Ερωτήσεις από Αναγνώστας
● Σχετικά με το εν ύδατι βάπτισμα, γιατί είναι κατάλληλο να λεχθή ότι ένας πεθαίνει ως προς την «περασμένη πορεία ζωής» αντί ως προς το «δικό του θέλημα»; Πώς θα μπορούσε αυτό να εφαρμοσθή στο εν ύδατι βάπτισμα του Ιησού;
Η λέξις «θέλημα» σημαίνει μια ικανότητα με την οποίαν ο Θεός επροίκισε τα νοήμονα πλάσματα, και με την οποίαν αυτά συνειδητώς και εσκεμμένα αποφασίζουν για μια πορεία ενεργείας που επιθυμούν να λάβουν. Είναι η Θεόδοτη δύναμις του να εκλέγη κανείς τις ίδιες του πράξεις· είναι η συνειδητή ενέργεια του να θέλωμε.
Όταν ένας πιστός, που εδιδάχθη από τη Γραφή, κάμη μια νοήμονα αφιέρωσι του εαυτού του με προσευχή στον Ιεχωβά Θεό δια του Ιησού Χριστού, δεν πεθαίνει ως προς αυτή την ικανότητα θελήσεως. Στην ίδια την πράξι της αφιερώσεως αυτός έπρεπε ν’ ασκήση τη δύναμι της θελήσεώς του με μεγάλη δύναμι και αποφασιστικότητα για να κάμη αυτή την απόφασι για όλη την αιωνιότητα. Για να κάμη το βήμα του βαπτίσματος στο ύδωρ έπρεπε ν’ ασκήση τη δύναμι της θελήσεώς του υπακούοντας στην εντολή του Θεού δια Χριστού. Μετά το βάπτισμά του, το οποίον συμβολίζει την αφιέρωσί του στον Θεό, έχει συνεχή ανάγκη της ικανότητος της θελήσεως. Δεν γίνεται ένα μηχάνημα χωρίς θέλησι, ένα αυτόματο ή ρομπότ ή κούκλα που κινείται και λειτουργεί μόνο με τη θέλησι κάποιου άλλου. Πρέπει να χρησιμοποιήση το θέλημά του πιο συνειδητά από κάθε προηγούμενη φορά, για να εναρμονίση τις μελλοντικές του αποφάσεις με τον γραπτό λόγο του Θεού και συχνά σύμφωνα με τις οδηγίες που έρχονται μέσω της ορατής οργανώσεως του Θεού. Πρέπει να προσδιορίση τι θέλησε ο Θεός και κατόπιν να θέλη σύμφωνα με ό,τι ο Θεός επιθυμεί. Πρέπει ν’ αποφασίση υπέρ εκείνου που είναι για τα καλύτερα συμφέροντα της βασιλείας του Θεού και του ωργανωμένου λαού του Θεού και του ιδίου ως Χριστιανού.
Λόγου χάριν, μπορεί να πρόκειται ν’ αποφασίση αν πρέπει να νυμφευθή ή όχι. Γι’ αυτό πρέπει ν’ ασκήση τη θέλησί του ως προς το ποια πρέπει να είναι η απόφασίς του. Προς υποστήριξιν τούτου, ο απόστολος Παύλος έγραψε: «Εάν τις νομίζη ότι ασχημονεί προς την παρθένον αυτού, αν παρήλθεν η ακμή αυτής, και πρέπη να γείνη ούτως, ας κάμη ό,τι θέλει, δεν αμαρτάνει· ας υπανδρεύωνται. Όστις όμως στέκει στερεός εν τη καρδία, μη έχων ανάγκην, έχει όμως εξουσίαν περί του ιδίου αυτού θελήματος, και απεφάσισε τούτο εν τη καρδία αυτού, να φυλάττη την εαυτού παρθένον, πράττει καλώς.» (1 Κορ. 7:36, 37) Όσο για τις χήρες, ο απόστολος λέγει: «Εάν δε ο ανήρ αυτής αποθάνη, είναι ελευθέρα να υπανδρευθή με όντινα θέλει, μόνον να γίνεται τούτο εν Κυρίω.» (1 Κορ. 7:39) Αυτή έχει ελευθερίαν θελήσεως να νυμφευθή και πάλι, αλλά μόνο να νυμφευθή άνδρα, ο οποίος είναι σε ενότητα με τον Κύριο.
