Χαρούμενοι να Υπηρετούμε Όπως Θέλει ο Ιεχωβά
Αφήγηση από τον Εμίλ Χ. Βαν Ντάαλεν
ΤΑ επακόλουθα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έγιναν αισθητά σε όλη τη γη. Το οικονομικό κραχ του 1929 έκανε πολλούς ν’ αυτοκτονήσουν επειδή έχασαν τις οικονομίες τους. Αυτό ακολουθήθηκε από μια πλατιά διαδεδομένη ξηρασία, από ανεμοστρόβιλους που προκαλούσαν τύφλωση, από πληγές ακρίδων, από χαμηλές σοδειές σιτηρών, από πτώση των τιμών των ζώων και των σιτηρών και από ανερχόμενη ανεργία. Στην κορυφή όλων αυτών βρισκόταν η απειλή ενός άλλου πολέμου που σκοτείνιαζε τον ορίζοντα. Ναι, όπως προειπώθηκε στη Βίβλο, ‘Οι άνθρωποι θα αποψυχούσαν από το φόβο και την προσδοκία των επερχομένων δεινών στην οικουμένη.’—Λουκάς 21:26.
Εκείνο τον καιρό η οικογένειά μας ζούσε σε ένα αγρόκτημα στα ανατολικά της Νότιας Ντακότα—οι γονείς μου, οι εφτά γιοι τους και η μια κόρη τους. Η Μητέρα και ο Πατέρας είχαν ήδη αντιμετωπίσει τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν χάσει ένα αγρόκτημα και προσπαθούσαν να ξαναγυρίσουν σ’ ένα άλλο. Με τόσους πολλούς γιους ο φόβος ενός άλλου πολέμου τους έφερνε μεγάλη κατάθλιψη.
Μαθαίνοντας να Κάνουμε το Θέλημα του Ιεχωβά
Δεν ήξερα τότε πως θα κυβερνούσαν τη ζωή μου τα θεόπνευστα λόγια του Δαβίδ: «Χαίρω, Θεέ μου, να εκτελώ το θέλημα σου.» (Ψαλμ. 40:8) Όλα άρχισαν το 1932.
Εκείνο το χρόνο ο Έντουαρντ Λάρσον, ένας περιοδεύων πωλητής, ήρθε για να μας επιδείξει τα καρυκεύματα, σαπούνια και παρόμοια πράγματα. Αλλά είχε κάτι πιο σπουδαίο—ένα άγγελμα. Μας είπε ότι οι εκκλησίες δεν δίδασκαν την αλήθεια, ότι ο Ιησούς Χριστός κυβερνούσε σαν ουράνιος Βασιλιάς, ότι τα καλά νέα της Βασιλείας έπρεπε να κηρυχθούν και ότι μετά τον πόλεμο του Θεού στον Αρμαγεδδώνα οι δίκαιοι θα απολάμβαναν αιώνια ζωή.—Αποκάλυψις 16:14, 16· 21:1-4.
Η μητέρα μου, ιδιαίτερα, είχε πολύ εντυπωσιαστεί. Και μια γειτονική οικογένεια ενδιαφέρθηκε επίσης. Έτσι, σύντομα υπήρχαν τρεις οικογένειες, περιλαμβανομένων και των Λάρσονς, που «εδέχθησαν τον λόγον μετά πάσης προθυμίας, εξετάζοντας καθ’ ημέραν τας γραφάς.»—Πράξεις 17:11.
Την ίδια περίπου εποχή ο Ραλφ Βίττωμ, ένας σκαπανέας (ολοχρόνιος κήρυκας της Βασιλείας) ταξίδευε μ’ ένα παλιό Φορντ Μοντέλο Τ, και ήρθε στην πόρτα μας. Οι γονείς μου τον προσκάλεσαν να μείνει μαζί μας καθώς θα έδινε μαρτυρία στους ανθρώπους της περιοχής. Το βράδυ μέναμε μέχρι τις δώδεκα ή τη μία η ώρα κι αυτός μας εξηγούσε την αλήθεια για τη Βασιλεία και ξεσκέπαζε τις διδασκαλίες των εκκλησιών για τον άδη, την Τριάδα, την αθανασία της ψυχής και για άλλες ψεύτικες δοξασίες. Μολονότι δεν είχαμε τότε μια τυπική Γραφική μελέτη, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε το σκοπό του Θεού για το ανθρώπινο γένος και πώς μπορούσαμε να κάνουμε το θείο θέλημα. Τι ανακούφιση και χαρά ήταν αυτή, ιδιαίτερα για τους γονείς μου!
Με τον καιρό γνωρίσαμε περισσότερους Μάρτυρες. Έτσι γίναμε μέλη της εκκλησίας των δούλων του Ιεχωβά.
