«Εις Τόπους Τερπνούς» με την Οργάνωσι του Ιεχωβά
Αφήγησις υπό Έβαρτ Τσίττυ
ΠΩΣ μπορεί ένας ν’ αποκτήση την ορθή άποψι σε σπουδαία ζητήματα και προβλήματα, ώστε να λάβη ορθές αποφάσεις; Διεπίστωσα ότι αυτό γίνεται με το να προσέξη τα δημοσιευόμενα λόγια της οργανώσεως του Ιεχωβά, που τον κατευθύνουν σε αρμονία με τις Γραφές. Αληθινά μπορώ να πω ότι αυτό υπήρξε το πρακτικό μέσον κατ’ επανάληψιν που έκαμε να μην πέση ποτέ η αυλαία βαθύπτυχη γύρω μου, αλλά να σηκώνεται ολοένα υψηλότερα σε νέες τερπνές απόψεις αληθειών της Βασιλείας και υπηρεσίας της Βασιλείας.
Η ΑΥΛΑΙΑ ΑΙΡΕΤΑΙ
Η μητέρα μου έφθασε να εκτιμήση την αλήθεια του Θεού στο έτος 1912, και θυμάμαι ότι προσπαθούσε να με κάμη να ενδιαφερθώ για πνευματικά πράγματα. Αλλά στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, που ήμουν, αυτά δεν εύρισκαν απήχησι, πλην του ότι είχα καταλάβει ότι εκείνη είχε αντιληφθή κάτι που εσήμαινε το άπαντον γι’ αυτήν. Ύστερ’ από δύο χρόνια άρχισε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, και σε λίγον καιρό οι νέοι στην Αγγλία έπρεπε να πάρουν στα σοβαρά τη ζωή. Μαζί μ’ ένα μεγαλύτερο αδελφό κι ένα φίλο παρακολούθησα μερικές ομιλίες που εδόθησαν από Σπουδαστάς των Γραφών, όπως ήσαν γνωστοί τότε οι μάρτυρες του Ιεχωβά. Όλοι μας παραδεχθήκαμε το νόημα των θεμελιωδών Γραφικών αληθειών που εδιδάσκαντο τότε. Όσον αφορά δε τη δική μου προοπτική, θα μπορούσε να λεχθή ότι άρχισε να αίρεται η αυλαία.
Ηγέρθη, φυσικά, το ζήτημα της αφιερώσεως. Εγνώριζα ότι αυτό εσήμαινε να δώσω όλη μου τη ζωή στον Θεό να πράττω το θέλημα του, κι εγνώριζα ότι αυτό ήταν ένα προνόμιο κι ένα βήμα που έπρεπε να κάμω. Κατανοούσα, όμως, επίσης ότι μια και θα εγίνετο αυτό, ποτέ δεν μπορούσε ν’ ανακληθή. Τι ήταν εκείνο που μ’ εβοήθησε και με υποκίνησε να λάβω αυτή την απόφασι;
Ήταν η οργάνωσις, που παρέσχε την απαιτούμενη υποβοήθησι, η οργάνωσις του Ιεχωβά. Εργαζόμουν τότε σ’ ένα μεγάλο ασφαλιστικό γραφείο, κινούμενος σε κάθε κατεύθυνσι με τον υπόγειο σιδηρόδρομο. Ήμουν νέος και η όρασίς μου ήταν καλή, και συνήθιζα να διαβάζω πολύ στη διάρκεια των ταξιδιών μου. Θυμάμαι πολύ καθαρά, που διάβαζα ένα πρωί από τον 3 Τόμο των Γραφικών Μελετών περί της σπουδής του να γίνη το ποθούμενο βήμα. Μπορώ να θυμηθώ τώρα και τη σελίδα, ναι, είναι στη σελίδα 257, όπου λέγει: «Εάν τις νεωστί μόνον έτυχε να γνωρίση και αγαπήση τον Κύριον ημών, και επιθυμή να υπηρετήση Αυτόν και την αλήθειαν Αυτού, ας μη αποθαρρυνθή ο τοιούτος. . . . Εάν ίδης την ‘θύραν’ της ευκαιρίας προς θυσίαν και υπηρεσίαν ηνεωγμένην ενώπιόν σου, είσελθε. Είσελθε όμως ταχέως.»