Συνεπώς, όταν ένας ευγνώμων σπουδαστής της Γραφής κάμη στοργικά αφιέρωσι του εαυτού του στον Θεό και συμβολίζη την αφιέρωσι αυτή με το εν ύδατι βάπτισμα, πεθαίνει ως προς την παλαιά του πορεία ενεργείας, όχι ως προς την ικανότητα της θελήσεώς του. Στο παρελθόν η πορεία της ενεργείας του απέβλεπε στο να ευαρεστήση τον εαυτό του ή πλάσματα, τα οποία αυτός αγαπούσε, εσέβετο ή εφοβείτο. Μετά την αφιέρωσί του, η οποία εσυμβολίσθη με το εν ύδατι βάπτισμα, ακολουθεί μια νέα πορεία ενεργείας, την πορεία του να ευαρεστή τον Ιεχωβά Θεό κάνοντας εκείνο που θέλησε ο Θεός. Συνετά, λοιπόν, εκπαιδεύει τη συνειδητή δύναμι της θελήσεώς του για να κάνη αποφάσεις σύμφωνες με ό,τι θέλει ο Θεός.
Βέβαια, η λέξις «θέλημα» ενέχει και την έννοια εκείνου που θέλομε· έναν πόθο ή επιθυμία. Σε αρμονία με αυτή την έννοια της θελήσεως προσευχόμεθα: «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου· ελθέτω η βασιλεία σου· γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης.» (Ματθ. 6:9, 10) Απ’ αυτή την άποψι, όταν λαμβάνωμε το βήμα της αφιερώσεως, ερχόμεθα να κάμωμε το θέλημα του Θεού και όχι πια το δικό μας. Αλλά για να πράττωμε στο εξής το θέλημα του Θεού πρέπει πάντοτε να τηρούμε στη διάνοιά μας τι είναι αυτό ή πρέπει να προσδιορίζωμε και να μαθαίνωμε τι είναι το θέλημα του Θεού. Τότε πρέπει να θέλωμε συνειδητά, νοημόνως, εσκεμμένως να το πράττωμε χωρίς φόβο πλασμάτων.
Ο Ιησούς πάντοτε έκανε το θέλημα του Θεού, ακόμη κι ως ξυλουργός στη Ναζαρέτ, ακόμη κι όσον καιρό «υπήκουε» στους επιγείους γονείς του. Είπε: «Κατέβην εκ του ουρανού, ουχί δια να κάμω το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με.» (Ιωάν. 6:38-40) Όταν ο Ιησούς, κατά την ηλικία των τριάντα ετών, ήλθε να κάμη το θέλημα του Ιεχωβά σε εκπλήρωσι του Ψαλμού 40:7, 8, πέθανε ως προς την περασμένη του πορεία ζωής επάνω στη γη. Έπαυσε να διάγη τη ζωή ενός αφανούς πολίτου της Ναζαρέτ, μακριά απ’ τα βλέμματα του κοινού· κατέθεσε τα ξυλουργικά του εργαλεία· βγήκε από κάθε υποτέλεια σε επίγειο γονέα, είτε στον Ιωσήφ είτε στη Μαρία· άφησε τον οίκον όπου είχε ωρισμένες ευθύνες ως ο μεγαλύτερος και πρωτότοκος υιός της οικογενείας. Ανέλαβε να εκτελέση ωρισμένες ζωτικές εκπληρώσεις του Θείου νόμου δια Μωυσέως ως αναγομένας στο ιερατείο, ως αναγομένας στην ιδιότητα του προφήτου, όπως εκείνη του Μωυσέως, κλπ., ειδικά δε ως προς τη βασιλεία, της οποίας ήταν κληρονόμος μέσω του Βασιλέως Δαβίδ της Ιερουσαλήμ. Αφωσιώθη στα συμφέροντα της βασιλείας την οποίαν ανήγγελλε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής.
