Μέρος 18—«Γενηθήτω το Θέλημά Σου Επί της Γης»
Ο Ιησούς, αφού απεκάλεσε μακάριον τον απόστολο Πέτρο διότι μπόρεσε με τη βοήθεια του Θεού να διαπιστώση την ταυτότητά του λέγοντας ότι είναι «ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος,» ανεφέρθη στον ίδιο τον εαυτό του και είπε: «Επί ταύτης της πέτρας θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου· και πύλαι άδου δεν θέλουσιν ισχύσει κατ’ αυτής.» (Ματθ. 16:18) Αφού ο Ιησούς εθανατώθη και ανεστήθη εκ νεκρών και αργότερα ανελήφθη πάλι στον ουρανό, στα δεξιά του ουρανίου Πατρός του, τότε άρχισε να οικοδομή την αληθινή του εκκλησία των πνευματικών Ισραηλιτών. Άρχισε να το πράττη αυτό στην εορτή της Πεντηκοστής του έτους 33 μ.Χ., οπότε εξέχυσε το άγιον πνεύμα επάνω στο πιστό υπόλοιπο των μαθητών του, οι οποίοι είχαν συναχθή στην Ιερουσαλήμ. Έτσι, ως «ζώντες λίθοι» ενωμένοι με τον Ιησούν Χριστό ως το κύριον θεμέλιον, άρχισαν να συνοικοδομούνται σε κατοικητήριον του Θεού δια του πνεύματός του.
23, 24. Τι περιελάμβανε η οικοδόμησις της εκκλησίας από τον Ιησούν επάνω στον εαυτό του, και πώς το εξήγησε αυτό ο Παύλος στην επιστολή προς Εφεσίους 4:10-14;
23 Ο Ιησούς, οικοδομώντας την εκκλησία επάνω στον εαυτό του ως τον λίθον, το έκαμε αυτό όχι μόνο επισωρεύοντας στον εαυτό του «ζώντας λίθους,» τους αφιερωμένους και βαπτισμένους ακολούθους του, αλλά και οργανώνοντάς τους για την υπηρεσία του Ιεχωβά ως ναόν ή αγιαστήριον του Θεού. Αυτό απήτησε τον διορισμό πολυαρίθμων ειδικών υπηρετών και την ανάθεσι καθηκόντων σ’ αυτούς μέσα στην εκκλησία. Ο απόστολος Παύλος το εξηγεί αυτό με τα εξής λόγια σχετικά με το οργανωτικό έργον που γίνεται από τον Ιησούν στον ουρανό:
24 «Ο καταβάς [εις την γην], αυτός είναι και ο αναβάς υπεράνω πάντων των ουρανών, δια να πληρώση τα πάντα. Και έδωκεν άλλους μεν αποστόλους, άλλους δε προφήτας, άλλους δε ευαγγελιστάς, άλλους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς την τελειοποίησιν των αγίων, δια το έργον της διακονίας, δια την οικοδομήν του σώματος του Χριστού· εωσού καταντήσωμεν πάντες εις την ενότητα της πίστεως, και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού· δια να μη ήμεθα πλέον νήπιοι.»—Εφεσ. 4:10-14.