Ένας Καινούργιος Σκοπός στη Ζωή
Όλα αυτά άρχισαν όταν ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο. Το 1934 άρχισα να βγαίνω στην υπηρεσία αγρού και βαφτίστηκα μετά από δυο χρόνια. Στη διάρκεια της δύσκολης περιόδου της ξηρασίας και των ανεμοστρόβιλων, δαπάνησα δυο εβδομάδες δίνοντας μαρτυρία σε απομονωμένη περιοχή. Μαγειρεύαμε εμείς το φαγητό μας και κοιμόμαστε στο έδαφος ή στο αυτοκίνητο, όπου συνέβαινε να βρισκόμαστε στο τέλος της μέρας. Αλλά ήμασταν ευτυχισμένοι, επειδή ξέραμε ότι κάναμε το θέλημα του Ιεχωβά.
Σ’ εκείνο ειδικά το ταξίδι, συναντήσαμε μια γυναίκα που είχε πάρει το βιβλιάριο Διαχωρισμός των Ανθρώπων Όταν το διάβασε, κατάλαβε πώς το άγγελμα ήταν αλήθεια, και παρήγγειλε πολλά απ’ αυτά τα βιβλιάρια στην Εταιρία Σκοπιά και τα μοίρασε σε γείτονες και φίλους της. Έγινε μια πολύ ζηλώτρια μάρτυς του Ιεχωβά.
Τον Οκτώβριο του 1938 ο αδελφός μου Άρθουρ κι εγώ αρχίσαμε το έργο σκαπανέα. Εργαζόμαστε περισσότερο σε αγροτική περιοχή στα ανατολικά της Νότιας Ντακότα και στα δυτικά της Μιννεσότα. Αργότερα ενώθηκε μαζί μας κι ένας άλλος κατά σάρκα αδελφός μας, ο Όμηρος, και ο Αδελφός Κάρρολ Τόμπκινς. Ήδη είχαμε ένα τροχόσπιτο και δύο αυτοκίνητα. Εργαστήκαμε στο Μιζούρι, στη Λουιζιάνα και στην Αϊόβα. Ενώ βρισκόμασταν στην Πόλη Σιούξ το 1941, λάβαμε διορισμούς ειδικού σκαπανέα για τη Γουώτερταουν, στη Νότια Ντακότα.
Υπηρετώντας στη Διάρκεια των Πρώτων Ετών του Πολέμου
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν εν προόδω, και οι νεαροί άντρες κλήθηκαν για στρατιωτική υπηρεσία. Αλλά κανένας μας δεν ήταν υποχρεωμένος να πάει επειδή ήμασταν διάκονοι σαν ολοχρόνιοι κήρυκες της Βασιλείας. Αυτό αναστάτωσε τους αγρότες γύρω από την Γουώτερταουν οι οποίοι έβλεπαν τέσσερις νεαρούς στρατιωτικής ηλικίας ‘να σπαταλούν το χρόνο τους πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα με Βιβλικά έντυπα’ ενώ οι δικοί τους γιοι ήταν στον πόλεμο. Ένα Σάββατο βράδυ ήμασταν στο δρόμο προσφέροντας τα Βιβλικά μας περιοδικά όταν αστυνομικοί ήρθαν και μας πήραν στο αστυνομικό τμήμα. Μας είπαν ότι έπρεπε να φύγουμε από την πόλη μέσα σε δυο εβδομάδες ή θα μας συνελάμβαναν. Όπως είναι φυσικό, θεωρήσαμε το διορισμό αυτό ότι προερχόταν από τον Θεό και νιώσαμε όπως ακριβώς και οι απόστολοι όταν διατάχθηκαν να σταματήσουν να κηρύττουν: «Πρέπει να πειθαρχώμεν εις τον Θεό μάλλον παρά εις τους ανθρώπους.»—Πράξεις 5:29.
Δύο εβδομάδες αργότερα, καθώς φεύγαμε από το σπίτι μας για την υπηρεσία αγρού, ήρθε η αστυνομία, μας συνέλαβε και μας πήγε στη φυλακή. Το βράδυ ο εισαγγελέας—ο κύριος υποκινητής πίσω απ’ όλα αυτά—μας ανέκρινε έναν-έναν και η ανάκριση συνέχισε μέχρι τις πολύ πρωινές ώρες. Περάσαμε τέσσερις μέρες στη φυλακή. Μας κατηγόρησαν για πολλά πράγματα, αλλά η κατηγορία που χρησιμοποιήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Πολιτείας ήταν ότι θα έπρεπε να εισπράττουμε φόρο πωλήσεων ένα τα εκατό για κάθε έκδοση που πουλούσαμε και στοίχιζε 25 σεντς και να τον δίνουμε στην κυβέρνηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι λόγω της φύσεως του έργου μας ο φόρος αυτός θα ήταν παράνομος. Έτσι ο Ιεχωβά μάς ευλόγησε με νίκη, και σήμερα υπάρχει μια ανθίζουσα εκκλησία Μαρτύρων του Ιεχωβά στη Γουώτερταουν.