Αυτά ήταν αποφασιστικό για μένα. Αυτή ήταν η στιγμή. Χωρίς υπερβολή, για μένα αυτό εσήμαινε ότι η αυλαία υψώνετο σε μια νέα ζωή. Ήταν μια στιγμή υπερτάτης ευτυχίας, και ήμουν πολύ ευγνώμων στον Ιεχωβά που επρομήθευσε με τις εκδόσεις της Εταιρίας Σκοπιά ακριβώς τα ενθαρρυντικά λόγια που είχα ανάγκη. Εξαίρω αυτό το σημείο στην ιστορία της ζωής μου, διότι φρονώ ότι είναι πολύ ζωτικό. Γνωρίζω ότι είναι. Όχι μόνο στη δική μου ζωή, αλλά και στη ζωή πολλών άλλων, τους οποίους γνωρίζω προσωπικώς, μπορώ να διακρίνω ότι το να προσέχη κανείς στη φωνή της οργανώσεως του Ιεχωβά συχνά υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων ως προς την πορεία που έπρεπε να ληφθή. Αυτή υπήρξε η κρίσιμη δοκιμασία. Η φωνή της οργανώσεως του Θεού, που μιλεί στον τωρινό καιρό, μπορεί να είναι μια δοκιμασία και μπορεί, επίσης, να τονίση ακριβώς πώς πρέπει να υπηρετήται ο Ιεχωβά, δίνοντας λειπτομερή καθοδήγησι και ενθάρρυνσι και προειδοποίησι. Αυτή μπορεί να είναι μια εξερευνητική δοκιμασία για το αν, ή πόσο, παρουσιάζεται ο εαυτός μας στην εικόνα.
Ήταν η φωνή της οργανώσεως, που μ’ έκαμε να προβώ στο επόμενο μεγάλο βήμα στη ζωή μου. Σε μια συνάθροισι της εκκλησίας, έγινε ενθάρρυνσις να εισέλθωμε πληρέστερα στην υπηρεσία του Ιεχωβά και, αν έχωμε ενδιαφέρον, να την αναζητήσωμε. Απεφάσισα να το πράξω και, ως αποτέλεσμα τούτου, εκλήθην στο Μπέθελ, στο τμήμα της Εταιρίας Σκοπιά στο Λονδίνο. Ευχαρίστως δέχθηκα την πρότασι εκείνο το έτος, 1921. Μου εδόθη εργασία στο γραφείο.
ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΜΠΕΘΕΛ
Μη σχηματίζετε την εντύπωσι ότι η ζωή στο Μπέθελ είναι μονότονη. Υπάρχει τακτικότης, πρόγραμμα εργασίας και γευμάτων, με αυστηρότερη προσήλωσι και τήρησι ωρολογίου προγράμματος απ’ όση βρίσκει κανείς γενικά σε πολλά σπίτια. Εν τούτοις, συνηθίζει κανείς γρήγορα σ’ αυτή, και τη βρήκα ως μια μεγάλη ωφέλεια, κι από άποψι υγείας και εκτελέσεως εργασίας. Το να υπηρετή κανείς τον Ιεχωβά στο Μπέθελ είναι ως να υπηρετή «εις τόπους τερπνούς» με την οργάνωσί του λόγω των πολλαπλών ευλογιών.—Ψαλμ. 16:6.
Ένα μεγάλο πλεονέκτημα στη ζωή του Μπέθελ είναι η εκπαίδευσις και η κατάρτισις που παρέχει. Πάντοτε ήταν αληθές ότι στο Μπέθελ λαμβάνει κανείς λεπτομερέστερη και πιο σταθερή εποικοδομητική συμβουλή και καλό παράδειγμα, που υποβοηθούν τόσο πολύ στην προπαρασκευή της διακονίας σε όλες της τις μορφές. Όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα μέλη της οικογενείας Μπέθελ, αυτό μου διήνοιξε τον δρόμο να επισκεφθώ και υπηρετήσω διάφορες εκκλησίες σε ωρισμένα σαββατοκύριακα, μετέχοντας επίσης και σε διάφορες συνελεύσεις και συναθροίσεις, περιλαμβανομένων και των τριών μεγάλων διεθνών συνελεύσεων της Νέας Υόρκης στα έτη 1950, 1953 και 1958.
