Επιδιώκοντας τον Σκοπό μου στη Ζωή
Αφήγησις του Γκαστ Γ. Μάκη
ΤΟΝ Δεκέμβριο του 1933, στην Τάμπα της Φλορίντας, ενώ ήμουν ενεργώς απασχολημένος στην εργασία μου επάνω στο ατμόπλοιο «Σαραμάκκα», ήλθε στο πλοίο ένας ξένος με μια σάκκα. Είπε ότι είχε βιβλιάρια με πέντε σεντς το καθένα ή είκοσι πέντε σεντς τα έξη. Τι μ’ έκαμε να σταματήσω; Επρόσεξα τις Γραφικές περικοπές και του έδωσα είκοσι πέντε σεντς. Αυτός μου έδωσε τα βιβλιάρια. Αφού τα έβαλα στην τσέπη μου, συνέχισα την εργασία μου.
Αφού παρέβαλα τα γεγονότα και τις συνθήκες της γης με τα Γραφικά εδάφια, ανατρέχοντας στα Γραφικά κείμενα μ’ αυτά τα βιβλιάρια, διευκρίνισα στη διάνοιά μου ότι αυτά ήσαν τ’ αγαθά νέα της Βασιλείας, για την οποία ο Ιησούς είχε διδάξει στους μαθητάς του να προσεύχωνται.
Εγνώρισα ότι βρήκα την αλήθεια, αλλά το πώς θα μπορούσα να είμαι ένας μάρτυς του Ιεχωβά δεν ήταν και τόσο σαφές. Άρχισα πρώτα με το να στέλλω το άγγελμα της Βασιλείας σε όλους τους συγγενείς και τους γνωστούς μου μακριά και κοντά και στους ξένους προσπαθούσα να δίνω βιβλιάρια, σε όσο το δυνατόν περισσοτέρους. Σε πολλούς από τους συγγενείς και φίλους μου έστειλα κι άλλα έντυπα κατ’ επανάληψιν, αλλά κανείς δεν ανταπεκρίθη ευνοϊκά. Η αδελφή μου στη Μιννεσότα απήντησε έτσι: «Κανείς εδώ δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτή τη θρησκεία.» Αυτή είχε γεννηθή ως Λουθηρανή, όπως κι εγώ, και δεν είχε σκοπό ν’ αλλάξη. Ένας άλλος υποτιθέμενος φίλος μού επέστρεψε τα βιβλία της Βασιλείας με την επιστροφή του ταχυδρομείου.
Τον Μάιο του έτους 1938, στο Πόρτλαντ της πολιτείας Όρεγκον, ήλθαν δυο ξένοι στο πλοίο. Ο ένας μου έδωσε μια κάρτα μαρτυρίας, μη γνωρίζοντας ότι εγώ ήμουν ενδιαφερόμενος. Τον παρέλαβα στην καμπίνα μου. Πολύ εξεπλάγη που είδε τις εκδόσεις της Εταιρίας, το ημερολόγιο και βιβλία ολόγυρα στην καμπίνα. Ο Αδελφός Βέντρος τότε μου εγνωστοποίησε τη μεγάλη συνέλευσι που επρόκειτο να γίνη τον Ιούνιο στο Σήατλ της πολιτείας Ουάσιγκτων. Για να παρευρεθώ στη συνέλευσι έπρεπε να εγκαταλείψω την εργασία μου. Από πολύν καιρό επεδίωκα να βαπτισθώ. Σ’ αυτή τη συνέλευσι εβαπτίσθησαν περίπου 260 από μας. Για μένα ήταν μια νέα αφετηρία.