Εκπαίδευση για Μελλοντική Υπηρεσία
Τώρα βρισκόμαστε στο 1942. Ο πόλεμος μαινόταν, αλλά φαινόταν καθαρά ότι υπήρχε πολύ έργο ακόμη να γίνει για να εκπληρωθούν τα λόγια του Ιησού: «Πορευθέντες λοιπόν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς. . . , διδάσκοντες.»—Ματθαίος 28:19, 20.
Οι δυο μου αδελφοί κι εγώ λάβαμε αιτήσεις για να παρακολουθήσουμε την πρώτη τάξη της Βιβλικής Σχολής Γαλαάδ της Σκοπιάς. Φανταστείτε την έκπληξη και τη χαρά μας! Ποιοι είμαστε εμείς για να ευλογηθούμε μ’ ένα τέτοιο μεγαλειώδες προνόμιο; Μας προειδοποίησαν ότι ποτέ δεν θα ξαναγυρίζαμε στα σπίτια μας πάλι πριν τον Αρμαγεδδώνα. Ήταν καιρός για απόφαση. Μια απάντηση μόνο υπήρχε: Το να κάνουμε το θέλημα του Ιεχωβά ήταν η χαρά μας. (Ψαλμός 40:8) Επίσης, η κούπα μας γέμισε και ξεχείλισε όταν μάθαμε ότι ο σαρκικός μας αδελφός Λέο και η σύζυγος του Ευνίκη θα ήταν συμμαθητές μας. Έτσι έξι από εμάς, από την ίδια οικογένεια θα ήμασταν στην πρώτη τάξη.
Μετά από θαυμάσιους μήνες εκπαίδευσης, είχα το προνόμιο να λάβω ειδική εκπαίδευση στο Μπέθελ του Μπρούκλυν, μαζί με τους δύο αδελφούς μου. Μετά, μας έστειλαν σαν επισκόπους περιοχής. Είχα το προνόμιο να επισκεφτώ τις περισσότερες από τις εκκλησίες στις πολιτείες Αϊόβα και Νεμπράσκα. Τελικά, έλαβα τον ιεραποστολικό διορισμό μου. Ήταν για το Πόρτο Ρίκο, μαζί με τον αδελφό μου Λέο, τη σύζυγο του Ευνίκη και τον εξάδελφο μου Ντόναλντ. Τι ευλογία! Πραγματικά ήταν φανερή η παρ’ αξία καλοσύνη του Ιεχωβά.
Συνεχίζοντας το θέλημα του Ιεχωβά σε Νέους Τομείς
Στις 13 Μαρτίου 1944 φτάσαμε στο Πόρτο Ρίκο. Τώρα ήρθε η μεγάλη δοκιμασία. Αισθανόμαστε μικροί και μόνοι μέσα σ’ έναν πληθυσμό περίπου 2.000.000. Η ικανότητά μας να καταλαβαίνουμε και να μιλάμε Ισπανικά ήταν πολύ περιορισμένη! Θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα; Ήταν επαρκώς θεμελιωμένη η πίστη μας; Πιστεύαμε πραγματικά ότι ήταν θέλημα του Ιεχωβά να είμαστε εκεί; Ο καιρός θα το έδειχνε.
Τη δεύτερη μέρα αφότου φτάσαμε εκεί τολμήσαμε να βγούμε να δώσουμε μαρτυρία στους γειτόνους μας κουτσά στραβά στα Ισπανικά. Αμέσως χάσαμε τη δειλία μας όταν οι άνθρωποι έδειξαν μεγάλη καλοσύνη και υπομονή. Γνωριστήκαμε με τις δυο σκαπάνισσες αδελφές που βρίσκονταν ήδη εκεί και με τους λίγους πνευματικούς αδελφούς και αδελφές στο Σαντούρκ και Αρεσίμπο. Χάρηκαν πάρα πολύ όταν έμαθαν ότι επρόκειτο να λάβουν βοήθεια. Η διάθεση εντύπων ήταν εκπληκτική. Βρήκαμε τόσο πολύ ενδιαφέρον που ήταν αδύνατο να μελετήσουμε με όλους αυτούς που ήθελαν να μάθουν την αλήθεια. Αμέσως μετά την άφιξή μας, ζήτησα με γράμμα από την Εταιρία Σκοπιά να στείλει περισσότερους ιεραποστόλους, και χαρήκαμε όταν αμέσως ήρθαν μαζί μας οι σαρκικοί αδελφοί μου Άρθουρ και Όμηρος. Αργότερα, στάλθηκαν κι άλλοι ιεραπόστολοι.