25. Ποιος ήταν ο σκοπός, στον οποίον απέβλεπε ο Ιησούς οργανώνοντας την εκκλησία και διορίζοντας ειδικούς υπηρέτας γι’ αυτήν;
25 Ο σκοπός, στον οποίον απέβλεπε ο Ιησούς οργανώνοντας την εκκλησία και διορίζοντας ειδικούς υπηρέτας, ήταν να εκπαιδευθούν πλήρως όλοι οι άγιοι για το έργον της διακονίας και να μην παραμείνουν πνευματικά νήπια, αλλά να γίνουν πλήρως ανεπτυγμένα άτομα σε ενότητα με τον Χριστό. Όλοι αυτοί πρέπει να γίνουν «πρεσβύτεροι» με μια Χριστιανική πνευματική έννοια, όπως εικονίζονται από τους είκοσι τέσσερες «πρεσβυτέρους», που παρουσιάζονται στο όραμα που εδόθη στον Ιωάννη, καθήμενοι σε θρόνους γύρω από τον ουράνιο θρόνο του Θεού.—Αποκάλ. 4:4, 10.a
26. Πώς ιδρύθησαν πολλές εκκλησίες έξω από την Ιερουσαλήμ, και, όπου υπήρχαν κατάλληλοι, τι είχαν οι εκκλησίες αυτές;
26 Η πρώτη τοπική Χριστιανική εκκλησία ιδρύθη στην Ιερουσαλήμ. Εκεί το ορατό κυβερνών σώμα του «αγίου έθνους» του πνευματικού Ισραήλ είχε την έδρα του έως λίγο προτού καταστραφή η πόλις της Ιερουσαλήμ στο έτος 70 μ.Χ. Αλλά λόγω της μεγάλης μαρτυρίας που είχε δοθή στην Ιερουσαλήμ την Πεντηκοστή και μετά απ’ αυτήν σε χιλιάδες επισκέπτας οι οποίοι επίστευσαν, ιδρύθησαν εκκλησίες και σε πολλές άλλες πόλεις, κωμοπόλεις και κοινότητες. Ο αριθμός αυτών των εκκλησιών ηυξήθη ακόμη περισσότερο αφότου παρεσχέθη εξουσιοδότησις να κηρυχθούν τα αγαθά νέα της Βασιλείας στους μη Ιουδαϊκούς λαούς από το έτος 36 μ.Χ. κι εφεξής. Όλες αυτές οι εκκλησίες είχαν την τοπική τους οργάνωσι για συναθροίσεις και για το κήρυγμα έξω στον αγρό. Εκεί όπου υπήρχαν τέτοιοι κατάλληλοι ειδικοί υπηρέται, κάθε εκκλησία είχε επισκόπους και βοηθούς των, διακονικούς υπηρέτας. Λόγου χάριν, σε ποιους έγραψε ο Παύλος στην πόλι των Φιλίππων της Μακεδονίας; Ιδού η προεισαγωγή της επιστολής του προς τους Φιλιππησίους: «Παύλος και Τιμόθεος, δούλοι του Ιησού Χριστού, προς πάντας τους άγιους εν Χριστώ Ιησού, τους όντας εν Φιλίπποις, μετά των επισκόπων και διακόνων.» (Φιλιππησ. 1:1) Ο Παύλος επίσης διήγειρε την προσοχή των επισκόπων της εκκλησίας της Εφέσου, της Μικράς Ασίας.—Πράξ. 20:17-28.
27. Γιατί είχαν ειδικόν χαρακτήρα οι επιστολές του Παύλου προς τον Τιμόθεο και τον Τίτο, και τι απητείτο να είναι πρώτα όλοι οι, ειδικοί υπηρέται εκκλησιών προτού διορισθούν;
27 Ο Τιμόθεος και ο Τίτος ήσαν γενικοί επίσκοποι εκκλησιών σε ωρισμένες περιοχές που τους είχαν ανατεθή. Γι’ αυτό οι δύο επιστολές του Παύλου προς τον Τιμόθεο και η μία του επιστολή προς τον Τίτο είναι πραγματικά οδηγίες προς επισκόπους. Εν τούτοις, στην επιστολή 1 Τιμόθεον 3:1-12 και στην επιστολή προς Τίτον 1:5-9 ο απόστολος Παύλος εκθέτει τα προσόντα που απητούντο από εκείνους που θα ήσαν κατάλληλοι να διορισθούν από τον Τιμόθεο και τον Τίτο ως επίσκοποι και διακονικοί υπηρέται στις κατά τόπους Χριστιανικές εκκλησίες. Φυσικά, όλοι οι ειδικοί αυτοί υπηρέται έπρεπε να είναι Χριστιανοί «πρεσβύτεροι» ή άνδρες προηγμένοι πνευματικώς. Αυτό έπρεπε να ισχύη και για τους δώδεκα αποστόλους· ο δε Πέτρος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως «πρεσβύτερον», όταν γράφη: «Τους μεταξύ σας πρεσβυτέρους παρακαλώ εγώ ο συμπρεσβύτερος και μάρτυς των παθημάτων του Χριστού, ο και κοινωνός της δόξης ήτις μέλλει να αποκαλυφθή.»—1 Πέτρ. 5:1.
