Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Βιβλική Προφητεία
ΠΟΛΛΑ άτομα απεφοίτησαν από ανώτερα εκπαιδευτήρια νομίζοντας ότι γνωρίζουν την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αλλά συχνά τα άτομα αυτά αγνοούν τελείως το πιο σπουδαίο γεγονός περί Αλεξάνδρου: Η σταδιοδρομία του σχετικά με την ταχεία κατάκτησι είχε προλεχθή στη Βιβλική προφητεία.
Ο Ιεχωβά είχε πληροφορήσει από πριν τον προφήτη του Δανιήλ για την έγερσι και την πτώσι των παγκοσμίων δυνάμεων. Μεταξύ των ετών 618 και 535 π.Χ. ο Δανιήλ έλαβε από τον Θεό προφητείες σχετικά με την έγερσι της Ελλάδος ως παγκοσμίου δυνάμεως για την υποσκέλισι της Μηδο-Περσίας και σχετικά με τον ρόλο που επρόκειτο να παίξη ο Αλέξανδρος σ’ αυτή την υπόθεσι. Περίπου διακόσια χρόνια πριν γεννηθή ο Αλέξανδρος, ο Δανιήλ είχε προείπει τον κατακτητή της Μηδο-Περσίας: «Και θέλει σηκωθή βασιλεύς δυνατός, και θέλει εξουσιάζει εν δυνάμει μεγάλη, και κάμει κατά την θέλησιν αυτού. Και καθώς σταθή, θέλει συντριφθή η βασιλεία αυτού, και θέλει διαιρεθή εις τους τέσσαρας ανέμους του ουρανού· πλην ουχί εις τους απογόνους αυτού.»—Δαν. 11:3, 4.
Αυτός ο «βασιλεύς δυνατός» ανήλθε στον θρόνο της Μακεδονίας σε ηλικία είκοσι ετών, το έτος 336 π.Χ. Αυτό ήταν το ίδιο έτος, που ο βασιλεύς της τετάρτης παγκοσμίου δυνάμεως, της Μηδο-Περσίας, έλαβε τον θρόνον, δηλαδή, ο Δαρείος Γ΄. Μια ταχεία κατάκτησις της Μηδο-Περσίας και άλλων εθνών είχε προλεχθή στις Βιβλικές προφητείες. Η έγερσις της Μακεδονικής ή Ελληνικής γραμμής κοσμοκρατοριών είχε προλεχθή, λόγου χάριν, στο Δανιήλ 7:6 υπό ένα σύμβολο λεοπαρδάλεως με «τέσσαρας πτέρυγας πτηνού»· στο Δανιήλ 8:5 υπό το σύμβολον ενός τράγου που ήρχετο «από της δύσεως επί πρόσωπον πάσης της γης, και δεν ήγγιζε το έδαφος.» Δεν μένομε σε αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του τράγου, διότι ο Δανιήλ είπε: «Και ο τριχωτός τράγος είναι ο βασιλεύς της Ελλάδος.»—Δαν. 8:21.
Το γεγονός ότι ο συμβολικός τράγος δεν ήγγιζε το έδαφος και η συμβολική λεσπάρδαλις είχε φτερά, τι φανερώνουν; Ταχύτητα και γοργότητα κατακτήσεως. Ας ιδούμε με ποια γοργότητα ο Αλέξανδρος κατέκτησε τον κόσμο σε εκπλήρωσι της Βιβλικής προφητείας.
Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Ο στρατός του δεν ήταν μέγας σε αριθμό. Ο Αλέξανδρος είχε περίπου 30.000 πεζούς και 5.000 ιππείς. Αλλ’ ο στρατός ήταν καλά ωργανωμένος. Οι περισσότεροι των αξιωματικών είχαν πείρες σε εκστρατείες υπό τον πατέρα του Αλεξάνδρου, Φίλιππον τον Β΄. Ο Φίλιππος ήταν εκείνος που εισήγαγε τη φάλαγγα, ο δε Αλέξανδρος την ετελειοποίησε.