Ένα άλλο πλεονέκτημα της υπηρεσίας Μπέθελ είναι η ωφέλεια κι η ευχαρίστησις της επισκέψεως διαφόρων εκκλησιών. Γενικά σημαίνει παραμονή στα σπίτια των αδελφών, απόλαυσι της φιλοξενίας των και της συντροφιάς των, ως επίσης γνωριμία και απόκτησι διαρκούς φιλίας με αυτούς. Είναι ακριβώς όπως είπε ο Ιησούς: «Και πας όστις αφήκεν οικίας ή αδελφούς, ή αδελφάς, ή πατέρα, ή μητέρα, ή γυναίκα, ή τέκνα, ή αγρούς [τα αγαθά κανονικού οικιακού βίου], ένεκεν του ονόματός μου, εκατονταπλάσια θέλει λάβει, και ζωήν αιώνιον θέλει κληρονομήσει.»—Ματθ. 19:29.
Κατόπιν, επίσης, μέσα στο ίδιο το Μπέθελ υπάρχει η ευκαιρία της αποκτήσεως πραγματικής φιλίας. Ίσως, όπως εγώ, μερικά άτομα να έχουν ό,τι θεωρείται συνηθισμένη Βρεττανιική επιφυλακτικότης και δεν είναι πάντοτε εύκολο να τους γνωρίση κανείς, αλλά μπορώ θετικά να πω ότι το να μένη κανείς σε σπίτια αδελφών, ή σ’ έναν οίκο Μπέθελ κάτω από μια τέτοια οργανωτική διάταξη καθιστά δυνατές αυτές τις σχέσεις, οι οποίες, εκτός του ότι είναι πολύ τερπνές, μπορεί ν’ αποδειχθή ότι είναι μια πηγή δυνάμεως, βοηθώντας έναν να διατηρήση μια καλή ισορροπία σε δύσκολες περιστάσεις.
Κατόπιν είναι το ζήτημα της προοπτικής. Θυμάμαι πολύ καλά την προοπτική που είχα εκείνα τα πρώτα χρόνια προτού εισαχθώ στο Μπέθελ, από κοινού, νομίζω, με πολλούς άλλους. Το να εισαχθώ στο Μπέθελ εσήμαινε μια ευρύτερη και πληρέστερη ζωή, κι έμαθα πώς να είμαι αυτάρκης κι ευτυχής έχοντας άφθονη ολοχρόνια υπηρεσία. Εγνωρίζαμε ότι έπρεπε να «Διαφημίσωμε τον Βασιλέα και τη Βασιλεία», αλλά τότε δεν υπήρχε αντίληψις του τεραστίου εκπαιδευτικού έργου και της συνάξεως ενός «πολλού όχλου» «άλλων προβάτων» πριν από τον Αρμαγεδδώνα· ούτε δε υπήρχε καν σαφής διάκρισις μιας τέτοιας ομάδος. Βαθμιαίως, όμως, η αυλαία ήρθη, αποκαλύπτοντας ένα συνεχώς ευρυνόμενον ορίζοντα. Πώς έγινε αυτό;
Παρατηρώντας πίσω, μπορώ να ιδώ ότι κάθε φορά αυτό εγίνετο μέσω της οργανώσεως, μέσω της ωργανωμένης τάξεως του «πιστού και φρονίμου δούλου», που διωρίσθη πάνω σε όλα τα υπάρχοντα του Κυρίου. (Ματθ. 24:45-47) Πάντοτε απέβλεπα στις συνελεύσεις, διότι τότε ανεξαιρέτως εδίδετο περαιτέρω διαφώτισις, ή διηνοίγοντο περαιτέρω χαρακτηριστικά της υπηρεσίας της Βασιλείας, πάντοτε βάσει των Γραφών.
