Επιδιώκοντας τον Σκοπό μου στη Ζωή
Αφήγησις του Γ. Α. Μπίβενς
Μόλις λίγες εβδομάδες μετά που άρχισα να μελετώ την Αγία Γραφή με τη βοήθεια των εκδόσεων της Εταιρίας, μου εδόθη μια ασυνήθης εμπορική ευκαιρία. Εργαζόμουν στο γραφείο μιας αντιπροσωπείας αυτοκινήτων και προσεκλήθηκα από τον εργοστασιάρχην να λάβω εξάμηνη δωρεάν εκπαίδευσι στο Ντιτρόιτ και κατόπιν να εγκατασταθώ σε δικό μου γραφείο αντιπροσωπείας. Αυτό θα εσήμαινε ισόβια οικονομική εξασφάλισι. Καθόσον μελετούσα, όμως, έμαθα ότι ζωή θα εσήμαινε πολύ περισσότερο από το να ζήση κανείς μόλις εξήντα ως εβδομήντα χρόνια· ότι μπορούσε να σημαίνη αιώνια ζωή με την υπακοή στον λόγο του Ιεχωβά. Ολοένα περισσότερο η εργασία μου εφαίνετο σαν μια απώλεια χρόνου. Έτσι, η σύζυγός μου κι εγώ κατελήξαμε στο συμπέρασμα ότι η εργασία στην οποία έπρεπε να βρίσκωμαι ήταν η εργασία του Κυρίου· για να επιδιώξωμε λοιπόν τον σκοπό μας στη ζωή απεφασίσαμε ν’ ασχοληθούμε στο έργον σκαπανέως.
Αγοράσαμε ένα ρυμουλκούμενο σπίτι και μέσα σε λίγους μήνες ήμεθα στην υπηρεσία σκαπανέως. Μετά από ένα έτος και λίγο περισσότερο, η Εταιρία μ’ εκάλεσε να γίνω ειδικός σκαπανεύς. Αυτό ήταν πραγματική συγκίνησις. Αλλ’ αυτό δεν ήταν τίποτα εν συγκρίσει με ό,τι συνέβη μετά από λίγους μήνες. Μόλις είχαμε επιστρέψει από την υπηρεσία, οπότε η σύζυγός μου ήλθε τρέχοντας από το γραφείο του πεδίου ρυμουλκουμένων σπιτιών, αισθμαίνοντας και γεμάτη ενθουσιασμό. Είχε λάβει επιστολή από το γραφείο του προέδρου. Ήταν μια πρόσκλησις για φοίτησι στη Σχολή Γαλαάδ. Το ρυμουλκούμενο σπίτι μας ασφαλώς ετραντάχθη με όλον αυτόν τον ενθουσιασμό μας. Ελπίζαμε να πάμε αλλ’ όχι και μέσα σ’ ένα ή δύο έτη, κι έτσι αυτό ήταν εντελώς απροσδόκητο. Ακόμη κι όταν επήγαμε εκεί, είχαμε κάποια αμυδρή υπόνοια ότι επρόκειτο περί λάθους· αλλ’ όχι, μας περίμεναν, και μάλιστα είχαν και δωμάτιο έτοιμο για μας. Τώρα άρχισε ένα πεντάμηνο πολύ σκληρής αλλά χαρωπής εργασίας. Επρόκειτο για φυσική όσο και διανοητική εργασία. Ο διορισμός στην ομάδα του κήπου για τρεις περίπου ώρες την ημέρα απαιτούσε τη χρήσι μυώνων που είχαν πάρει χαλαρά τη ζωή επί ολίγα χρόνια. Αλλ’ ύστερ από λίγες μέρες πέρασε η δυσκαμψία και η μυαλγία, η δε εργασία και η συναναστροφή με τους άλλους αδελφούς της ομάδος ήσαν πολύ ευχάριστες και ικανοποιητικές.