Τι προσέδωσε στη φάλαγγα τον μοναδικό χαρακτήρα της; Ήταν αφ’ ενός τα όπλα και αφ’ ετέρου ο συντονισμός των στρατιωτών ως ατόμων. Τα μέλη της φάλαγγος ήσαν βαριά ωπλισμένα, εφωδιασμένα με περικεφαλαία, πανοπλία και μια ασπίδα που επροστάτευε το μεγαλύτερο μέρος του σώματος. Τα κύρια όπλα των ήσαν μια λόγχη ή δόρυ μάκρους δεκατριών έως δεκαοκτώ ποδών κι ένα βραχύ Ελληνικό ξίφος. Συνήθως παρετάσσοντο κατά δεκαέξη ζυγούς, οι δε λόγχες των πρώτων πέντε στοίχων προεξείχαν πέρα από το μέτωπο, σχηματίζοντας φοβερό φραγμό σε οποιονδήποτε εχθρό· οι οπίσθιοι στοίχοι έθεταν τις λόγχες των στους ώμους των πρόσθεν. Τα μέλη της φάλαγγος ετύγχαναν εντατικής γυμναστικής ασκήσεως για να καθίσταται δυνατή η ενότης, η ακρίβεια και η ταχύτης. Ο Αλέξανδρος συνέδεσε τη φάλαγγα με βαριές μονάδες ιππικού. Χρησιμοποιούσε δε και ελαφρά ωπλισμένα στρατεύματα για ειδικούς σκοπούς.
Στις όχθες του ποταμού Γρανικού, ο Αλέξανδρος κατήγαγε την πρώτη του νίκη εναντίον των δυνάμεων του Πέρσου βασιλέως, Δαρείου Γ΄. Το Περσικό ιππικό είχε παραταχθή στην όχθη του ποταμού, το δε πεζικό ετηρείτο στα μετόπισθεν σ’ εφεδρεία. Ο Αλέξανδρος, που ενεφανίσθη με τον στρατόν του στην απέναντι όχθη του ποταμού, ήταν, όπως το διατυπώνει ένας ιστορικός, «ιδιαίτερα περίβλεπτος από την ασπίδα του και το από φτερά λοφίον που επεσκίαζε την περικεφαλαία του, στις δύο πλευρές της οποίας υψώνοντο δύο ‘πτέρυγες,’ μεγάλου μήκους, τόσο πολύ λευκές, που εθάμβωναν τα μάτια του παρατηρητού.» Στη μάχη που επακολούθησε, το Περσικό ιππικό, μολονότι πολύ υπέρτερο αριθμητικώς από του Αλεξάνδρου, δεν μπορούσε να φέρη αποτελεσματική αντίστασι στη φάλαγγα με την παράταξι των μακρών δοράτων. Το Περσικό πεζικό, που είχε ιδεί τη μεταξύ των ιππικών μάχη που μόλις είχε λήξει καταστρεπτικά για τους Πέρσας, ετράπη κατόπιν εις φυγήν. Η νίκη του Αλεξάνδρου ενέσπειρε τον τρόμο στους Πέρσας, ειδικά εξαιτίας του μεγάλου αριθμού φονευθέντων Περσών μεγιστάνων, εκ των οποίων δύο από το ίδιο το χέρι του Αλεξάνδρου.
Ένας φημισμένος στρατηγός στην υπηρεσία των Περσών, ο εκ Ρόδου Μέμνων, επενόησε ένα σχέδιο για να σταματήση τον Αλέξανδρο. Οι Πέρσαι θα μετέφεραν τον πόλεμο στη Μακεδονία και θ’ ανάγκαζαν τον Αλέξανδρο να επιστρέψη στη χώρα του. Ετοιμάσθηκαν πλοία κι επεβιβάσθησαν στρατεύματα. Αλλ’ έξαφνα πέθανε ο Μέμνων. Ο Δαρείος δεν εξετέλεσε τα σχέδια του Μέμνωνος να χρησιμοποιήση Περσικό πλούτο και πλοία για να μεταφέρη τον πόλεμο στη Μακεδονία. Ο Δαρείος απεφάσισε να διεξαγάγη μια γενική μάχη, στην οποία θ’ ανελάμβανε αυτός προσωπικά την αρχηγία. Ο Πέρσης βασιλεύς συνεκέντρωσε ένα τεράστιο στράτευμα από 600.000 άνδρες περίπου. Ο Δαρείος βασιζόμενος στην αριθμητική δύναμι του στρατού του, και ανυπομονώντας για μια γενική μάχη, άφησε τον Αλέξανδρο να προχωρήση χωρίς αντίστασι, ακόμη και μέσ’ από ορεινές διαβάσεις και ατραπούς, που θα μπορούσαν ν’ αποτελέσουν τρομερά φρούρια Περσικής αμύνης.