Μετά τη συνέλευσι συνταυτίσθηκα με την εκκλησία του Σήατλ, όπου πολλοί ευαγγελιζόμενοι εχρησιμοποιούσαν για τη μαρτυρία φωνογράφο. Κι εγώ, επίσης, επρομηθεύθηκα ένα φωνογράφο. Αυτό ήταν μια πραγματική ευλογία για μένα, εφόσον αυτός έκανε το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας και έλαβε τη θέσι της κάρτας μαρτυρίας. Κι ένα άλλο: απέκτησα έναν από τους φωνογράφους της Εταιρίας και τον ετοποθέτησα μέσα σε μια βάρκα μεγέθους τριάντα ποδών για να παίζη δίσκους με θέματα της Βασιλείας στο θαλάσσιο μέτωπο. Αλλ’ αυτό δεν εφαίνετο να είναι τόσο αποτελεσματικό όσο ήταν η διάταξις του έργου σε σπίτια, κι έτσι το εγκατέλειψα.
Όσο περισσότερη μαρτυρία έδινα από σπίτι σε σπίτι, τόσο περισσότερο αισθανόμουν την υποχρέωσι της ολοχρονίου υπηρεσίας. Τον Δεκέμβριο του έτους 1939 έλαβα διορισμό σκαπανέως από την Εταιρία. Μετά από δύο χρόνια ολοχρονίου υπηρεσίας, εργαζόμουν ακόμη ως σκαπανεύς, αλλά μπορώ τώρα ν’ ανατρέξω στο παρελθόν και να ιδώ πολλές δυσχέρειες που είχα και να κατανοήσω ότι μόνο με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά μπόρεσα να προχωρήσω, ο δε Ιεχωβά εξακολουθούσε να προμηθεύη ακριβώς σαν από το «ρωγίον του ελαίου» της χήρας.—1 Βασ. 17:16.
Στο Πορτ Άντζελες της πολιτείας Ουάσιγκτων, τον Νοέμβριο του έτους 1941, έλαβα διορισμό να μεταβώ ως ειδικός σκαπανεύς στην Ολύμπια της Ουάσιγκτων, μαζί με τρεις άλλους ειδικούς σκαπανείς. Γι’ αυτό ήμουν πολύ ευτυχής. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα διόλου, αλλά εμάζευα τα πράγματά μου για ν’ αναχωρήσω νωρίς το πρωί. Όταν εφθάσαμε στην Ολύμπια, ένας από τους εκεί ευαγγελιζομένους μάς υπέδειξε ένα σπιτάκι σε απόστασι δύο μιλίων μέσα σε δάσος, που μπορούσαμε να το έχωμε δωρεάν. Καλό ήταν αυτό, αφού κανείς μας δεν είχε χρήματα γι’ αυτό.
Το σπίτι αυτό είχε μια παλιά θερμάστρα που λειτουργούσε με ξύλα· αλλά καθόσον διαρκούσε η περίοδος των βροχών, πολύ λίγο μαγείρευμα ή θέρμανσις μπορούσε να γίνη. Δύο από τα παιδιά είχαν αυτοκίνητα, και μ’ αυτά μπορούσαμε να πάμε στον τομέα μας και να επιστρέψωμε. Η υποδοχή που μας έγινε σε πολλά σπίτια ήταν τόσο ψυχρή όσο και το υγρό σπιτάκι του δάσους τον Δεκέμβριο. Αργότερα εγκατασταθήκαμε σ’ ένα οίκημα γι’ αυτοκίνητα, στην πόλι, το οποίον ήταν πολύ καλύτερο.
Αφού εργασθήκαμε λίγο καιρό στην Ολύμπια, η Εταιρία διήρεσε την ομάδα μας και πηγαίναμε ανά δύο. Ο αδελφός Δενερλάιν κι εγώ επρόκειτο να πάμε στο Γκραν Κούλι, Ουάσιγκτων. Εκεί ενοικιάσαμε ένα σπιτάκι, μη γνωρίζοντας πάλι κάποιο άτομο καλής θελήσεως, έναν καταστηματάρχη, και τι μπορούσε να κάμη αυτός για να μας βοηθήση. Μας έδωσε ένα σπίτι δωρεάν, καθώς και μια Αίθουσα Βασιλείας, επίσης δωρεάν. Απ’ αυτό το γεγονός κι άλλα παρόμοια, έμαθα τι είπε ο Ιησούς: «Εις οποίαν δε πόλιν ή κώμην εισέλθητε, εξετάσατε τις είναι άξιος εν αυτή, και εκεί μείνατε εωσού εξέλθητε,» χωρίς να μετακινήσθε από τόπο σε τόπο.—Ματθ. 10:11· Λουκ. 9:4.