28. Κατ’ ανάγκην, λοιπόν, από τι απετελείτο το κυβερνών σώμα στην Ιερουσαλήμ, και τι φανερώνει ότι περιελάμβανε περισσοτέρους από τους δώδεκα αποστόλους;
28 Το κυβερνών σώμα στην Ιερουσαλήμ συνίστατο κατ’ ανάγκην μόνο από «πρεσβυτέρους». Αυτοί δεν ήσαν αποκλειστικά οι «δώδεκα απόστολοι του Αρνίου», αλλά κι άλλοι υπηρέται της εκεί εκκλησίας. Τα εδάφια Πράξεις 15:1, 2, 6, 22, 23 αναγράφουν ότι όταν η εκκλησία της Αντιοχείας (Συρίας) παρέπεμψε ένα διαφιλονεικούμενο ζήτημα στο κυβερνών σώμα της Ιερουσαλήμ, «συνήχθησαν οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι δια να σκεφθώσι περί του πράγματος τούτου.» Αφού απεφάνθησαν για το διαφιλονεικούμενο ζήτημα, «οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι» απεφάσισαν να στείλουν μερικούς άνδρας με μια επιστολή που εξέθετε την απόφασί τους. Άρχιζαν την επιστολή έτσι: «Οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί, προς τους εξ εθνών αδελφούς τους κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κιλικίαν.» Και πώς όλοι αυτοί έγιναν «πρεσβύτεροι»;
29. Στον «Χριστιανικό κόσμο» τι έγιναν οι «πρεσβύτεροι» και το «πρεσβυτέριον»; και τι ερωτήματα εγείρομε για τα αποδεικτικά των εδάφια, Πράξ. 14:23 και Τίτον 1:5;
29 Στις εκκλησίες του «Χριστιανακού κόσμου» ο όρος «πρεσβύτερος» έχει γίνει τίτλος και ο τίτλος «πρεσβυτέριον» έχει γίνει μια θέσις ή αξίωμα, στο οποίον διορίζονται άνθρωποι. Προς υποστήριξιν τούτου, οι θρησκευτικές οργανώσεις που έχουν τέτοιους πρεσβυτέρους και πρεσβυτέρια επικαλούνται το εδάφιο Πράξεις 14:23, που λέγει για τον Παύλο και τον Βαρνάβα ως ιδρυτάς εκκλησιών: «Και αφού εχειροτόνησαν εις αυτούς πρεσβυτέρους κατά πάσαν εκκλησίαν, προσευχηθέντες με νηστείας, αφιερώσαν αυτούς εις τον Κύριον, εις τον οποίον είχαν πιστεύσει.» Επίσης στο εδάφιον Τίτον 1:5: «Δια τούτο σε αφήκα εν Κρήτη, δια να διορθώσης τα ελλείποντα, και να καταστήσης εν πάση πόλει πρεσβυτέρους, καθώς εγώ σε διέταξα.» Εν τούτοις, σημαίνει μήπως αυτό διορισμό ανθρώπων σε πρεσβυτέριο ως αξίωμα, ή διορισμό ανθρώπων που ήσαν ήδη πρεσβύτεροι με την απαιτούμενη έννοια σε αξιώματα ή θέσεις υπηρεσίας μέσα στις εκκλησίες; Είναι κατά διορισμόν το «πρεσβυτέριον»;