Στη μάχη της Ισσού που επακολούθησε, οι Πέρσαι ήσαν απροετοίμαστοι ν’ αντιμετωπίσουν το αιφνίδιον και την ορμητικότητα της Μακεδονικής επιθέσεως. Ο Δαρείος Γ΄, στο άρμα του, διέκρινε τη λιποταξία μέρους των δυνάμεων του κι εστράφη κι έφυγε με τους πρωτίστους φυγάδες. Η κατατρόπωσις του Περσικού στρατού ήταν πλήρης, ο δε Αλέξανδρος συνέλαβε αιχμαλώτους ακόμη και τη μητέρα του Δαρείου, τη σύζυγό του, την αδελφή του, τον μικρό του γυιό και τις δύο θυγατέρες του—που είχαν φερθή για να παραστούν μάρτυρες μιας αναμενομένης θεαματικής νίκης του Δαρείου.
Η ΠΤΩΣΙΣ ΤΗΣ ΤΥΡΟΥ
Μετά τη μάχη της Ισσού, ο Αλέξανδρος δεν συνέχισε την καταδίωξι του Δαρείου. Αντί τούτου, ο Αλέξανδρος έστρεψε την προσοχή του στην Τύρο. Ο Βασιλεύς της Βαβυλώνος Ναβουχοδονόσορ είχε καταστρέψει την ηπειρωτική Τύρο πριν από πολλά χρόνια, μετά από μια δεκατριετή πολιορκία. Ο Ιεχωβά Θεός εχρησιμοποίησε τον Ναβουχοδονόσορ ως δούλον του για να τιμωρήση τη γη της Τύρου. (Ιεζ. 29:18-20) Τώρα η νέα Τύρος, η νησιωτική πόλις, επρόκειτο να τιμωρηθή, όπως είχε προλεχθή από τον προφήτη του Θεού Ζαχαρία: «Ιδού, ο Ιεχωβά θέλει σκυλεύσει αυτήν· και θέλει πατάξει εν τη θαλάσση την δύναμιν αυτής· και αυτή θέλει καταναλωθή εν πυρί.» (Ζαχ. 9:4, ΜΝΚ) Ο σκοπός του Ιεχωβά να τιμωρήση τη νήσο Τύρο για την υπερηφάνεια και την ανομία της είχε ως αποτέλεσμα μια από τις πάρα πολύ ασυνήθεις κατακτήσεις στην ιστορία.
Η Τύρος αρνήθηκε να επιτρέψη στον Αλέξανδρο την είσοδο στην πόλι. Ο Αλέξανδρος ωργίσθη και απείλησε να διαρρήξη τις πύλες της πόλεως αν δεν τις άνοιγαν. Η απειλή αυτή δεν έκαμε εντύπωσι στους Τυρίους. Μήπως δεν είχε αποδειχθή η νησιωτική πόλις απόρθητη από εχθρούς; Εξ άλλου, τι θα μπορούσε ο Αλέξανδρος να κάμη με φάλαγγες και ιππικό αλλά χωρίς ναυτικό εναντίον μιας νησιωτικής πόλεως; Δεν ανέμεναν ποσώς οι Τύριοι ότι ο Αλέξανδρος θα κατέβαλλε όλη την προσπάθεια να κατασκευάση ένα επιχωματωμένο δρόμο ή μώλο για να φθάση στο νησί των!
«Το ότι η μέθοδος επιθέσεως του Αλεξάνδρου δεν ανεμένετο δεν είναι παράδοξο,» λέγει ο Ουάλας Β. Φλέμιγκ στην Ιστορία της Τύρου, «διότι δεν υπήρχε προηγούμενον αυτής στα πολεμικά χρονικά. Τα τείχη που περιέβαλλαν την πόλι ανέβαιναν σε ύψος εκατόν πενήντα ποδών στην πλευρά που αντίκρυζε τη στερεά γη. Οι λίθοι των τειχών ήσαν τέτοιου μεγέθους και τόσο καλά τοποθετημένοι, ώστε να είναι ασφαλείς από οποιαδήποτε μηχανικά μέσα επιθέσεως που θα ετίθεντο σε ενέργεια από την ασταθή επιφάνεια των υδάτων. Επιτυχής επίθεσις ήταν αδύνατη, εκτός αν οι πολεμικές μηχανές εστήνοντο πάνω σε στερεό έδαφος κι ανεβιβάζοντο στο ύψος του τείχους. Αλλ’ η νήσος εχωρίζετο απ’ την ξηρά μ’ ένα πορθμό πλάτους μισού μιλίου, μέσω του οποίου το ρεύμα έτρεχε πολύ γρήγορα και ο οποίος, ιδιαίτερα όταν έπνεε νότιος άνεμος, ήταν πολύ επικίνδυνος στη ναυσιπλοΐα.»