Εκείνο που κατέστησε το έργον σκληρότερο κατά καιρούς (εκτός από μερικούς «εριφοειδείς» ανθρώπους και τους μη ενδιαφερομένους) ήταν η παρεμπόδισις από την αστυνομία και τους αξιωματούχους του νόμου. Αυτοί συχνά με ανέκριναν, σαν να ήμουν ύποπτος. Έτσι, αφού έδωσα μαρτυρία στον προσδιωρισμένο τομέα τέσσερες φορές, ανυπομονούσα για μια μεταβολή. Αλλά και τότε ακόμη έβλεπα τους καλής θελήσεως ανθρώπους να εκδηλώνωνται ολοένα περισσότερο και την αστυνομία να γίνεται λιγώτερο καχύποπτη. Ήταν ακατάλληλος ο καιρός ν’ αφήση κανείς τον τομέα όταν είχε δημιουργήσει περιβάλλον καλής θελήσεως. Εθεώρησα, επίσης, καλό να δώσω μαρτυρία και στα όργανα του νόμου όσο το δυνατόν ταχύτερα. Έτσι, θα μ’ ενοχλούσαν λιγώτερο κατόπιν.
Όταν τον Αύγουστο του 1944 μου ήλθε ένας διορισμός για τη Σχολή Γαλαάδ, φαντάσθηκα πώς τότε ήμουν πολύ προχωρημένης ηλικίας (ήμουν τότε σαράντα πέντε ετών)· αλλά με την προοπτική του να λάβω διορισμό στο εξωτερικό, ενδιαφέρθηκα να κάμω μια δοκιμή. Επειδή τα μαθήματα της σχολής Γαλαάδ προχωρούσαν γοργά το ένα μετά το άλλο, δεν μπορούσα φυσικά ν’ απορροφήσω τόσα όσα οι νεώτεροί μου. Ένα δυνατό σημείο στη σχολή Γαλαάδ βρήκα ότι ήταν αυτό: ‘Προχώρει και μη γίνεσαι λιποτάκτης.’
Όταν εφεύγαμε από τη σχολή Γαλαάδ στις 22 Φεβρουαρίου 1945, ο Αδελφός Νορρ είπε στους αποφοίτους ότι μερικοί από μας θα έπρεπε ν’ αναμείνουν δυο έτη ώσπου να λάβουν διορισμό για το εξωτερικό. Τον Δεκέμβριο του 1946, ο Αδελφός Τζόνσον κι εγώ εκλήθημεν στο Μπρούκλυν από το Νιου Λόντον της πολιτείας Κοννέκτικατ, για να προετοιμασθούμε για τον αγρό του εξωτερικού. Πρώτα έπρεπε ν’ αναζητήσω ένα πλοίο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθή στις Δυτικές Ινδίες. Αποτελούσε μια ευτυχή προσδοκία για μένα να μετάσχω στην επίδοσι μαρτυρίας σε μερικά από τα μικρά νησιά της θαλάσσης. Επήγα να φροντίσω για την ανανέωσι της θαλασσίας αδείας μου. Ο εκπαιδευτής της ναυσιπλοΐας με θυμόταν και προσεφέρθη να με στείλη μ’ ένα υπερωκεάνιο για ένα ταξίδι ως πρώτον αξιωματικό του πλοίου και στο δεύτερο ταξίδι ως πλοίαρχο. Όταν είπα στον εκπαιδευτή ότι δεν μπορούσα να το κάμω αυτό, διότι εταξίδευα ως ιεραπόστολος στις Δυτικές Ινδίες, δεν μπορούσε να καταλάβη γιατί θα έπρεπε να ενδιαφερθώ για μια τέτοια επιχείρησι εφόσον δεν θα απέφερε χρηματικό όφελος.
