Γραμματείς του Θεού—Ποιοι Ήσαν;
Ο Συγγραφεύς της Βίβλου είναι Ένας, ο Ιεχωβά Θεός. Εν τούτοις, αυτός εχρησιμοποίησε ανθρωπίνους αντιπροσώπους για να καταγράψουν αυτόν τον Λόγον για μας. Ποιοι ακριβώς ήσαν αυτοί οι γραμματείς;
Ο ΙΕΧΩΒΑ Θεός ο ίδιος έγραψε τις Δέκα Εντολές πάνω σε λίθινες πλάκες. Για όλο το υπόλοιπο μέρος της βίβλου εχρησιμοποίησε ανθρώπινα όργανα για να καταγράψουν τον Λόγον του. Υπήρξαν τριάντα πέντε περίπου απ’ αυτούς τους γραμματείς και όλοι τους ήσαν Ιουδαίοι. Προήρχοντο απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις και απείχε σε χρόνο ο ένας από τον άλλον έως 1.500 χρόνια περίπου. Οι άγιοι αυτοί «άνθρωποι του Θεού» «υπό του πνεύματος του αγίου κινούμενοι ελάλησαν.»—2 Πέτρ. 1:21· Ρωμ. 3:1, 2.
Το να γνωρίζωμε ακριβώς ποιοι ήσαν αυτοί κατ’ άτομα θα ενισχύση την πίστι μας. Είναι αληθές ότι δεν έχομε άμεση μαρτυρία για κάθε περίπτωσι, αλλ’ υπάρχει επαρκής ένδειξις ώστε ένας Χριστιανός μπορεί να υπερνικήση όλους τους σκεπτικιστάς, των οποίων η επίθεσις εναντίον του κύρους της Γραφής στηρίζεται σε μια αμφισβήτησι περί του ποιος έγραψε το καθένα βιβλίο.
Η Πεντάτευχος, ή τα πέντε πρώτα βιβλία της Γραφής, αποδίδεται στον Μωυσή. Αυτή αρχικά ήταν ένας τόμος και διηρέθη χάριν ευχερείας. Μολονότι κατ’ επανάληψιν αναγινώσκομε για το τι έγραψε ο Μωυσής ή ενετάλη να γράψη, τα ίδια τα βιβλία δεν αναγράφουν με πολλές λέξεις ότι ο Μωυσής τα έγραψε.—Έξοδ. 34:27· Αριθμ. 33:1, 2· Δευτ. 31:9.
Το ότι πράγματι ο Μωυσής τα έγραψε δεν είναι μόνο ένα λογικό συμπέρασμα και η φωνή της Ιουδαϊκής παραδόσεως, αλλά και μαρτυρία του υπολοίπου μέρους της ίδιας της Γραφής. Μέσα σ’ αυτή βρίσκομε διακόσιες περίπου παραπομπές στο «βιβλίον του νόμου του Μωυσέως», και λοιπά, σε είκοσι επτά διάφορα βιβλία.—Ιησ. Ναυή 8:31· 2 Βασ. 21:8· Έσδρας 6:18· Πράξ. 15:21.
Κάτω από το φως των ανωτέρω, το μεγαλύτερο μέρος της Πεντατεύχου δεν παρουσιάζει πρόβλημα· ο Μωυσής απλώς ανέγραψε, ό,τι είδε και άκουσε, Αλλά τι θα λεχθή για όλα όσα αναγράφονται στην Πεντάτευχο περί δημιουργίας, περί πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία, περί Κατακλυσμού, περί οικοδομήσεως του πύργου της Βαβέλ, και των λοιπών; Η τελευταία απόδειξις δείχνει ότι ο Μωυσής έλαβε αυτή την πληροφορία από ένδεκα τουλάχιστον προγενέστερες γραπτές ιστορίες.