Ο Ιησούς, αφού έκαμε αυτό το βήμα κι εβαπτίσθη στο ύδωρ για να πιστοποιήση αυτό το βήμα του, είχε ακόμη τη δύναμι της συνειδητής του θελήσεως. Δεν είχε πεθάνει ως προς αυτήν. Η θέλησίς του πάντοτε ήταν να πράττη το θέλημα του Θεού, οτιδήποτε κι αν ήταν τότε το θέλημα του Θεού. Εξακολούθησε να πράττη το θέλημα του Θεού, όπως ακριβώς έκανε και στο παρελθόν. Εν τούτοις, κάνοντας το θέλημα του Θεού μετά το εν ύδατι βάπτισμά του, έπρεπε να ασκή το θέλημά του πιο σταθερά από κάθε προηγούμενη φορά. Γιατί; Διότι ήταν θέλημα του Ιεχωβά να καταστήση τον αρχηγό της ανθρωπίνης σωτηρίας «τέλειον . . . δια των παθημάτων.» Αυτό απήτησε άσκησι της θελήσεως του Ιησού για ν’ αποφασίση ν’ αντιμετωπίση παθήματα και να περάση από αυτά. «Αυτός έπαθε πειρασθείς.» Και υπό δοκιμασίαν έπρεπε να θελήση να παραμείνη αληθής, πιστός κι ευπειθής στον Θεό. (Εβρ. 2:10, 18) «Καίτοι ων υιός [του Θεού], έμαθε την υπακοήν αφ’ όσων έπαθε.» Για να εξακολουθήση να θέλη ορθά, έπρεπε να προσφέρη «μετά κραυγής δυνατής και δακρύων . . . δεήσεις και ικεσίας προς τον δυνάμενον να σώζη αυτόν εκ του θανάτου, και εισηκούσθη δια την ευλάβειαν αυτού.» (Εβρ. 5:7, 8) Όταν ήταν σε αγωνία κι ο ιδρώς του έγινε σαν σταγόνες αίματος που έπεφταν στη γη, προσηυχήθη στον Θεό: «Ουχί το θέλημά μου, αλλά το σον ας γείνη.» (Λουκ. 22:41-44) Αυτό απαιτούσε την έντονη άσκησι της δυνάμεως της θελήσεώς του.
Αφού εβαπτίσθη ο Ιησούς στον θάνατο κι ανεστήθη εκ νεκρών, είχε ακόμη τη δύναμι της θελήσεώς του. Όταν ο Πέτρος τον ερώτησε για το μέλλον του αποστόλου Ιωάννου, ο Ιησούς απήντησε: «Εάν αυτόν θέλω να μένη εωσού έλθω, τι προς σε; συ ακολούθει μοι.» (Ιωάν. 21:22, 23) Συνεπώς, ο δοξασμένος Ιησούς Χριστός στον ουρανό ασκεί τώρα τη δύναμι της θελήσεώς του σε αρμονία με την αφιέρωσί του και σε πλήρη συμφωνία με την υποδειγματική προσευχή του στον Θεό: «Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης.»
Είναι, λοιπόν, κατάλληλο να λεχθή σχετικά με το εν ύδατι βάπτισμα του αφιερωμένου υποψηφίου: «Σημαίνει ότι η περασμένη του πορεία ζωής θάπτεται (σαν με κατάδυσι στο νερό) και αυτός ανέρχεται από το νερό για να πράττη μόνο το θέλημα του Θεού και να περιπατή σε νέα ζωή κατόπιν.»—Η Σκοπιά 1ης Οκτωβρίου 1955, σελίς 296, παραγρ. 8.
● Γιατί, στη Μετάφρασι Νέου Κόσμου, το εδάφιο Λουκάς 11:2 παραλείπει από τη πρότυπη προσευχή που εδίδαξε ο Ιησούς στους μαθητές του το μέρος που λέγει: «Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης»;—Ρ. Μ., Η.Π.Α.