30. Σε ποιους μέσα στον Ισραήλ έστειλε ειδικά ο Ιεχωβά τον Μωυσή, και τι λέγει η Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαιδεία περί «πρεσβυτέρων»;
30 Στους αρχαίους καιρούς του προφήτου Μωυσέως η συναγωγή του φυσικού Ισραήλ ελέγετο ότι είχε «πρεσβυτέρους». Ο Ιεχωβά Θεός ειδικά έστειλε τον Μωυσή σ’ αυτούς τους «πρεσβυτέρους» ή γηραιοτέρους άνδρας του Ισραήλ. (Έξοδ. 3:16, 18) Διωρίσθησαν, όμως, αυτοί σε πρεσβυτέριον ή έφθασαν στο να είναι πρεσβύτεροι φυσικώς και διανοητικώς; Η Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαιδεία, Τόμος Ε΄ (1910), σελίς 92, υπό την λέξιν «Πρεσβύτερος», λέγει:
«Στους αρχικούς χρόνους η ηλικία αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεσι εγκυρότητος. Όχι μόνο μεταξύ τον αρχαίων Ιουδαίων, αλλά και μεταξύ των άλλων εθνών της αρχαιότητος, οι πρεσβύτεροι του έθνους ή της φυλής αποτελούσαν την επίσημη τάξι. Ο θεσμός των πρεσβυτέρων υπήρχε μεταξύ των Αιγυπτίων (Γέν. 50:7), μεταξύ τον Μαδιανιτών (Αριθμ. 22:7), και αργότερα μεταξύ των Ελλήνων («γέροντες» ή «πρεσβύτεροι») και των Ρωμαίων («πατέρες» ή «γερουσία») οι πρεσβύτεροι κατείχαν σημαντική θέσι στις κοινοτικές καθώς και στις πολιτικές υποθέσεις του Ιουδαϊκού λαού. Δεν είναι βέβαιον ότι εξελέγοντο από τον λαό, μολονότι εθεωρούντο εκπρόσωποι του λαού, . . . Η θέσις και το λειτούργημα του πρεσβυτέρου πουθενά δεν ορίζεται σαφώς.»
31. Πώς ένας γίνεται Χριστιανός «πρεσβύτερος», και με ποια έννοια, λοιπόν, διορίζονται οι «πρεσβύτεροι»;
31 Τώρα όσο για τη Χριστιανική εκκλησία ή εκκλησία του πνευματικού Ισραήλ, ένα γεγονός είναι σαφές από το Εφεσίους 4:13, 14 και 1 Κορινθίους 3:1-3 και Εβραίους 5:11-14: Ένας άνθρωπος γίνεται Χριστιανός «πρεσβύτερος» με πνευματική ανάπτυξι κι εξέλιξι, όχι από απλή φυσική ηλικία ή με διορισμό. Σύμφωνα με τα προσόντα που εκτίθενται από τον Παύλο στην επιστολή 1 Τιμόθεον 3:1-12 και Τίτον 1:5-9, από ανθρώπους οι οποίοι είναι «πρεσβύτεροι» με πνευματική ανάπτυξι διορίζονται επίσκοποι και διακονικοί βοηθοί. Με αυτή, λοιπόν, την έννοια εκείνοι που έχουν εξουσία να διορίζουν, διορίζουν πρεσβυτέρους, όχι για να είναι πρεσβύτεροι, αλλά για να είναι υπεύθυνοι υπηρέται μέσα στις εκκλησίες ή πάνω σ’ αυτές.