Αρχαιολογικές ανακαλύψεις πιστοποιούν ότι το γράψιμο υπήρχε πριν από τον Κατακλυσμό. Το ότι ο Αδάμ εγνώριζε πώς να γράφη είναι επομένως ένα λογικό συμπέρασμα, που συνάγεται από ό,τι αναγινώσκομε στη Γένεσι 5:1 (ΜΝΚ): «Τούτο είναι το βιβλίον της ιστορίας του ανθρώπου». Η λέξις που μεταφράζεται ενταύθα «ιστορία» είναι τολεδόθ, και σημαίνει, μεταξύ άλλων, ιστορία ή ιστόρησις καταγωγής, «ιστορικές αρχές». Απαντάται στο τέλος ενός εγγράφου και είναι γνωστόν ως κολοφών, που καθορίζει την ταυτότητα του συγγραφέως των όσων συνέβησαν προηγουμένως. Η ίδια αυτή έκφρασις βρίσκεται στη Γένεσι 2:4 (ΜΝΚ), όπου διαβάζομε: «Αύτη είναι η ιστορία του ουρανού και της γης, ότε εκτίσθησαν αυτά.» Πολύ πιθανώς ο Αδάμ το έγραψε κι αυτό. Εκτός απ’ αυτές τις δύο ιστορίες, η Γραφή ομιλεί για εννέα άλλες, που εχρησιμοποίησε ο Μωυσής, στη Γένεσι 6:9· 10:1· 11:10, 27· 25:12, 19· 36:1, 9· 37:2 (ΜΝΚ).
Η αρχαιολογία δείχνει ότι οι ιστορίες ή αφηγήσεις εγράφοντο με σφηνοειδή γραφίδα πάνω σε πινακίδες από μαλακό πηλό, οι οποίες κατόπιν εψήνοντο στον ήλιο. Η γραφή αυτή, γνωστή ως σφηνοειδής, εξακολούθησε να χρησιμοποιήται και μετά τη χρήσι της μελάνης και του παπύρου. Τα πήλινα αυτά στοιχεία μετεβιβάζοντο από γενεά σε γενεά, και αναμφιβόλως αυτά μετεφέρθησαν κατά τον Κατακλυσμό από τον Νώε και τους γυιούς του. Ο Μωυσής, εκπαιδευμένος σε όλη τη μάθησι των Αιγυπτίων, δεν θα εδυσκολεύθη να τα αποσαφηνίση και τα μεταφράση στην Εβραϊκή που μιλούσε αυτός και ο λαός του στον καιρό της Εξόδου. Όχι ότι ο Μωυσής κατ’ ανάγκην τα αντέγραφε λέξιν προς λέξιν· η από τον Θεό έμπνευσις τον καθωδήγησε να τα εκδώση, όπως ακόμη τον καθωδήγησε και τι να καταγράψη για τους δικούς του καιρούς. Οι ένδεκα αυτές ιστορίες εκτείνονται από τη δημιουργία ως το εδάφ. Γένεσις 37:2, στον καιρό του Ιακώβ και των γυιών του. Εκτός από τον Αδάμ, οι συγγραφείς ή κάτοχοι ήσαν ο Νώε, οι γυιοί του Νώε, ο Θάρα, ο Ισμαήλ, ο Ισαάκ, ο Ησαύ κι ο Ιακώβ. Το υπόλοιπο της ιστορήσεως, που προηγείται από τη ζωή του, μπορούσε ο Μωυσής εύκολα να το παραλάβη από τον πατέρα του Αμράμ, ο οποίος αναμφιβόλως το είχε ακούσει από τα χείλη του μακροβίου πάππου του Λευί.—Πράξ. 7:22.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΗ ΩΣ ΤΗΝ ΕΣΘΗΡ
Ερχόμενοι τώρα στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή, παρατηρούμε ότι η περιστατική απόδειξις υποστηρίζει έντονα την Ιουδαϊκή παράδοσι που φέρει τ’ όνομα εκείνου που την έγραψε. Το εδάφ. Ιησούς του Ναυή 6:25 τονίζει ότι η Ραάβ ζούσε όταν εγράφετο το βιβλίο, πράγμα που φανερώνει ότι εγράφη από κάποιον που ζούσε στον καιρό των γεγονότων που καταγράφονται. Λογικά συμπεραίναμε ότι ο συγγραφεύς του βιβλίου είναι ο Ιησούς του Ναυή. Εκτός απ’ αυτό, τι το λογικώτερο από το να συμπεράνουμε ότι όπως ακριβώς ο Ιεχωβά εχρησιμοποίησε τον Μωυσή για να ιστορήση τα γεγονότα της ζωής του (και περισσότερα), έτσι θα μπορούσε να χρησιμοποιήση και τον διάδοχο του Μωυσέως να κάμη το ίδιο; Ως βοηθός του Μωυσέως ο Ιησούς του Ναυή είχε πολλές ευκαιρίες να μάθη περί ιστορήσεως γεγονότων.