Καθώς επλησιάζαμε στο τέλος της σχολικής περιόδου, όλοι οι σπουδασταί εσκέπτοντο και διηρωτώντο για τον προσεχή διορισμό τους. Μαζί με διαφόρους άλλους αδελφούς διωρίσθηκα στην πόλι της Νέας Υόρκης ως υπηρέτης μονάδας. Ήταν ένα πραγματικό προνόμιο να συνταυτισθώ εκεί με διάφορα μέλη της οικογενείας Μπέθελ και ν’ αποκτήσω πολύ βαθύτερη εκτίμησι της επιγείου οργανώσεως του Ιεχωβά. Αλλ’ εμείς δεν είχαμε πάει στη Σχολή Γαλαάδ για να προετοιμασθούμε για έργον μέσα στην πόλι της Νέας Υόρκης. Όταν, λοιπόν, ελάβαμε διορισμό στην Κεντρική Αμερική ήμεθα έτοιμοι να πάμε έστω κι αν αυτό εσήμαινε ν’ αφήσωμε τους πολλούς νέους φίλους που είχαμε βρει στον προσωρινό μας τόπο διορισμού.
Οκτώ από μας διωρίσθησαν να πάνε μαζί. Ανεχωρήσαμε από τη Νέα Υόρκη σιδηροδρομικώς για το Μαϊάμι της Φλωρίδας, για να επιβιβασθούμε σε αεροπλάνο για τον τόπο διορισμού μας στο εξωτερικό. Τι ευρίσκετο εμπρός μας; Δεν εγνωρίζαμε, αλλ’ ήταν διορισμός μας από την οργάνωσι του Ιεχωβά κι εκεί θέλαμε να είμεθα. Μολονότι πηγαίναμε σε μια απ’ τις μεγαλύτερες πόλεις της Κεντρικής Αμερικής, η πρώτη μας άποψις απ’ αυτήν δεν ήταν και πολύ ενθαρρυντική. Μετά τη Νέα Υόρκη εφαίνετο πολύ μικρή. Λίγο κατενόησα τότε ότι μετά από λίγα έτη, αφού εργάσθηκα σε μερικά χωριά, θα εφαίνετο τόσο μεγάλη και ωραία όσο και η Νέα Υόρκη. Ο νέος μας ιεραποστολικός οίκος ήταν σημαντικά διαφορετικός από ένα διαμέρισμα της Νέας Υόρκης. Ήταν κτισμένος από πλίνθους (δηλαδή από πηλόν), η δε υδραυλική εγκατάστασις ήταν πολύ ελλιπής. Αλλά, στη δεύτερη σκέψι μας, είπαμε, μήπως δεν είναι και τα τούβλα πηλός επίσης, μόνο που είναι ψημένα διαφορετικά; Το μαγειρείο ήταν ένα μακρόστενο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και μ’ ένα απλό φωτιστικό λαμπτήρα που εκρέμετο από το ταβάνι. Η θερμάστρα, από πλίνθους καμωμένη κι αυτή, εχρειάζετο τεράστιες ποσότητες καυσόξυλα για να διατηρήση τη θερμότητά της.
Πιθανώς όμως η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η γλώσσα. Όλοι οι ιεραπόστολοι απεμνημόνευαν μια βραχεία μαρτυρία για να παρουσιάσουν τα βιβλία στην πόρτα, αλλ’ αυτή η μαρτυρία όταν ελέγετο αποτελούσε το άπαντον. Δεν μπορούσαμε να καταλάβωμε τους ανθρώπους όταν μας μιλούσαν, στα ασυνήθιστα δε αυτιά μας εφαίνετο ότι όλοι μιλούσαν με ταχύτητα πολυβόλου. Μετά από τη βραχεία μας παρουσίασι κάποιος συνέβαινε να μας ρωτήση από πού είμεθα κι εμείς απαντούσαμε απλώς, «Καλό βιβλίο· τριάντα πέντε σεντς.» Δυσκολίες υπήρχαν; Βεβαίως. Αλλ’ αυτά ήσαν απλώς αστεία. Οι ευλογίες μας ήσαν πολύ μεγαλύτερες. Σε λίγο ωργανώσαμε μια μικρή εκκλησία. Σε διάστημα λίγο περισσότερο από δύο χρόνια η εκκλησία αυτή ηυξήθη σε πενήντα πέντε ευαγγελιζομένους τη βασιλεία του Θεού.