Αλλ’ από πού ο Αλέξανδρος θα επρομηθεύετο υλικό, με το οποίον να κατασκευάση ένα μώλο προς τη νήσο; Βέβαια, πολύ απ’ αυτό το υλικό θα μπορούσε να προέλθη από τα ερείπια της αρχαίας Τύρου. Ο Αρριανός, ο Έλλην ιστορικός που έγραψε μια βιογραφία του Αλεξάνδρου, βασισμένη σε συγγράμματα δύο από τους στρατηγούς του, αφηγείται ότι ο Αλέξανδρος απέξυσε την ίδια τη γη της αρχαίας Τύρου και την έθεσε μέσα στο νερό. Αυτή η πράξις του Αλεξάνδρου είχε προλεχθή στη Βιβλική προφητεία, διότι ο Ιεχωβά είχε πει: «Και θέλω ξύσει το χώμα αυτής απ’ αυτής, και καταστήσει αυτήν ως λειόπετραν. . . . Και θέλουσι ρίψει εις το μέσον των υδάτων τους λίθους σου, και τα ξύλα σου, και το χώμά σου.»—Ιεζ. 26:4, 12.
Το έργον στον μώλο συχνά διεκόπτετο. Ισχυρά ρεύματα παρέσυραν μέρος των έργων. Πλοία του ναυτικού της Τύρου επλησίαζαν και τοξόται παρηνώχλουν τους εργάτας. Οι Τυριακές προσπάθειες και τα ισχυρά ρεύματα κατεκρήμνισαν μέγα μέρος της κατασκευής, κι ο Αλέξανδρος επανέλαβε την προσπάθειά του από την αρχή. Αυτή τη φορά απεφάσισε να κατασκευάση έναν πλατύτερο μώλο για να μπορέσουν να στηθούν περισσότερες μηχανές εναντίον της πόλεως. Ολόκληρα δένδρα εχρησιμοποιήθησαν. Αλλά Τύριοι δύται εβυθίζοντο στο νερό και προσήρμοζαιν άγκιστρα στα κλαδιά που προεξείχαν. Απέσυραν τα δένδρα, προκαλώντας την κατάρρευσι διαφόρων τμημάτων των έργων. Ο Αλέξανδρος εχρειάσθη ένα ναυτικό για να προστατεύση τους εργάτας του. Απ’ τη Σιδώνα, την Άραδο, τη Βύβλο, την Κύπρο και άλλα μέρη ο Αλέξανδρος συνεκέντρωσε ένα ναυτικό από διακόσια περίπου πλοία. Οι Τύριοι, κατάπληκτοι από το γεγονός που μπόρεσε ο Αλέξανδρος τόσο ξαφνικά ν’ αποκτήση ένα τόσο ισχυρό ναυτικό, απεφάσισαν να μη συνάψουν γενική ναυμαχία. Ο Αλέξανδρος, έχοντας ένα στόλο για να προστατεύση τα έργα κατασκευής, γρήγορα έφερε το μώλο ως το τείχος της πόλεως.
Για να λύση το πρόβλημα του ύψους του τείχους, ο Αλέξανδρος κατεσκεύασε καταπληκτικούς κινητούς πύργους. «Μια κρεμαστή γέφυρα στο πρόσθιο μέρος των πύργων καθιστούσε δυνατόν ένα αιφνιδιασμό κατά των τειχών του εχθρού,» λέγει ο Βέρνερ Κέλλερ στο βιβλίον Η Αγία Γραφή ως Ιστορία. «Ήσαν οι υψηλότεροι πολιορκητικοί πύργοι που εχρησιμοποιήθησαν ποτέ στην ιστορία των πολέμων. Ο καθένας απ’ αυτούς τους πύργους είχε είκοσι πατώματα, η δε ανώτατη εξέδρα έφθανε, μ’ ένα ύψος πάνω από 160 ποδών, πολύ υπεράνω και των υψηλοτέρων τειχών της πόλεως.»