Ποιος έγραψε το επόμενο βιβλίο, Κριταί; Πολύ πιθανόν ο Σαμουήλ. Αυτό τα βιβλίο κατ’ επανάληψιν χρησιμοποιεί την έκφρασι, «κατ’ εκείνας τας ημέρας δεν ήτο βασιλεύς εν τω Ισραήλ», υπονοώντας ότι υπήρχε βασιλεύς στον Ισραήλ, όταν εγράφη το βιβλίο. Το βιβλίο λέγει, επίσης, ότι οι Ιεβουσαίοι ήσαν ακόμη στην Ιερουσαλήμ. Αφού εξεδιώχθησαν στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Δαβίδ, έπεται ότι το βιβλίο πρέπει να είχε γραφή επί βασιλείας του Σαούλ και συνεπώς στη διάρκεια της ζωής του Σαμουήλ. Δεν θα χρησιμοποιούσε λογικά ο Ιεχωβά τον τότε πρώτον επίγειο εκπρόσωπό του για να καταγράψη τον λόγον του;—Κριτ. 1:21· 7:6.
Το ίδιο ακριβώς νήμα συλλογισμού υποδεικνύει τον Σαμουήλ ως συγγραφέα και του βιβλίου της Ρουθ. Εν τούτοις, προκειμένου για τα δύο «βιβλία Σαμουήλ, καταλαμβανόμεθα από έκπληξι διότι είναι πολύ προφανές ότι αυτός δεν μπορεί να είχε γράψει το δεύτερο· πραγματικά δε, ούτε και όλο το πρώτο, διότι αυτό μας λέγει για τον θάνατο του Σαμουήλ, στο 1 Σαμ. 25:1. Απάτη μήπως; Καθόλου! Τα δύο βιβλία αρχικά αποτελούσαν έναν τόμο και συνεπώς είναι λογικό να συμπεράνωμε ότι οι δύο εκείνοι προφήται, Νάθαν και Γαδ, οι οποίοι, ως διάδοχοι του Σαμουήλ, πολύ πιθανώς το συνεπλήρωσαν, επροτίμησαν να παραμείνουν ανώνυμοι.—1 Χρον. 29:29.
Ερχόμενοι στα δύο βιβλία Βασιλέων, εδώ πάλι παρατηρούμε ότι τα Γραφικά συμπεράσματα υποστηρίζουν την Ιουδαϊκή παράδοσι κατονομάζοντας τον γραφέα, δηλαδή, τον Ιερεμία. Πολλές Εβραϊκές λέξεις και εκφράσεις εμφαίνονται μόνο σ’ αυτά τα δύο βιβλία και στην προφητεία του Ιερεμία, δείχνοντας τον ίδιο συγγραφέα. Και τα δύο έργα εκδηλώνουν εκτίμησι του Νόμου και φλέγοντα ζήλο για την αγνή λατρεία του Ιεχωβά. Τα βιβλία Βασιλέων ομιλούν για τις συνθήκες της Ιερουσαλήμ μετά την έναρξι της αιχμαλωσίας, πράγμα που δείχνει ότι ο συγγραφεύς δεν είχε μεταχθή στη Βαβυλώνα, όπως δεν μετήχθη ο Ιερεμίας. Το βιβλίο του Ιερεμία και τα βιβλία Βασιλέων συμπληρώνουν το ένα το άλλο, αφού γίνεται μια σύντομη σκιαγραφία των γεγονότων στο ένα, αν καλύπτωνται αυτά πλήρως στο άλλο. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι τα βιβλία των Βασιλέων, μολονότι περιγράφουν τους προφήτας, δεν κάνουν μνεία για τον Ιερεμία, όσο εξέχον κι αν ήταν το έργον του. Η μόνη λογική εξήγησις είναι ότι, ο Ιερεμίας, έχοντας μιλήσει για το έργο του στο βιβλίο που φέρει το όνομά του, παρέλειψε κάθε μνεία του εαυτού του στα βιβλία των Βασιλέων.