Τέλος, στις 16 Νοεμβρίου 1948, τέσσερες από μας ανεχωρήσαμε με το βοηθητικό πλοίο της Εταιρίας ένα είκοσι τόννων «σκούνερ-γιωτ» από τη Νέα Υόρκη για το Νασσάου Μπαχάμας. Μετά από ένα ανώμαλο, θυελλώδες ταξίδι τριάντα ημερών εφθάσαμε σώοι στο Νασσάου, πρωτεύουσα των Νήσων Μπαχάμας. Όλοι οι εκεί αδελφοί εχάρησαν που ήλθαμε να τους βοηθήσωμε. Ο Αδελφός Πόρτερ είπε: «Ο καιρός ήταν καλός· σας επερίμενα από πολύν καιρό.»
Μετά δύο εβδομάδες αρχίσαμε να δίνωμε μαρτυρία στα ακραία νησιά του συμπλέγματος Μπαχάμας, χρησιμοποιώντας το γιωτ για να μας μεταφέρη από τον ένα συνοικισμό στον άλλον. Το πλοίον ήταν επίσης και κατοικία μας για κάθε τι, από το μαγείρευμα ως το πλύσιμο των εσωρρούχων. Αγκυροβολούσαμε σε απόστασι από τα χωριά και κατόπιν χρησιμοποιούσαμε βάρκα με κουπιά για να βγούμε στην ακτή και να επιστρέψωμε στην πλωτή κατοικία μας. Οι κάτοικοι των νήσων μπορούν να επισημάνουν αμέσως ένα ξένο πλοίο και ξένους γενικά. Είναι πάντοτε πρόθυμοι να μάθουν τι νεώτερο υπάρχει. Σε μερικούς τόπους συνεκεντρώνετο ένα μεγάλο πλήθος στην προκυμαία για να ιδή τι συμβαίνει. Διεπιστώσαμε ότι είναι εύκολο να κηρύττωμε στους κατοίκους των Μπαχάμας. Σχεδόν κάθε σπίτι έχει και μια Αγία Γραφή. Είναι φιλόφρονες. Ο μέσος κάτοικος των ακραίων αυτών νησιών διαμένει σ’ ένα ξύλινο σπιτάκι. Μερικοί ασχολούνται στο ψάρεμα· άλλοι επιδίδονται σε μικροκαλλιέργειες τοματών, μπιζελιών, αραβοσίτου και αμπελιών. Μερικοί διατρέφουν ζώα—κατσίκες, πρόβατα αγελάδες. Άλλοι κάνουν αχυροπλέγματα, κατασκευάζουν ψάθες, καπέλλα και καλάθια.
Ενίοτε διεθέταμε δεκαπέντε ως είκοσι βιβλία την ημέρα, μολονότι οι άνθρωποι ήσαν πτωχοί. Πολλοί ήθελαν να δώσουν και τα τελευταία τους δύο σελλίνια για ένα βοήθημα Γραφικής μελέτης.
Πολλοί από τους εντοπίους κληρικούς προσέφεραν τη χρήσι των εκκλησιών των. Εκεί εδώσαμε Γραφικές διαλέξεις. Στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου της μαρτυρίας μας στον λαό των Μπαχάμας στα ακραία νησιά δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου εναντίωσις.