Οι Τύριοι αντενήργησαν προσδένοντας μεγάλους γάντζους σε μακρά σχοινιά και ρίχνοντάς τους εναντίον των στρατιωτών, που ήσαν πάνω στους πύργους και τους οποίους έσυραν στον θάνατο. Οι Τύριοι κατεσκεύασαν μηχανήματα που εξετόξευαν πυρακτωμένο μέταλλο εναντίον του εχθρού. Επίσης εθέρμαιναν άμμο σε ορειχάλκινα και σιδερένια ταψιά και την έχυναν πάνω στους στρατιώτας του Αλεξάνδρου που επλησίαζαν στο τείχος. Η άμμος, εισχωρώντας μέσ’ από την πανοπλία, προξενούσε τέτοιον πόνο, ώστε οι στρατιώται απέρριπταν την πανοπλία των, εκθέτοντας τον εαυτό τους στα βέλη που εξετοξεύοντο από τα τείχη.
Ο Αλέξανδρος διέταξε μια γενική επίθεσι. Οι Μακεδόνες που ήσαν στους πύργους εμάχοντο για να περάσουν τις κρεμαστές γέφυρες. Πλοία με πολεμικούς κριούς προσέβαλαν το τείχος της πόλεως βορείως και νοτίως του μώλου. Τα πλοία της νοτίας πλευράς γρήγορα έκαμαν ένα ρήγμα. Ερρίφθησαν γέφυρες και διέβησαν ομάδες εφόδου από άλλα πλοία. Ο Αλέξανδρος απεβιβάσθη με μια από τις ομάδες εφόδου και ήταν μεταξύ των πρώτων στο τείχος. Εν τω μεταξύ, το ναυτικό του Αλεξάνδρου κατώρθωσε να διανοίξη τον δρόμο του προς το λιμάνι της Τύρου και κατετρόπωσε τον εκεί εγκεκλεισμόνο Τύριο στόλο. Σε λίγο οι Μακεδόνες εισήρχοντο στην Τύρο απ’ όλες τις διευθύνσεις. Τρομακτική ήταν η σφαγή στους δρόμους και στις πλατείες. Οι Μακεδόνες, έξαλλοι από την πείσμονα αντίστασι της πόλεως, δεν έδειξαν έλεος. Ένα μέγα μέρος της Τύρου επυρπολήθη. Περίπου 8.000 Τύριοι εθανατώθησαν και 2.000 νεανίαι ανεσκολοπίσθησαν στην ακτή της θαλάσσης εις αντίποινα του φόνου Μακεδόνων αιχμαλώτων. Περίπου 30.000 Τύριοι επωλήθησαν σε δουλεμπόριο. Η πολιορκία είχε διαρκέσει από τα μέσα Ιανουαρίου ως τα μέσα του Ιουλίου του 332 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος κατόπιν εισήλθε στην Ιερουσαλήμ, όπου, όπως λέγει ο ιστορικός Κάρολος Ρόλλιν, στο βιβλίο του Αρχαία Ιστορία, «ο αρχιερεύς τού έδειξε κατόπιν τα εδάφια εκείνα της προφητείας του Δανιήλ, που λέγονται γι’ αυτόν τον «μονάρχη. . . . Μπορούμε εύκολα να φαντασθούμε τη μεγάλη χαρά και τον θαυμασμό που κατέλαβαν τον Αλέξανδρο, όταν άκουσε τέτοιες σαφείς, τέτοιες εμπεριστατωμένες κι επωφελείς επαγγελίες. Προτού αναχωρήση από την Ιερουσαλήμ, συνεκέντρωσε τους Ιουδαίους και τους είπε να ζητήσουν οποιαδήποτε χάρι.»
Ο Αλέξανδρος κατόπιν επροχώρησε στην Αίγυπτο, η οποία, καταπονημένη από τον Περσικό ζυγό, τον εχαιρέτισε ως απελευθερωτή. Στο στόμιον του Νείλου ίδρυσε την πόλι της Αλεξανδρείας, το 332 π.Χ.