Το ότι προεξέχει το ιερατικό στοιχείο στα βιβλία 1 και 2 Χρονικών υποδεικνύει έναν ιερέα, όπως ο Έσδρας, ως συγγραφέα των, όπως αυτό γίνεται, επίσης, και με τις ομοιότητες που βρίσκονται στα τελικά λόγια του βιβλίου 2 Χρονικών και στα αρχικά λόγια του Έσδρα. Το ότι αυτά εγράφησαν στην εποχή του Έσδρα καθίσταται σαφές απτό τις πολλές Χαλδαϊκές εκφράσεις που περιέχουν, και οι οποίες προφανώς απεκτήθησαν στη Βαβυλώνα. Πολύ εύλογα, λοιπόν, η Ιουδαϊκή παράδοσις υποδεικνύει τον Έσδρα ως τον συγγραφέα των βιβλίων 1 και 2 Χρονικών.
Το βιβλίο του Έσδρα ομιλεί για δύο ομάδες εξορίστων, που επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ. Ο Έσδρας ανέλαβε την ηγεσία στη δεύτερη ομάδα και, λογικά, αυτός είναι εκείνος που θα μας πη για το γεγονός αυτό, πράγμα που εμφαίνεται από το ότι χρησιμοποιεί το πρώτο πρόσωπο στα κεφάλαια 7, 8 και 9. Χωρίς ν’ αφήνεται αμφισβήτησις ως προς τον συγγραφέα του επομένου βιβλίου της Γραφής, αυτό αρχίζει με τη φράσι «Λόγοι Νεεμία».
Τι θα πούμε για το βιβλίο της Εσθήρ; Ποιος ήταν τόσο ενδεδειγμένος για να είναι ο συγγραφεύς του όσο ο εξάδελφος της Μαροδοχαίος; Αυτός ασφαλώς ήταν σε θέσι να ξέρη όλα τα γεγονότα και είχε την ευλογία του Ιεχωβά. Η Μεγάλη Συναγωγή των Ιουδαίων και ο Ιώσηπος κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα.
ΑΠΟ ΙΩΒ ΕΩΣ ΜΑΛΑΧΙΑ
Το βιβλίο του Ιώβ μπορεί κάλλιστα να είναι το αρχαιότερο απ’ όλα τα βιβλία της Γραφής, οι δε παραπομπές στον Ιώβ, που βρίσκονται στο Ιεζεκιήλ 14:14, 20 και στην επιστολή Ιακώβου 5:11, αποδεικνύουν ότι ο Ιώβ έζησε πραγματικά. Όσο για τον συγγραφέα του βιβλίου, όλες οι ενδείξεις στρέφονται προς τον Μωυσή. Το βιβλίο του Ιώβ είναι γεμάτο από μεγαλειώδη και δυνατή ποίησι, όπως αυτή πού βρίσκομε στην Έξοδο κεφ. 15 και Δευτερονόμιο κεφ. 32. Παρόμοιες εκφράσεις βρίσκονται στο βιβλίο του Ιώβ και στην Πεντάτευχο. Επίσης, φαίνεται ότι τα γεγονότα του βιβλίου του Ιώβ συνέβησαν περίπου στον καιρό, που ο Ισραήλ κατεδυναστεύετο, κι έτσι ο Μωυσής θα μπορούσε να είχε μάθει περί του Ιώβ ενόσω ήταν στην έρημο της Μαδιάμ, μετά τη φυγή του απ’ τον Φαραώ. Επίσης, σημαίνοντες πρώτοι Χριστιανοί απέδωσαν στον Μωυσή τη συγγραφή του βιβλίου του Ιώβ.
Αντίθετα προς τη λαϊκή εντύπωσι, ο Δαβίδ δεν έγραψε όλους τους ψαλμούς. Έγραψε μόνο εβδομήντα δύο από τους εκατόν πενήντα. Μεταξύ των άλλων συγγραφέων των ψαλμών ήσαν ο Μωυσής, ο Σολομών, ο Ασάφ και οι γυιοί του Κορέ. Τριάντα τέσσερες από τους ψαλμούς είναι ανώνυμοι. Όσο για το επόμενο βιβλίο, τις Παροιμίες, το ίδιο αυτό βιβλίο φανερώνει ότι ο Σολομών έγραψε τα πρώτα είκοσι εννέα κεφάλαια, ο Αγάρ το τριακοστό κι ο Βασιλεύς Λεμουήλ το τριακοστό πρώτο. Το βιβλίο του Εκκλησιαστού (1:1, 12) αποκαλύπτει τον Βασιλέα Σολομώντα ως συγγραφέα του, όπως ακριβώς κάνει κι ο τίτλος του επομένου βιβλίου, του Άσματος των Ασμάτων.