Λίγες εβδομάδες μετά την άφιξί μας, αρχίσαμε να καταλαβαίνωμε τη γλώσσα και σε λίγο συμμετείχαμε σε συναθροίσεις κι εδίναμε ομιλίες. Μετά από δυόμισυ χρόνια, έξη από μας απεστάλησαν σ’ έναν πολύ μικρότερο τόπο, για ν’ αρχίσουν εκεί το έργον. Αυτή η πόλις ήταν ψηλά στα βουνά κι έκανε κρύο εκεί όλο το χρόνο. Η διαμονή σε μια μικρότερη πόλι επέφερε νέα προβλήματα. Αλλά κι εδώ, επίσης, ωργανώθη μια μικρή εκκλησία, η οποία και υπάρχει από τότε. Αφού εργασθήκαμε δύο χρόνια στον δεύτερο αυτόν τόπο διορισμού, η σύζυγός μου κι εγώ μετοικήσαμε σ’ έναν ακόμη μικρότερο τόπο. Εκεί θα ήμεθα μόνον οι δυο μας, επρόκειτο δε για μια παράλια πόλι, με καύσωνα όλο το χρόνο.
Δεν υπήρχαν βέβαια ευκολώτερες συνθήκες αλλ’ αυτές δεν ήσαν και οι χειρότερες. Υπήρχε πολύ μικρή εναντίωσις στο έργον· διεθέταμε βιβλία και βρίσκαμε ανθρώπους καλής θελήσεως. Σε λίγο μερικοί απ’ αυτούς άρχισαν να λαμβάνουν μέρος στην υπηρεσία, αυτό δε ήταν πραγματική χαρά μας. Τότε εμάθαμε ότι θα ήρχοντο νέοι ιεραπόστολοι για να εργασθούν εκεί, η δε σύζυγός μου κι εγώ θα πηγαίναμε σε ακόμη μικρότερο τόπο. Αφού εργασθήκαμε επί βραχύ διάστημα με τους νέους ιεραποστόλους για να τους βοηθήσωμε να κατατοπισθούν στα έθιμα της χώρας και στη γλώσσα, ανεχωρήσαμε για ν’ αρχίσωμε πάλι έργον σε παρθένον έδαφος.
Ο νέος μας τόπος διορισμού ήταν θερμότερος κι απ’ την παραλιακή εκείνη πόλι, διότι ήταν μέσα σε μια χαμηλή έρημο. Εδώ τα κύρια προβλήματα ήσαν το φως και το νερό. Χρησιμοποιούσαμε τρεις λαμπτήρες των είκοσι πέντε βατ για ολόκληρο το σπίτι. Κατά καιρούς τα φώτα εξασθενούσαν τόσο πολύ ώστε τα κεριά απέδιδαν περισσότερο φως. Το νερό μας έπρεπε να βράζεται και να διυλίζεται. Κι εδώ, επίσης, ήμεθα ευτυχείς, διότι θαυμάσια ευλογούμεθα με τους ανθρώπους καλής θελήσεως που ποθούσαν να μάθουν την αλήθεια και να γίνουν μέρος της κοινωνίας του Νέου Κόσμου. Σε έξη μήνες περίπου, δέκα ευαγγελιζόμενοι έδιναν έκθεσι ωρών υπηρεσίας κι εμάθαιναν να φροντίζουν κατάλληλα για τις θεοκρατικές των υποχρεώσεις. Αποτελούσε ευχαρίστησι το ν’ ακούσωμε ένα νέο αδελφό (που ήταν στην αλήθεια τρεις μόνο μήνες) να λέγη στη συνάθροισι υπηρεσίας ότι «εμείς που είμεθα ώριμοι πρέπει να βοηθούμε τους αδυνάτους να εργάζωνται από σπίτι σε σπίτι»! Αυτός δε ήταν ένας από τους πιο ωρίμους της νέας αυτής εκκλησίας.