Τον Ιούνιο του 1949, πριν από την ετήσια εποχή των καταιγίδων, μετεκομίσαμε στις Παρθένους Νήσους. Ο πρώτος μας σταθμός ήταν ο Σαιντ Τομάς, του συμπλέγματος Παρθένων Νήσων των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκεί συναντήσαμε ιεραποστόλους που ειργάζοντο σκληρά. Είχαν θέσει σ’ ενέργεια μια μικρή εκκλησία. Απ’ εκεί μετασταθμεύσαμε στον Σαιντ Τζων, των Παρθένων Νήσων, κατόπιν δε στις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους. Όλα τα μεμονωμένα νησιά αποτελούσαν τομέα μας και δεν ήμεθα ακόμη στο τέλος του τομέως. Από τις Παρθένους Νήσους, επήγαμε στις μεμονωμένες Προσηνέμους και Υπηνέμους Νήσους. Σε όλα αυτά τα νησιά είχαμε μια καλή υποδοχή. Πολλοί ήθελαν να ρωτήσουν: «Πότε θα μας ξαναρθήτε;» Στον Άγιο Μαρτίνο, ένας εμπορευόμενος είπε: «Ο λαός ποτέ δεν συνήθιζε να ομιλή για την Αγία Γραφή, αλλ’ αφότου ήλθατε εδώ, όλοι ομιλούν για τη Γραφή.» Πολλοί είπαν ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που ήλθε η αλήθεια σ’ αυτό το νησί.
Τον Ιούλιο του 1953, μετά τη συνέλευσι του Σταδίου Γιάγκη, ήλθε άλλη μια πρόοδος. Ελάβαμε ένα γιωτ (θαλαμηγό) είκοσι εννέα τόννων πετρελαιοκίνητο με διδύμους έλικες, που μπορούσε να πλεύση ταχύτερα και να πάη σε πιο πολλά μέρη. Όταν επέστρεφα στη Μεγάλη Ινάγουα, των Μπαχάμας, κι επεσκέφθηκα τον αρμοστή, ο οποίος είχε λάβει μερικά έντυπα πριν από τέσσερα χρόνια, του είπα για τις εξαίρετες μέρες που περάσαμε στο Στάδιο Γιάγκη, και μου είπε: «Ήμουν εκεί! Είχε, επίσης, μερικά από τα τελευταία έντυπα που εξεδόθησαν στο στάδιο. Στην Αγκουίλλα, των Βρετανικών Δυτικών Ινδιών, έδωσα μαρτυρία σε δύο αστυνομικούς. Ο ένας είπε: «Εγώ είμαι Αγγλικανός, αλλά δεν θα μου είναι και δύσκολο ν’ αλλάξω τη θρησκεία μου, κι αν το κάμω αυτό θα γίνω ένας μάρτυς του Ιεχωβά.» Ο άλλος αστυνομικός εμειδίασε, λέγοντας: «Αν διαβάσω περισσότερα απ’ αυτό το βιβλίο ‘Νέοι Ουρανοί και Νέα Γη’ θα εγκαταλείψω το επάγγελμά μου.»
Στην τελευταία πενταετία είδα την ίδρυσι εκκλησιών από δεκαπέντε, δώδεκα και έξη ευαγγελιζομένους, στα τρία μεμονωμένα νησιά, όπου είχε γίνει μαρτυρία με τη χρήσι του πλοιαρίου. Σ’ ένα άλλο μεμονωμένο νησί, στην Αγκουίλλα, πέντε άτομα εσυμβόλισαν την αφιέρωσί τους με το εν ύδατι βάπτισμα. Ένας απ’ αυτούς τους πέντε ενεγράφη ως σκαπανεύς. Μεταξύ του λαού των νησιών αυτών υπάρχει μια ολοένα αυξανόμενη επίδειξις καλής θελήσεως. Οι πιο πολλοί στα μικρότερα νησιά είναι πτωχοί, αλλά πολλοί επιδεικνύουν την καλωσύνη τους προσκαλώντας μέσα τους επισκέπτας να φάγουν κάτι ή να πιουν κάποιο ηδύποτο. Άλλοι σας δίνουν ένα ή δύο αυγά να πάρετε μαζί σας, ή οτιδήποτε άλλο πράγμα της εποχής.
