είπε στον άνδρα: «Από παντός δένδρου του παραδείσου ελευθέρως θέλεις τρώγει, από δε του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, δεν θέλεις φάγει απ’ αυτού· διότι καθ’ ην ημέραν φάγης απ’ αυτού, θέλεις εξάπαντος αποθάνει.» Αυτή είναι μια σαφής, κατανοητή γλώσσα. Αν ο άνθρωπος παρήκουε, θα επέθαινε.—Γέν. 2:16, 17.
Ο άνθρωπος είχε έτσι δημιουργηθή από τον Θεό, ώστε εχρειάζετο όχι μόνον αέρα για να αναπνέη, νερό για να πίνη και τροφή για να τρώγη, αλλ’ εχρειάζετο, επίσης, να διατηρή κατάλληλες σχέσεις με τον Δημιουργό του. Αποτυχία να το κάμη αυτό θα είχε το ίδιο επιζήμιο αποτέλεσμα όπως η αποτυχία να ικανοποιήση την ανάγκη του σώματος για τροφή και ποτό. Θα ωδηγούσε τελικά στον θάνατο. Και αυτό έκαμε. Όταν οι δύο πρώτοι άνθρωποι, ο Αδάμ και η Εύα, παρήκουσαν εκουσίως και έφαγαν την απαγορευμένη τροφή, ο Θεός τούς έβγαλε έξω από τον παραδεισιακό κήπο, καταδικάζοντας τους σε μια ύπαρξι που έβαινε στον θάνατο στην έξω απ’ αυτόν γη.
Αλλ’ ο θάνατος δεν επακολούθησε αμέσως. Εφόσον ο Θεός τούς είχε δημιουργήσει τελείους, τα σώματα των διακρατούσαν ακόμη τεραστία ζωτικότητα. Τώρα, όμως, ήσαν ατελείς. Ο Θεός είχε αποσύρει την ευλογία του, και, εν καιρώ, η ατέλεια εξεδηλώθη με το ότι εγήρασαν κι έγιναν ασθενείς. Όπως ένα μηχάνημα ακριβείας θα παρουσιάση ελαττώματα και θα χειροτερεύση, αν δεν τίθεται σε λειτουργία σύμφωνα με τους προσδιορισμούς του κατασκευαστού, έτσι και το πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, λόγω της παραβάσεως των νόμων του Πλάστου του, έγινε ατελές, παρουσίασε σημεία ατελείας στον οργανισμό τους, και άρχισε να χειροτερεύη. Υπεισήλθε ασθένεια και νόσος, και τελικά επακολούθησε ο θάνατος. Αφού είχε χρησιμοποιήσει μέχρι τέλους την τεραστία ζωτικότητα του άλλοτε τελείου σώματος του, ο Αδάμ απέθανε σε ηλικία 930 ετών, εντός του ορίου της χιλιετούς ημέρας που είχε θέσει ο Θεός.
Η ασθένεια και ο θάνατος είναι, συνεπώς, το αποτέλεσμα της παρακοής των πρώτων μας γονέων και της αποπομπής των από την οικογένεια του Θεού. Όπως ένα τέλειο μηχάνημα δεν μπορεί να παραχθή από ένα ατελές καλούπι, έτσι ο Αδάμ και η Εύα, στην ατέλεια τους, δεν μπορούσαν να παραγάγουν τέλεια τέκνα, απηλλαγμένα από την κλίσι προς την αμαρτία. Συνεπώς, όλοι οι απόγονοί τους έγιναν ατελείς, υποκείμενοι στην ασθένεια και στον θάνατο.—Ιώβ 14:4.
Ναι, η κλίσις αυτή προς την αμαρτία είναι εκείνη, που φέρει την ευθύνη για την κατάστασι βίας που επικρατεί, όπως στην περίπτωσι του νέου που εφόνευσε την αδελφή του. Είναι, επίσης, υπεύθυνη για την κατάπτωσι του ανθρωπίνου οργανισμού, που τελικά οδηγεί στον θάνατο που οφείλεται στα γηρατειά και την ασθένεια. Αυτό συμβαίνει ακριβώς όπως ο Χριστιανός απόστολος Παύλος εξήγησε: «Δια τούτο καθώς δι’ ενός ανθρώπου [του Αδάμ] η αμαρτία εισήλθεν εις τον κόσμον, και δια της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτω διήλθεν ο θάνατος εις πάντας ανθρώπους, επειδή πάντες ήμαρτον.» Αυτή είναι η αυθεντική Γραφική απάντησις στο γιατί σήμερα οι άνθρωποι γηράσκουν και πεθαίνουν.—Ρωμ. 5:12.
ΕΛΠΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΙ ΝΕΚΡΟΥΣ
Έτσι, αντί να είναι ο Θεός υπεύθυνος για τη βιαιότητα, με την οποία προσφιλή πρόσωπα αποχωρίζονται από τις οικογένειες των, όπως ισχυρίζονται πολλοί κληρικοί, ο άνθρωπος ο ίδιος είναι ο υπαίτιος. Ο Θεός έκαμε διευθετήσεις, ώστε ο άνθρωπος να ζη και ν’ απολαύη ζωή, αλλά το πρώτο ανθρώπινο ζεύγος ήταν εκείνο που εστασίασε κι επέφερε την καταδίκη του θανάτου επάνω στον εαυτό του και σε όλους τους απογόνους του. Αυτό δεν εσήμαινε ότι λαμβάνουν ένα εισιτήριο μεταβάσεως των στον ουρανό, αλλά ότι σύμφωνα με τη Γραφή, στον θάνατο η ενεργός δύναμις της ζωής του ανθρώπου εξέρχεται, «αυτός επιστρέψει εις την γην αυτού· εν εκείνη τη ημέρα οι διαλογισμοί αυτού αφανίζονται.»—Ψαλμ. 146:4.
Συνεπώς, αποτελεί απάτη και ψεύδος το να λέγουν οι κληρικοί ότι ο θάνατος είναι απλώς μια αλλαγή, μια απελευθέρωσις της ψυχής για ν’ απολαύση ζωή σε κάποια άλλη κατάστασι υπάρξεως. Ο άνθρωπος είναι ψυχή· «έγεινεν . . . εις ψυχήν ζώσαν.» (Γεν. 2:7· 1 Κορ. 15:45) Επανειλημμένως δε η Γραφή ομιλεί για την ψυχή ως υποκειμένην στον θάνατο. Παραδείγματος χάριν, στον Ιεζεκιήλ 18:4, όπου λέγει: «Η ψυχή η αμαρτήσασα, αυτή θέλει αποθάνει.»
Ενώ είναι αληθές ότι, όταν οι άνθρωποι πεθαίνουν, δεν έχουν συναίσθησι και δεν μπορούν να νοιώσουν οποιαδήποτε αισθήματα, οι Γραφές προσφέρουν τη μεγάλη ελπίδα αναστάσεως από τον θάνατο. «Μη θαυμάζετε τούτο», είπε ο Ιησούς Χριστός, «διότι έρχεται ώρα, καθ’ ην πάντες οι εν τοις μνημείοις θέλουσιν ακούσει την φωνήν αυτού· και θέλουσιν εξέλθει.» Αν και ο θάνατος είναι ένας τρομερός εχθρός, πόσο παρηγορητικό είναι να γνωρίζωμε για τη θαυμάσια υπόσχεσι του Θεού για μια ανάστασι σε ζωή!—Ιωάν. 5:28, 29.