Μια από τις πιο έντονες περιπτώσεις, στις οποίες η φωνή της οργανώσεως ασήμαινε πολλά για μένα, ήταν στη διάρκεια των σκοτεινών πολεμικών ετών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το να ζη κανείς μέσα στο Λονδίνον ήταν τότε, από ανθρώπινη άποψι, μια πικρή πείρα. Δεν εγνωρίζαμε πόσο θα διαρκούσε ο πόλεμος, ούτε και την άμεση έκβασί του. Θυμάμαι ότι στην περίοδο της παρατεινομένης εκκρεμότητος πριν από την έκρηξι του πολέμου, με την κραυγαλέα φωνή του Χίτλερ που εξεπέμπετο κάθε τόσο από το ραδιόφωνο, η στάσις μας έναντι του λαού στο από θύρα σε θύρα έργον ήταν ότι επρόκειτο για τον τελευταίο καιρό σ’ αυτό το έδαφος και έπρεπε οι άνθρωποι ν’ αποφασίσουν τι θα εγίνοντο, «πρόβατα» ή «ερίφια».
Ναι, από ανθρώπινη άποψι, φρονούσα ότι η προοπτική ήταν σκοτεινή και αβέβαιη. Θα ετελείωνε στον Αρμαγεδδώνα; Τότε, συνεχιζομένου του πολέμου, ήλθε μήνυμα ότι η Εταιρία εσχεδίαζε να ιδρύση σ’ ένα «Αγρόκτημα της Βασιλείας» στην πολιτεία της Νέας Υόρκης μια σχολή προς εκπαίδευσιν ιεραποστόλων, για να υπηρετήσουν σε ξένους αγρούς. Αυτό έλεγε τόμους για μένα. Ήταν η φωνή της ελπίδος κι επαγγελίας της οργανώσεως του Ιεχωβά, που έδειχνε τι ήταν εμπρός μου. Ήταν μια ξαφνική άρσις της αυλαίας.
Έτσι, μεταφορικώς και πνευματικώς η αυλαία ήρθη, καθιστώντας με ικανό να μετέχω στον πνευματικό αποκαταστημένο παράδεισο, που προελέχθη στο εδάφιο Ησαΐα 55:12: «Θέλετε εξέλθει εν χαρά, και οδηγηθή εν ειρήνη· τα όρη και οι λόφοι θέλουσιν αντηχήσει έμπροσθεν σας υπό αγαλλιάσεως, και πάντα τα δένδρα του αγρού θέλουσιν επικροτήσει τας χείρας.» Τι ευχάριστη θέσι για να είναι κανείς!
Αυτός ο πνευματικός παράδεισος υπήρξε έκδηλος με απτούς τρόπους. Αν μου ελέγετο από τις αρχές του 1920 ότι σε σαράντα χρόνια θα ζούσα και θα υπηρετούσα σ’ έναν ωραίο κι ευρύχωρο νέο οίκο Μπέθελ, ίσως θα γελούσα όπως έκαμαν ο Αβραάμ και η Σάρρα, όταν τους ελέχθη κάτι που εφαίνετο αδύνατο. (Γεν. 17:17· 18:12) Εργάζομαι ακόμη στο γραφείο, αλλά τι γραφείο! Έχω ένα μεγάλο γραφείο με παράθυρα σε όλο το μήκος της μιας πλευράς, που παρέχουν θέα ευρείας εκτάσεως ουρανού και δένδρων, με μια μεγαλειώδη γηραιά κέδρο που είναι κοντά. Τι ευχάριστη θέσις για εργασία! Όπως μας είπε πριν από λίγον καιρό ο υπηρέτης μας ζώνης, Αδελφός Χόφμαν: «Είναι σαν να ζη κανείς σ’ έναν αποκαταστημένο παράδεισο».
Είχα, επίσης, τον ίδιο φίλο και σύνοικο στα τελευταία τριάντα και πλέον χρόνια, τον Αδελφό Έντγαρ Κλαίη, του οποίου την ιστορία ζωής θα έχετε ήδη διαβάσει· και τώρα συμμεριζόμεθα ένα θελκτικό δωμάτιο, μια πολύ ευχάριστη κατοικία με ωραία θέα προς νότον, κι ένα πρόσθετο παράθυρο που παρέχει θέα σε σπαρμένους αγρούς και υψούμενα δένδρα και στον δύοντα ήλιο με όλη του τη λαμπρότητα.
Επειδή προσέχω τη φωνή της οργανώσεως του Θεού, μπορώ να λέγω, μαζί με χιλιάδες Χριστιανών αδελφών μου, ότι, με τα λόγια του ψαλμωδού Δαβίδ, «Αι μερίδες μου έπεσον εις τόπους τερπνούς.»—Ψαλμ. 16:6.