32. Στο δεύτερο ήμισυ του δεκάτου ενάτου αιώνος, ποιος υπεστηρίχθη ότι είχε την εξουσία να διορίζη πρεσβυτέρους, και με ποια μέθοδο;
32 Εν τούτοις, ποιος είναι εκείνος που έχει την εξουσία να διορίζη ή χειροτονή πρεσβυτέρους σε υπηρετικές θέσεις για τις εκκλησίες; Στο δεύτερο ήμισυ του δεκάτου ενάτου αιώνος υπεστηρίζετο ότι οι ίδιες οι εκκλησίες είναι εντεταλμένες από τις Άγιες Γραφές να χειροτονούν ή διορίζουν τους «πρεσβυτέρους» των.b Ετονίσθη ότι στις Πράξεις 14:23 σχετικά με τον διορισμό ή χειροτονία πρεσβυτέρων σε κάθε εκκλησία η λέξις του πρωτοτύπου Ελληνικού κειμένου είναι χειροτονείν, το δε Ελληνικό αυτό ρήμα «σημαίνει, εκλέγω εκτείνοντας το χέρι, που είναι ακόμη ή συνήθης μορφή ψηφοφορίας. Ο ορισμός αυτός δίδεται από το Αναλυτικό Βιβλικό Ταμείο του Καθηγητού Γιάγκ. Επειδή αυτό μπορεί να θεωρηθή ως Πρεσβυτεριανό σύγγραμμα, θα δώσωμε και τον ορισμό που εκτίθεται στο ‘Λεπτομερές Ταμείον του Στρογκ,’ που μπορεί να θεωρηθή ως Μεθοδιστικό σύγγραμμα. Το τελευταίο αυτό ορίζει τη ρίζα της λέξεως—‘Ένας τείνων την χείρα ή ψηφοφόρος (με ύψωσι της χειρός)’.»c
33-35. Ποια σημασία λαμβάνουν μόνο υπ’ όψιν οι ορισμοί του όρου «χειροτονείν», και ποια άλλη μεταγενέστερη σημασία δίνουν δύο Ελληνο-Αγγλικές αυθεντίες ως εφαρμόσιμη;
33 Οι ορισμοί αυτοί, όμως, λαμβάνουν υπ’ όψι μόνο την αρχέγονη ή πρώτη σημασία του Ελληνικού ρήματος «χειροτονείν.» Με την εξέλιξι της Ελληνικής γλώσσης η σημασία έγινε ευρύτερη στην πορεία της ιστορίας.
34 Το Ελληνο-Αγγλικόν Λεξικόν υπό Λίντελ και Σκωτ, σε μια νέα έκδοσι υπό Τζωνς και Μακ Κένζι, που ανετυπώθη το 1948, ορίζει το «χειροτονείν» ως εξής: «εκτείνειν την χείρα, προς τον σκοπόν παροχής ψήφου εν συνελεύσει, . . . ΙΙ. με αιτιατικήν προσώπου, εκλέγω, καταλλήλως δι’ ανατάσεως των χειρών, . . . β. βραδύτερον, γενικώς, διορίζω, . . . διορίζω εις υπηρεσίαν εν τη Εκκλησία, πρεσβυτέρους Πράξεις των Αποστόλων 14:23, παράβαλε με 2 Επιστολήν προς Κορινθίους 8:19 (Παθητική).»
35 Συμφωνία με τούτο βρίσκεται στο Ελληνο-Αγγλικόν Λεξικόν της Καινής Διαθήκης υπό Τζων Πάρκχωρστ, σε νέα έκδοσι (1845) υπό 1. Φ. Μέτζιορ, σελίς 673, το οποίον λέγει: «ΙΙΙ. Εκλέγειν δια ψήφου υφ’ οιανδήποτε έκφρασιν. Απαντάται εις 2 Κορινθίους 8:19. IV. Με αιτιατικόν ακολούθημα, διορίζειν ή εγκαθιστάν εν υπηρεσία, καίτοι άνευ ψήφου. Απαντά εις Πράξεις 14:23.»
36. Όπως αποδεικνύεται από την Ιουδαϊκή Αρχαιολογία του Ιωσήπου, τι έννοια είχε το Ελληνικό αυτό ρήμα στις ημέρες των αποστόλων;
36 Σε απόδειξι της τελευταίας αυτής εννοίας του διορισμού χωρίς ψήφους από τους άλλους της εκκλησίας, ο Ιουδαίος Ιστορικός Ιώσηπος στο σύγγραμμά του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, που έγραψε στην κοινή Ελληνική γλώσσα, στην εποχή των αποστόλων του Χριστού, στο δεύτερο ήμισυ του πρώτου αιώνος, στο Βιβλίο ΣΤ΄ και στα κεφάλαια 4 και 13, χρησιμοποιεί το Ελληνικό ρήμα χειροτονείν όταν λέγη ότι ο Βασιλεύς Σαούλ του Ισραήλ ήταν χειροτονημένος από τον Θεό. Η Γραφή δεν λέγει ότι εκείνοι που αποτελούσαν την εκκλησία του Ισραήλ εξέτειναν τα χέρια των κι εψήφισαν τον Βασιλέα Σαούλ στην υπηρεσία. Ο προφήτης Σαμουήλ έχρισε τον Σαούλ να είναι βασιλεύς κι αυτός έγινε ο κεχρισμένος χειροτονημένος από τον Ιεχωβά Θεό.d Συνεπώς, στις ημέρες των αποστόλων, το Ελληνικό ρήμα που χρησιμοποιείται στις Πράξεις 14:23 και στην επιστολή 2 Κορινθίους 8:19 απέκτησε την έννοια του διορίζειν ή ορίζειν, έστω κι από ένα άτομο χωρίς υποστηρικτικές ή καθοδηγητικές ψήφους άλλων δι’ εκτάσεως των χειρών.