Εκτός από την πόλι στην οποία κατοικούσαμε, εργασθήκαμε, επίσης, σε δυο-τρία μικρά γειτονικά χωριά. Το ένα απ’ αυτά ήταν σε απόστασι περίπου δεκαοκτώ μιλίων κι έπρεπε ν’ αναχωρούμε απ’ το σπίτι στις 6.30 το πρωί για να πάρωμε το τραίνο. Αυτό το τραίνο δεν ήταν κανένα συγχρονισμένο αεροδυναμικό τραίνο. Έκανε δύο ώρες για να διανύση δεκαοκτώ μίλια. Εμείς ταξιδεύαμε πάντοτε δεύτερη θέσι, πράγμα που εσήμαινε ότι καθόμαστε σε ξύλινους πάγκους· μετά από λίγα μίλια διαδρομής εγνώριζε κανείς καλά ότι καθόταν σε σκληρό ξύλο. Εδώ προσπαθούσαμε να περάσωμε άνετα ανάμεσα σε κόσμο, σε καλάθια, δέματα, κοττόπουλα, ίσως δε και μερικούς ζωντανούς μεγαλοσαύρους. Έπρεπε να εργαζώμεθα όλη την ημέρα και ως τις 9.30 το βράδυ περίπου, τρώγοντας το φαγητό που είχαμε πάρει μαζί μας, επάνω σε λίθινους πάγκους, στο κέντρον της πόλεως. Στις 10.30 ήρχετο το τραίνο κι εφθάναμε στο σπίτι μας κατά τις 12.30 ή 1 π.μ. Εν τούτοις, μια φορά επήγαμε στο σπίτι μας στις 6.30 π.μ., ακριβώς είκοσι τέσσερες ώρες μετά την αναχώρησί μας. Το τραίνο είχε εμποδισθή να προχωρήση από μια κατολίσθησι εδάφους. Αλλ’ όλο εκείνο το έργο δεν ήταν μάταιο. Οι δύο κύριοι υποστηρικταί μιας Προτεσταντικής οργανώσεως έγιναν μάρτυρες του Ιεχωβά. Κι άλλοι ενώθηκαν μ’ αυτούς τους δύο στην υπηρεσία και σε λίγο διεξήγετο μια τακτική μελέτη Σκοπιάς μαζί τους. Η υπομονή κάτω από δοκιμασίες πάντοτε έφερνε πλούσιες ευλογίες.
Επί δυόμισυ χρόνια η σύζυγός μου κι εγώ εργασθήκαμε μόνοι χωρίς τη βοήθεια και τη συντροφιά άλλων ιεραποστόλων ή άλλων ωρίμων αδελφών, αλλ’ είχαμε τη χαρά να ιδούμε τους νέους να λαμβάνουν την αλήθεια και να τη διακηρύττουν, ν’ αφιερώνουν τη ζωή τους στον Ιεχωβά Θεό και ν’ αυξάνουν σε ωριμότητα στην υπηρεσία του. Ένα βράδυ που επεστρέψαμε αργά από ένα απ’ αυτά τα ταξίδια, ήλθαμε στην κατοικία μας θερμοί και κουρασμένοι, αλλά γρήγορα νοιώσαμε αναψυχή. Υπήρχε μια επιστολή από το γραφείο του προέδρου που ρωτούσε αν θα δεχόμουν ένα διορισμό σε άλλη χώρα ως υπηρέτης τμήματος. Είμαι τώρα αρκετά χρόνια διορισμένος σ’ αυτή την υπηρεσία, και πολύ εκτιμώ αυτό το προνόμιο υπηρεσίας. Αντί να εργάζωμαι με μια μικρή ομάδα, είμαι τώρα συνταυτισμένος με πολλές εκατοντάδες συνυπηρετών. Τώρα υπάρχουν πολύ λίγες φυσικές ταλαιπωρίες, αν και υπάρχουν πάντοτε προβλήματα. Δεν υπάρχει, όμως, καμμιά θέσις στην υπηρεσία του Ιεχωβά που να μη φέρνη χαρά κι ευτυχία.