Ο Αλέξανδρος εστράφη πάλι προς βορράν κι εξεκίνησε για τη Βαβυλώνα μ’ ένα στράτευμα περίπου 47.000 ανδρών. Ο Δαρείος 3 έκαμε διάφορες προτάσεις ειρήνης. Στην τελευταία του πρότασι, ο Αλέξανδρος απήντησε στον πρέσβυ του Δαρείου: «Αν αυτός [ο Δαρείος] είναι ικανοποιημένος να ταχθή ως δεύτερος μετά από μένα, χωρίς να ισχυρίζεται ότι είναι ίσος με εμένα, τότε θα μπορούσα ίσως να τον ακούσω. Πες του ότι ο κόσμος δεν θα επιτρέψη δύο ήλιους, ούτε δύο κυριάρχους.»
ΝΙΚΗ ΣΤΑ ΓΑΥΓΑΜΗΛΑ
Ο Δαρείος, λοιπόν, προπαρεσκευάσθη για μάχη. Αυτή τη φορά ο Δαρείος συνεκέντρωσε ένα στράτευμα δύο φορές τόσο όσο είχε πολεμήσει στην Ισσό. Συνεσώρευσε στράτευμα περίπου 1.000.000 ανδρών. Ο Αλέξανδρος, με τους 47.000 άνδρες του, διέβη τον Ευφράτη και τον Τίγρητα και αντιμετώπισε τον Δαρείον επί κεφαλής του κολοσσιαίου αυτού στρατεύματος κοντά στο χωριό Γαυγάμηλα, περίπου δεκαοκτώ μίλια βορειοανατολικά των ερειπίων της Νινευή. Ο Δαρείος έθεσε εμπρός από τη γραμμή του διακόσια άρματα ωπλισμένα με δρέπανα και δεκαπέντε ελέφαντας. Μ’ αυτά ο βασιλεύς Δαρείος ήλπιζε να κατακόψη τις φάλαγγες του Αλεξάνδρου, διασκορπίζοντάς τες έτσι, ώστε να καταστούν εύκολη λεία στις επελάσεις του Περσικού ιππικού.
Καθώς άρχισε η μάχη, τα άρματα κροταλίζοντας διέσχισαν την πεδιάδα, επιτιθέμενα εναντίον των φαλάγγων. Αλλ’ ο Αλέξανδρος είχε θέσει ελαφρά στρατεύματα για να εξουδετερώση τα άρματα. Ετραυμάτιζαν ίππους και οδηγούς με βλήματα. Τα λίγα άρματα που έφθαναν στη φάλαγγα διέβαιναν χωρίς να προξενούν βλάβη, διότι οι λογχοφόροι εσχημάτιζαν στις γραμμές των ανοίγματα γι’ αυτά· στα μετόπισθεν δε τα αιχμαλώτιζαν εύκολα. Η μάχη ήταν μανιώδης. Τα δόρατα της φάλαγγος βαθμιαίως έλαμπαν ολοένα πλησιέστερα προς τον Δαρείον όταν δε ο αρματηλάτης του βασιλέως κατέπεσε πληγωμένος από ένα ακόντιο, ο Δαρείος επήδησε από το άρμα του, ανέβη σ’ ένα άλογο κι έφυγε καλπάζοντας από το πεδίον της μάχης. Σε λίγο ο Περσικός στρατός ακολουθούσε τον αρχηγό του—υποχωρώντας πανικόβλητος. Ο Αλέξανδρος κατεδίωξε τους φυγάδας· κατά δε τον Αρριανόν εφονεύθησαν 300.000 Πέρσαι. Ο Δαρείος, που είχε τραπή σε φυγή, εφονεύθη από άνδρες που ήσαν άλλοτε σύμμαχοί του.
ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΒΥΛΩΝΑ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΟΥΝ
Η Βαβυλών αμέσως παρεδόθη. Ο Αλέξανδρος απεφάσισε να κάμη αυτή την πόλι πρωτεύουσα του κόσμου. Εισήγαγε διάφορα μεγάλα οικοδομικά προγράμματα στη Βαβυλώνα. Αλλά τα σχέδιά του να κάμη και πάλι τη Βαβυλώνα μεγάλη πόλι δεν μπορούσαν να επιτύχουν, διότι αυτή τη φορά ο Αλέξανδρος ήταν σε αντίθεσι με τη Βιβλική προφητεία. Ο Θεός του ουρανού, μέσω του προφήτου του Ησαΐα είχε δηλώσει: «Η Βαβυλών . . . θέλει είσθαι ως ότε κατέστρεψεν ο Θεός τα Σόδομα και τα Γόμορρα· ουδέποτε θέλει κατοικηθή, ουδέ θέλει κατασκηνωθή έως γενεάς και γενεάς.» (Ησ. 13:19, 20) Έτσι, τα σχέδια του Αλεξάνδρου για την ανοικοδόμησι της Γραφικώς καταδικασμένης Βαβυλώνος κατέρρευσαν· μετά δε την επάνοδο του στη Βαβυλώνα από περαιτέρω κατακτήσεις, ο ευωχούμενος Αλέξανδρος πέθανε από ένα πυρετό, στο τριακοστό τρίτο έτος της ζωής του, το έτος 323 π.Χ.
Τι επρόκειτο να γίνη η αυτοκρατορία του; Η Βιβλική προφητεία διεσαφήνισε ότι «θέλει συντριφθή η βασιλεία αυτού, και θέλει διαιρεθή εις τους τέσσαρας ανέμους του ουρανού· πλην ουχί εις τους απογόνους αυτού.» (Δαν. 11:4) Όσο για τον συμβολικό τράγο, ο άγγελος του Θεού είπε στον Δανιήλ: «Και ο τριχωτός τράγος είναι ο βασιλεύς της Ελλάδος· και το κέρας το μέγα, το μεταξύ των οφθαλμών αυτού, αυτός είναι ο πρώτος βασιλεύς. Το δε ότι συνετρίβη, και ανέβησαν τέσσαρα αντ’ αυτού, δηλοί ότι τέσσαρα βασίλεια θέλουσιν εγερθή εκ του έθνους τούτου· πλην ουχί κατά την δύναμιν αυτού.»—Δαν. 8:21, 22.
Οι λόγοι του Θεού δεν μπορούν ν’ αποτύχουν· σύμφωνα δε με την προφητεία στο 301 π.Χ. που ήταν το έτος της αποφασιστικής μάχης της Ιψού, τέσσερες στρατηγοί του Αλεξάνδρου ανέλαβαν την εξουσία. Ο ιστορικός Ρόλλιν, σχολιάζοντας τούτο και την απόφασι του Θεού σχετικά με τη Βαβυλώνα, έγραψε: «Τίποτε δεν καταδεικνύει εμφανέστερα τη δύναμι και βαρύτητα της ακατανίκητης αυτής κατάρας από τις προσπάθειες του πιο ισχυρού άρχοντος που εκυριάρχησε ποτέ· ένας άρχων, ο πιο ισχυρογνώμων που υπήρξε ποτέ, ως προς τη διεξαγωγή των σχεδίων του· ένας άρχων, του οποίου καμμιά πολεμική επιχείρησις δεν απέτυχε ποτέ, αλλ’ ο οποίος απέτυχε σ’ αυτό [στην ανοικοδόμησι της Βαβυλώνος], αν και δεν εφαίνετο τόσο δύσκολο όσο τα λοιπά. . . . Μπορεί οποιοδήποτε πράγμα να είναι πιο θαυμάσιο, πιο θείο, από μια σειρά προφητειών, που είναι όλες τόσο σαφείς, τόσο ακριβείς, και τόσο εμπεριστατωμένες προφητείες που φθάνουν ως το σημείο να τονίσουν ότι ένας άρχων θα πέθαινε χωρίς ν’ αφήση κανένα διάδοχο από την ίδια του οικογένεια, και ότι τέσσερες από τους στρατηγούς του, θα διανείμουν την αυτοκρατορία του μεταξύ των;»
Η σταδιοδρομία του Μεγάλου Αλεξάνδρου δείχνει με ποια ακρίβεια εκπληρώνεται η Βιβλική προφητεία· αυτό, πάλι, δοξάζει τον Πρωτουργό της προφητείας αυτής, Ιεχωβά Θεό. Όλοι όσοι επιθυμούν να έχουν επιτυχία σε ό,τι κάνουν, ας ρυθμίσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τον προφητικό λόγο του Θεού, του οποίου οι λόγοι ποτέ δεν ματαιώνονται.