Στο Λουκάς 11:2 μερικές μεταφράσεις περιλαμβάνουν τις λέξεις: «Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης,» διότι μερικά από τα παλαιά Ελληνικά χειρόγραφα περιέχουν αυτές τις λέξεις. Εν τούτοις, το αρχαιότερο από τα πιο αυθεντικά Ελληνικά χειρόγραφα, δηλαδή, το Βατικανόν Χειρόγραφον 1209, παραλείπει αυτές τις λέξεις. Γι’ αυτό, το Ελληνικό κείμενον υπό Ουέστκοττ και Χορτ, που είναι το κείμενον στο οποίον κυρίως στηρίζεται η Μετάφρασις Νέου Κόσμου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών, και το Ελληνικόν κείμενον υπό του Γερμανού λογίου Ντ. Έμπερχαρντ Νέστλε, παραλείπουν τις λέξεις αυτές. Γι’ αυτό το λόγο η Μετάφρασις Νέου Κόσμου των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών δεν περιέχει τις λέξεις αυτές, μολονότι βρίσκονται στη διατύπωσι της προσευχής του Ιησού, όπως αναγράφεται στο Ματθαίος 6:9-13. Γιατί ο Λουκάς παρέλειψε τις λέξεις του κεφαλαίου 11 από την αφήγησί του, κατά το Βατικανόν Χειρόγραφον, δεν γνωρίζομε, αλλά το πρώτο εδάφιο του κεφαλαίου δείχνει ότι αυτή η απόδοσις της προτύπου προσευχής εδόθη σε μια διαφορετική περίπτωσι από εκείνη του έκτου κεφαλαίου του Ματθαίου, όταν ο Ιησούς εξεφώνησε την επί του όρους ομιλία του. Στην περίπτωσι, λοιπόν, που αναγράφεται από τον Λουκά, όταν οι μαθηταί του Ιησού τον παρεκάλεσαν να τους διδάξη να προσεύχωνται, εκείνος έδωσε μια συνεπτυγμένη μορφή της προσευχής. Τα πρώτιστα πράγματα ήσαν να προσεύχονται ν’ αγιασθή το όνομα του Θεού, καθώς και να έλθη η βασιλεία του. Όταν θα εξεπληρώνετο αυτό, τότε, βέβαια, το άλλο μέρος θα επακολουθούσε, δηλαδή το θέλημα του Θεού θα εγίνετο στη γη όπως γίνεται και στον ουρανό, και δεν θα υπήρχε ανάγκη να εκφερθή ειδική ικεσία για τον τελευταίο αυτό σκοπό. Αυτό υπενοείτο στον αγιασμό του ονόματος του Θεού και στην έλευσι της βασιλείας του.
● Γιατί το εδάφιον Αποκάλυψις 4:5 λέγει ότι «ήσαν επτά λαμπάδες πυρός καιόμεναι έμπροσθεν του θρόνου», ενώ ήσαν δέκα στον ναό του Σολομώντος, όπως τονίζεται στο εδάφιον 1 Βασιλέων 7:49;—Σ. Β., Η.Π.Α.
Η διαφορά μπορεί ν’ αποδοθή στο γεγονός ότι στον ναό υπήρχαν δέκα λυχνίες, από τις οποίες η καθεμιά είχε επτά λύχνους. Έτσι, στο εδάφιον 1 Βασιλέων 7:49, εκτός της μνείας που κάνει για τις λυχνίες, αναφέρει επίσης και τους λύχνους. Αυτό μπορεί κάλλιστα να κατανοηθή με την ανάγνωσι του υποδείγματος που δίδεται γι’ αυτά στην Έξοδο 25:31-39, που λέγει, εν μέρει: «Και θέλεις κάμει λυχνίαν εκ χρυσίου καθαρού· . . . Και θέλουσιν εξέρχεσθαι έξ κλάδοι εκ των πλαγίων αυτής· τρεις κλάδοι της λυχνίας εκ του ενός πλαγίου, και τρεις κλάδοι της λυχνίας εκ του άλλου πλαγίου· . . . Και θέλεις κάμει τους λύχνους αυτής επτά.» Ώστε η ίδια η λυχνία είχε επτά λύχνους (λαμπάδες).