Οι συγγραφείς των επομένων πέντε βιβλίων της Γραφής ήσαν ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας (δύο), ο Ιεζεκιήλ και ο Δανιήλ. Υπήρξε ένας πραγματικός κατακλυσμός βιβλίων από συγγραφείς, που προσπαθούσαν ν’ αποδείξουν ότι ο Ησαΐας δεν έγραψε ο ίδιος ολόκληρο το βιβλίο που φέρει τ’ όνομά του. Οι αρνηταί του, όμως, δεν μπορούν να συμφωνήσουν περί του αν το βιβλίο εγράφη από δύο, τρείς ή και περισσοτέρους διαφόρους «Ησαΐας». Αλλά μήπως δεν μπορεί ένα βιβλίο να έχη διαφόρους τύπους εκφράσεως, που να προσαρμόζονται στα ποικίλα αγγέλματα, χωρίς την ανάγκη πολλών συγγραφέων; Ασφαλώς! Για τους Χριστιανούς ο Θεόπνευστος απόστολος Παύλος τακτοποιεί το ζήτημα, διότι παραθέτει περικοπές από τα δήθεν διάφορα τμήματα του βιβλίου και αποδίδει στον Ησαΐα όλα αυτά. Βλέπε Ρωμαίους, κεφάλαια εννέα και δέκα.
Ο προφήτης Ιερεμίας δικαιωματικά θεωρείται ως ο συγγραφεύς του βιβλίου των Θρήνων. Το γραφικό του ύφος, καθώς και ο χρόνος της συγγραφής του, αλάνθαστα υποδεικνύουν αυτόν.
Το βιβλίο του Δανιήλ πάντοτε υπήρξε ο επίλεκτος στόχος των ανωτέρων κριτικών. Φαίνονται όλοι να συμφωνούν ότι δεν είναι δυνατόν να εγράφη παρά εκατοντάδες χρόνια ύστερ’ από τον καιρό που ο Δανιήλ έζησε. Εν τούτοις, μέγα μέρος των επιθέσεων των έχει αμβλυνθή από τα αρχαιολογικά ευρήματα, για τους Χριστιανούς δε τακτοποιούν το ζήτημα τα λόγια του Ιησού Χριστού, διότι αυτός παρέθεσε περικοπές από το βιβλίο και τις απέδωσε στον Δανιήλ.—Ματθ. 24:15.
Μετά από τον Δανιήλ έρχονται δώδεκα λεγόμενοι μικρότεροι προφήται, η κάθε μια δε από τις προφητείες των καθορίζεται από το όνομα του συγγραφέως της. Αν υπάρχη μια εξαίρεσις, θα μπορούσε να είναι του Μαλαχία, του οποίου το όνομα σημαίνει «Αγγελιαφόρος του Γιάχ», και το οποίον μπορεί να είναι ένα ψευδώνυμο, που εχρησιμοποιήθη από τον προφήτη Νεεμία για να μη επιστηθή η προσοχή στον εαυτό του. Όλα τα στοιχεία προσαρμόζονται τέλεια στον καιρό του Νεεμία, κι ωστόσο ο Μαλαχίας δεν μνημονεύεται από τον Νεεμία. Ο ζήλος του Μαλαχία βέβαια παραβάλλεται με τον ζήλο που εκδηλώνεται από τον Νεεμία.
ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΡΑΦΕΣ
Καθόσον μπορεί να εξακριβωθή, ο Μωυσής άρχισε να γράφη τη Βίβλο κατά το έτος 1513 π.Χ., οι δε Εβραϊκές Γραφές συνεπληρώθησαν με τη συγγραφή του Νεεμία ή Μαλαχία κατά το έτος 442 π.Χ. Επί πέντε σχεδόν αιώνες δεν υπήρξε κανένα Θεόπνευστο σύγγραμμα από Θείον γραμματέα. Γιατί; Αναμφιβόλως διότι τα γεγονότα του καιρού εκείνου εστερούντο προφητικής σημασίας. Αλλ’ όταν ο Υιός του Θεού ήλθε στο έθνος Ισραήλ ως ο υποσχεμένος Μεσσίας, αυτό δεν συνέβαινε πια. Τότε συνέβαιναν γεγονότα μεγίστης σπουδαιότητος και υπήρχαν νέες αποκαλύψεις του Θείου θελήματος για τους δούλους του επάνω στη γη. Αυτό κατέληξε στην προσθήκη είκοσι επτά βιβλίων στον λόγον του Θεού, των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών, που εσφαλμένως ωνομάσθησαν «Καινή Διαθήκη», όπως και οι Εβραϊκές Γραφές εσφαλμένως ωνομάσθησαν «Παλαιά Διαθήκη».