Τώρα έχομε ένα ωραίο καινούργιο τμήμα εδώ στην Κόστα Ρίκα· το έργο είναι καλά εδραιωμένο κι εξακολουθεί ν’ αυξάνη. Στα τελευταία λίγα χρόνια, είχα, επίσης, το προνόμιο να επισκεφθώ τα τμήματα των χωρών της κεντρικής Αμερικής ως υπηρέτης ζώνης και να συνεργασθώ με τους ιεραποστόλους στον αγρό για να τους βοηθήσω να υπερνικήσουν τα εμπόδια που συναντούν στη διακονία. Ασφαλώς δεν υπάρχει τέλος στις ευλογίες που επέρχονται στην ολοχρόνια υπηρεσία.
Μήπως έχασα τίποτα που δεν έκαμα κοσμική εργασία; Θα εσήμαινε αφθονία αγαθών του κόσμου τούτου· υλική ασφάλεια. Μήπως οι χαρές και τα προνόμια της υπηρεσίας σκαπανέως αντισταθμίζουν την απώλεια των υλικών εκείνων πραγμάτων και το να υποβληβή κανείς στις ταλαιπωρίες που υφίστανται πολλοί σκαπανείς—μη γνωρίζοντας ίσως πώς θ’ αγορασθή η αυριανή τροφή, ίσως σε απομεμονωμένες περιοχές χωρίς τη συναναστροφή άλλων αδελφών; Δεν υπάρχει καμμιά σύγκρισις! Η ολοχρόνια υπηρεσία δεν είναι η πιο εύκολη ζωή, αλλ’ είναι η καλύτερη. Για κείνους που μπορούν και θέλουν να μπουν στην ολοχρόνια υπηρεσία δεν υπάρχει λόγος να δεχθούν τίποτα λιγώτερο από το καλύτερο. Όσοι θα ζήσουν στον νέο κόσμο θ’ απολαύσουν βέβαια το καλύτερο από κάθε τι, κι έτσι δεν μπορεί να υπάρχη καλύτερος καιρός από τώρα, λίγο πριν μεταπηδήσουν σ’ εκείνο τον νέο κόσμο, ν’ αρχίσουν να επιδιώκουν τον σκοπό τους στη ζωή μπαίνοντας σ’ αυτή την υπηρεσία. Είναι πιθανόν οι λόγοι του Ιησού στο Ματθαίος 6:25-34 να σημαίνουν περισσότερα για τους σκαπανείς παρά για οποιονδήποτε άλλον: «Μη μεριμνήσητε λοιπόν περί της αύριον· διότι η αύριον θέλει μεριμνήσει τα εαυτής· αρκετόν είναι εις την ημέραν το κακόν αυτής.» Χιλιάδες σκαπανείς επέδειξαν την πίστι των σ’ αυτή την υπόσχεσι. Η συνεχής των υπηρεσία αποδεικνύει ότι αυτοί οι λόγοι είναι αληθινοί. Και περισσότερες χιλιάδες, όταν κάμουν με θάρρος την εκλογή των σ’ αυτόν τον ολοένα βραχυνόμενο «ευπρόσδεκτο καιρό» πριν από τον Αρμαγεδδώνα, μπορούν επίσης ν’ αποδείξουν την αληθινότητα των λόγων αυτών, προς ευαρέσκειαν και αίνον του Ιεχωβά.