37. Σαν κάτι που διευκρινίζει την έννοια του εδαφίου Πράξ. 14:23, τι είπε ο Παύλος σ’ ένα άτομο να πράξη, στο Τίτον 1:5, και με ποια μέθοδο, και συνεπώς πώς μπορεί το εδ. Πράξ. 14:23 να μην ερμηνευθή ορθώς;
37 Ενώ το εδάφιο Πράξεις 14:23 λέγει «εχειροτόνησαν εις αυτούς πρεσβυτέρους κατά πάσαν εκκλησίαν» και χρησιμοποιεί το Ελληνικό ρήμα χειροτονείν, ο απόστολος Παύλος ωδήγησε ένα άτομο, τον επίσκοπο Τίτο, ‘να καταστήση εν πάση πόλει πρεσβυτέρους, καθώς αυτός τον διέταξε. Δεν έγινε εκλογή των πρεσβυτέρων αυτών ανδρών στην υπηρεσία με το να συγκεντρώση ο Τίτος την πλειοψηφία οποιασδήποτε εκκλησίας προσφεύγοντας στην έκτασι των χειρών υπέρ ή κατά των υποψηφίων. Αυτή ήταν η δημοκρατική μέθοδος. Αλλ’ ο διορισμός σύμφωνα με τις διαταγές του Παύλου, ο οποίος ήταν ένα θεόπνευστο μέλος του Χριστιανικού κυβερνώντος σώματος, ήταν η θεοκρατική μέθοδος. (Τίτον 1:5) Το Ελληνικό λοιπόν κείμενο των Πράξεων 14:23 δεν μπορεί ορθώς να ερμηνευθή προς όφελος της δημοκρατικής ή εκκλησιαστικής μεθόδου έναντι των θεοκρατικών διορισμών.
38. Γιατί η δημοκρατική μέθοδος δεν είναι η ορθή μέθοδος για το ζωντανό αγιαστήριο του Ιεχωβά στη γη, αλλά για πιστή υπηρεσία επάνω στη γη πώς θ’ ανταμειφθούν οι άγιοι;
38 Οι πνευματικοί Ισραηλίται, που είναι στη νέα διαθήκη ως λαός για το όνομα του Ιεχωβά, είναι οι «άγιοι» αυτού. Αποτελούν ένα ζωντανό αγιαστήριο για να κατοική εκεί ο Ιεχωβά δια του πνεύματός του. Αυτοί πρέπει να είναι ωργανωμένοι επάνω στον Ιησούν Χριστό, την «πέτρα», και τους δώδεκα αποστόλους του, σύμφωνα με τη θεοκρατική διάταξι και όχι τη δημοκρατική μέθοδο. Ο δημοκρατικός τρόπος απαιτεί διακυβέρνησι μιας οργανώσεως από τον λαό ως την πηγή των εντολών και της εξουσίας. Ο θεοκρατικός τρόπος απαιτεί τη διακυβέρνησι της οργανώσεως από τα άνω προς τα κάτω, από το Υπέρτατον Ον προς τα κάτω. Είναι ο καθαρός, ειρηνικός, αποτελεσματικός τρόπος για το ζωντανό «αγιαστήριο» του Ιεχωβά που αποτελείται από τους αγίους του. Είναι ο ευλογητός τρόπος του να οργανωθούν για να υπηρετήσουν επάνω στη γη ως μάρτυρες του Ιεχωβά. Αν υπηρετήσουν πιστά μέχρι θανάτου, θα βασιλεύσουν και θα κυβερνήσουν μαζί με τον Ιησού Χριστό στον ουρανό. Έτσι θα εκπληρωθή η διαθήκη για τη Βασιλεία, για την οποία εχρίσθησαν από τον Θεό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄
ΤΟ «ΜΙΚΡΟΝ ΚΕΡΑΣ» ΕΝΑΝΤΙΟΥΜΕΝΟΝ
1. Γιατί το όραμα που είδε ο Δανιήλ στο πρώτο έτος του Βασιλέως Βαλτάσαρ εδόθη επικαίρως εκείνο το έτος, και πώς αυτό επέδρασε στον Δανιήλ;
ΑΠΟ το να καταφθαρούν ανηλεώς ώσπου να τους δοθή τελικά η αιώνια βασιλεία πάνω σε όλη την πράσινη αυτή γη—αυτό συνοψίζει την καταπληκτική πείρα των αγίων του Υψίστου Θεού, όπως την είδε σε όραμα ο προφήτης Δανιήλ. Η χρυσή δόξα της Βαβυλωνιακής κοσμοκρατορίας επρόκειτο να χάση τη λάμψι της. Η τελευταία της δυναστεία των Χαλδαίων βασιλέων ήταν επάνω στον θρόνο της παγκοσμίου κυβερνήσεως. Ήταν το πρώτο έτος του Βαλτάσαρ, βασιλέως της Βαβυλώνος. Το ενύπνιο και οι οράσεις της κεφαλής του Δανιήλ σ’ εκείνο το έτος του καιρού του τέλους της Βαβυλώνος ως της τρίτης παγκοσμίου δυνάμεως εσχετίζετο εν μέρει με την παροδική εκείνη παγκόσμια δύναμι. Ήταν λοιπόν επίκαιρο και κατάλληλο να σταλή το όνειρο στον Δανιήλ προτού καταβιβασθή η Βαβυλών από τον υψηλό της θρόνο. Το υπόλοιπο των αγίων του Ιεχωβά, όπως ήταν ο Δανιήλ, ο Ζοροβάβελ και ο Ιουδαίος αρχιερεύς Ιησούς, κατεκρατούντο ακόμη ως αιχμάλωτοι και δούλοι στη Βαβυλώνα. Το ενύπνιον και η συνοπτική αγγελική του ερμηνεία πολύ εθορύβησαν τον Δανιήλ. Η χροιά του άλλαξε. Βλέποντας, όμως, εμείς τη σχεδόν συμπληρωμένη ερμηνεία του σήμερα από τα εκτυλισσόμενα γεγονότα της ιστορίας των τελευταίων δυόμιση χιλιετηρίδων, με μερικά εξόχως δραματικά χαρακτηριστικά που υπολείπεται να εκπληρωθούν, μπορούμε καλά να εννοήσωμε γιατί ο Δανιήλ εθορυβήθη τόσο.