Ποιοι ήσαν οι συγγραφείς των βιβλίων των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών; Τα αρχαία χειρόγραφα παπύρων και η μαρτυρία των πρώτων Χριστιανών βοηθούν απαράλλακτα στο να δοθή απάντησις στο ερώτημα. Αποδίδουν τα τέσσερα Ευαγγέλια σ’ εκείνους των οποίων φέρουν τα ονόματα. Η μνεία του Λουκά περί του ιδίου του Ευαγγελίου στο βιβλίο των Πράξεων, καθώς και η απ’ αυτόν χρήσις του πρώτου προσώπου στην αφήγησι μερικών από τα ταξίδια του με τον Παύλο, αποδεικνύουν ότι αυτός πράγματι έγραψε και τα δύο βιβλία. Μολονότι δε μερικοί επέμειναν ότι δεν ήταν ο απόστολος Ιωάννης που έγραψε το Ευαγγέλιο, το οποίον φέρει τ’ όνομά του, αποδεικνύονται πλανώμενοι από ένα αρχαιολογικό εύρημα μέρους του Ευαγγελίου του, γραμμένου μεταξύ των ετών 100 και 150 και το οποίον βρέθηκε κάτω στην Αίγυπτο. Το να φθάση ένα τμήμα κάτω στην Αίγυπτο εκείνο τον καιρό δείχνει ότι το Ευαγγέλιο του Ιωάννου πρέπει να είχε γραφή στη διάρκεια της ζωής του και όχι πενήντα περίπου χρόνια αργότερα, όπως ισχυρίζονται οι ανώτεροι κριτικοί.
Όσο για τις επόμενες δεκατέσσερες επιστολές, που εγράφησαν από τον Παύλο, όλες εκτός από την τελευταία αποκαλύπτουν αυτόν ως τον συγγραφέα των. Το ότι αυτός, επίσης, έγραψε και την προς Εβραίους επιστολή διασαφηνίζεται από τα επόμενα στοιχεία: Οι πρώτοι Χριστιανοί κατονομάζουν τον Παύλον ως τον συγγραφέα· ένας κατάλογος όλων των επιστολών του, που κατηρτίσθη ενωρίς τότε, περιλαμβάνει και την προς Εβραίους επιστολή· το ύφος της συγγραφής, η χρήσις λογικής και η παράταξις της Γραφικής μαρτυρίας, δείχνουν όλα με τον καλύτερο τρόπο ότι ανήκουν στον Παύλο. Όσο για τα υπόλοιπα συγγράμματα των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών, αυτά όλα κατονομάζουν τους οικείους συγγραφείς των: Ιάκωβος, Πέτρος (δύο επιστολές), Ιωάννης (τρείς επιστολές και Αποκάλυψις) και Ιούδας.
Έτσι, έχομε περίπου τριάντα πέντε συγγραφείς, αρχίζοντας από τον Μωυσή και τελειώνοντας στον απόστολο Ιωάννη, που καλύπτουν μια χρονική περίοδο 1.600 περίπου ετών κι εχρησιμοποιήθησαν για να γράψουν τα εξήντα έξη βιβλία της Αγίας Γραφής. Τα γεγονότα και οι εμπεριστατωμένες ενδείξεις συγκλίνουν στο ν’ αποδείξουν ότι οι συγγραφείς των βιβλίων αυτών έζησαν πραγματικά στον καιρό που λέγεται ότι έζησαν και έγραψαν. Αυτή η πληροφορία δεν είναι μόνον ένα θέμα ενδιαφέροντος, αλλ’ είναι και ενισχυτική της πίστεως μας. Επί πλέον, μας καθιστά ικανούς ν’ απαντούμε στις επιθέσεις που γίνονται εναντίον της γνησιότητος του λόγου του Θεού, ο οποίος επιζή παρ’ όλες τις προσπάθειες των εχθρών του να τον καταστρέψουν.—1 Πέτρ. 1:25.