Μια από τις ιεραποστόλους της Τρινιντάντ ήλθε στην Καριακού, και ενώ πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι, είπε: «Αυτό δεν είναι έργον σκαπανέως· αυτό είναι σαν μια μετάβασις για επίσκεψι.» Σε κάθε σπίτι όπου πηγαίναμε μας προσκαλούσαν μέσα και αν δεν εγίνετο αυτό, ετίθετο ένα κάθισμα στη σκιά του σπιτιού.
Οι περισσότεροι από τους μικρούς συνοικισμούς των νησιών δεν έχουν ηλεκτρικό φως, ούτε πολλά μέσα ψυχαγωγίας. Γι’ αυτό, για να γίνη μια δημόσια συνάθροισις κρεμούμε μια λάμπα πετρελαίου σε μια κατάλληλη θέσι, συνήθως σ’ ένα δένδρο ή σ’ ένα σπίτι κοντά στον δρόμο. Μετά τη Γραφική διάλεξι θα επακολουθήση μια καλή συζήτησις, η οποία μερικές φορές διαρκεί μια ώρα ή περισσότερο.
Μου αρέσει ο διορισμός μου στο εξωτερικό και δεν παρουσιάζει τόση εντατικότητα όση είχα αντιμετωπίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι άνθρωποι εδώ είναι πάντοτε πρόθυμοι να μιλούν με τους ξένους και είναι φιλόφρονες. Πολλοί σας καλούν να επανέλθετε για μια συμμελέτη κάθε μέρα ενόσω είσθε στο λιμάνι. Είναι σαν την γενέτειρα, όπου ο καθένας είναι γνωστός.
Πριν από ένα έτος και πλέον το ιεραποστολικό σκάφος «Φως» επωλήθη από την Εταιρία, κι έτσι τώρα, αντί να είμαι ένας θαλασσοπόρος πλοίαρχος, είμαι ένας χερσαίος στο νησί Σαιν Μαρτέν. Ήταν μεγαλειώδες να βλέπη κανείς την αύξησι του έργου στα νησιά της Καραϊβικής Θαλάσσης και το πώς, στο ένα νησί μετά το άλλο, ιδρύοντο εκκλησίες και το έργον αποκτούσε ένα στερεό θεμέλιο. Τώρα τα περισσότερα νησιά λαμβάνουν καλή μαρτυρία από ευαγγελιζομένους εκκλησιών ή από ειδικούς σκαπανείς ή από επισκέψεις υπηρετών περιοχής. Το Σαιν Μαρτέν είναι ένα φιλοφρονητικό νησάκι και αποτελεί πραγματική ευχαρίστησι να φέρη κανείς το άγγελμα της ζωής στους ανθρώπους εδώ. Στην Ολλανδική πλευρά του νησιού, όπου είμαι εγκατεστημένος, είχαμε δεκαεπτά παρόντας στην Ανάμνησι τον Απρίλιο του 1958, πράγμα που μας έκαμε όλους πολύ ευτυχείς. Η ευλογία του Ιεχωβά μπορεί να καταφανή σ’ αυτή την αύξησι. Ήταν ένα θαυμάσιο προνόμιο που μπόρεσα να παρευρεθώ στη Διεθνή Συνέλευσι «Το Θείον Θέλημα» στη Νέα Υόρκη από όπου επέστρεψα κατόπιν στο ιεραποστολικό έργον.
Είμαι ευγνώμων στον Ιεχωβά που έχω το προνόμιο να είμαι δεκαεννέα χρόνια τώρα στην ολοχρόνια υπηρεσία, και λυπούμαι μόνο για το χρονικό διάστημα στο οποίο μπορούσα να είχα κάμει καλύτερη υπηρεσία.
Γνωρίζω ότι μόνο με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά μπορεί κανείς να είναι μέλος της κοινωνίας του Νέου Κόσμου.