2, 3. Πώς περιέγραψε ο Δανιήλ το τρομερό ενύπνιο;
2 Ιδού η περιγραφή του τρομερού ενυπνίου από τον Δανιήλ:
3 «Εγώ εθεώρουν εν τω οράματί μου την νύκτα και ιδού, οι τέσσαρες άνεμοι του ουρανού συνεφώρμησαν επί την θάλασσαν την μεγάλην. Και τέσσαρα θηρία μεγάλα, ανέβησαν εκ της θαλάσσης, διαφέροντα απ’ αλλήλων. Το πρώτον ήτο ως λέων, και είχε πτέρυγας αετού· εθεώρουν εωσού απεσπάσθησαν αι πτέρυγες αυτού, και εσηκώθη από της γης, και εστάθη επί τους πόδας ως άνθρωπος, και καρδία ανθρώπου εδόθη εις αυτό. Και ιδού έπειτα θηρίον δεύτερον, όμοιον με άρκτον, και εσηκώθη κατά το έν πλάγιον, και είχε τρεις πλευράς εν τω στόματι αυτού μεταξύ των οδόντων αυτού· και έλεγον ούτω προς αυτό· Σηκώθητι, κατάφαγε σάρκας πολλάς. Μετά τούτο εθεώρουν, και ιδού έτερον, ως λεοπάρδαλις, έχον επί τα νώτα αυτού τέσσαρας πτέρυγας πτηνού· το θηρίον είχεν έτι τέσσαρας κεφαλάς· και εδόθη εξουσία εις αυτό. Μετά τούτο είδον εν τοις οράμασι της νυκτός, και ιδού θηρίον τέταρτον, τρομερόν και καταπληκτικόν, και ισχυρόν σφόδρα· και είχε μεγάλους σιδηρούς οδόντας· κατέτρωγε και κατεσύντριβε, και κατεπάτει το υπόλοιπον με τους πόδας αυτού· και αυτό ήτο διάφορον πάντων των θηρίων των προ αυτού· και είχε δέκα κέρατα. Παρετήρουν τα κέρατα και ιδού, έτερον μικρόν κέρας ανέβη μεταξύ αυτών, έμπροσθεν του οποίου τρία εκ των πρώτων κεράτων εξερριζώθησαν· και ιδού, εν τω κέρατι τούτω ήσαν οφθαλμοί ανθρώπου, και στόμα λαλούν πράγματα μεγάλα.»—Δαν. 7:2-8.
(Ακολουθεί)
[Υποσημειώσεις]
a Βλέπε Η Σκοπιά 15ης Δεκεμβρίου 1958, σελ. 570 - 572.
b Βλέπε βιβλίον Η Νέα Κτίσις, από Κ. Τ. Ρώσσελ, σελίδες 251-258.
c Η Νέα Κτίσις, σελίς 251, παράγραφος 2. Βλέπε, επίσης, Σκοπιάν της Σιών 15ης Μαρτίου 1906, σελίς 91, παράγραφοι 7, 8 (στην Αγγλική).
d Η Ιουδαϊκή Αρχαιολογία του Ιωσήπου, Βιβλίον ΣΤ΄, Κεφάλαιον 4, παράγραφος 2, αναφέρει: «Κατά ταύτα ο Σαούλ απέπεμψε τον δούλον του, ο οποίος τον ηκολούθησε. Τότε ο προφήτης έλαβε δοχείον ελαίου, και το επέχυσε εις την κεφαλήν του νεανίου, τον εφίλησε και είπε, ‘Έσο βασιλεύς υπό του Θεού χειροτονηθείς’ εναντίον των Φιλισταίων, και εις εκδίκησιν των Εβραίων δι’ όσα παρ’ αυτών έπαθον.» Η Αρχαιολογία, Βιβλίον ΣΤ΄, Κεφάλαιον 13, παράγραφος 9, λέγει: «Τότε ο Δαβίδ εισήλθεν εις την σκηνήν τον βασιλέως, αλλ’ ουδέ εφόνευσε τον Σαούλ, καίτοι εγνώριζε πού έκειτο, εκ του δόρατος του παρ’ αυτόν εμπεπηγμένον, ουδέ εις τον Αβισαί επέτρεψεν, όστις θα εφόνευεν αυτόν, με στερεάν την πρόθεσιν να το πράξη. Διότι είπεν ότι θα ήτο φοβερόν έγκλημα να φονεύση εκείνον όστις ήτο χειροτονημένος βασιλεύς παρά Θεού, καίτοι ήτο ασεβής ανήρ: δια τούτο όστις έδωκεν εις αυτόν εξουσίαν ήθελε επιβάλει τιμωρίαν εις αυτόν εν καιρώ· όθεν ανέστειλε την πρόθεσίν του.» Βλέπε μετάφρασιν υπό Ουΐλλιαμ Ουίστων, Μ. Α., Βοστώνη, Μασσ., του 1849, σελίδες 188, 189, 217. Παράβαλε επίσης με 1 Σαμουήλ 10:1, 20-24· 26:5-12.