Εγώ στάλθηκα σε αρκετές πόλεις, και αυτό μου έδωσε την ευκαιρία να βοηθήσω πολλά άτομα να μάθουν την αλήθεια και ν’ αφιερωθούν στον Ιεχωβά. Μια πείρα που θυμάμαι ιδιαίτερα είναι της Σουζάνας Μάνγκουαλ, η οποία ήταν στα 60 της χρόνια. Ζούσε σ’ ένα σπίτι χτισμένο περίπου 2,5 μέτρα πάνω από το έδαφος. Τα σκαλοπάτια οδηγούσαν στη μπροστινή βεράντα. Αυτή ήταν μεγάλη καπνίστρια, έβηχε ήδη πολύ άσχημα, και δεν είχε φύγει από τη βεράντα για πολύ καιρό. Όταν την επισκέφτηκα έδειξε γρήγορα ενδιαφέρον, και σύντομα διευθετήθηκε μια Γραφική μελέτη. Προόδευσε γρήγορα στην αλήθεια. Καθώς πήγαινε σε μια Χριστιανική συνέλευση, στην άλλη πλευρά του νησιού, αποφάσισε να σταματήσει το κάπνισμα και να βαπτιστεί. Επιστρέφοντας σπίτι της, η Σουζάνα δεν έμεινε ποτέ πια στο σπίτι αλλά έβγαινε στην υπηρεσία του αγρού με τους αδελφούς. Μετά από μια περίοδο χρόνου έγινε τακτική σκαπάνισσα.
Το έργο εξακολούθησε να επεκτείνεται στο Πόρτο Ρίκο μέχρις ότου χρειάστηκε να υπάρξει ένας ολοχρόνιος επίσκοπος περιοχής. Φάνηκε πώς το θέλημα του Ιεχωβά ήταν να απολαύσω εγώ αυτό το προνόμιο, και σύντομα επισκέφθηκα τις εκκλησίες, τους ιεραποστολικούς οίκους και τους απομονωμένους ομίλους σε όλο το Πόρτο Ρίκο και τις Παρθένες Νήσους. Αλλά με την πρόοδο του έργου επρόκειτο να γίνει και μια άλλη αλλαγή.
Τον Νοέμβριο του 1951 έλαβα ένα γράμμα από την Εταιρία που με προσκαλούσε να γίνω επίσκοπος τμήματος στην Κούβα. Αυτό δεν μπορούσα να το πιστέψω. Πώς θα μπορούσα εγώ να χειριστώ το έργο σ’ ένα τμήμα που είχε την επόπτευση πάνω σε 10.000 περίπου ευαγγελιζομένους τη Βασιλεία; Μολονότι αισθανόμουν πολύ ανεπαρκής γι’ αυτή την ευθύνη, φάνηκε πώς έτσι ήταν το θέλημα του Ιεχωβά, κι έτσι θα το προσπαθούσα.
Εκτός του ότι ο Ιεχωβά με βοήθησε, και οι τέσσερις αδελφοί του γραφείου συνεργάστηκαν με υπομονή μαζί μου. Πέρασα δυο θαυμάσια χρόνια εκεί και γνωρίστηκα με εκατοντάδες πνευματικούς αδελφούς και αδελφές. Πολλοί έχουν μπει βαθιά μέσα στην καρδιά μου, και συχνά τους σκέφτομαι.
Όμως, και μια άλλη αλλαγή επρόκειτο να λάβει χώρα. Για Γραφικούς λόγους ζήτησα να μεταφερθώ πίσω στο Πόρτο Ρίκο, και η αίτησή μου έγινε δεκτή. Όταν επέστρεψα, μου ζήτησε η Εταιρία να εποπτεύσω το έργο του τμήματος εκεί, κάτι που θα σήμαινε πολλές ώρες εργασίας. Αλλά και πάλι, αν αυτό ήταν το θέλημα του Ιεχωβά, θα ήταν αρκετός λόγος για να το δεχτώ. Ήταν θαυμάσιο που γύρισα πίσω ανάμεσα στους ιεραποστόλους και στους Πορτορικανούς αδελφούς και αδελφές. Δεν πέρασε πολύς καιρός που μια από τις αδελφές ιεραποστόλους κι εγώ αποφασίσαμε να υπηρετήσουμε μαζί τον Ιεχωβά σαν παντρεμένο ζευγάρι. Έτσι τον Μάρτιο του 1959 η Μπεττυγιάνε Ραπ έγινε Μπεττυγιάνε Βαν Ντάαλεν. Από τότε είμαστε παντρεμένοι.
Το έργο κηρύγματος και διδασκαλίας προχωρούσε και η ευλογία του Ιεχωβά ήταν φανερή. Παρόλα αυτά, μια άλλη αλλαγή επρόκειτο να γίνει.
Συνεχίζοντας Χαρωπά να Κάνουμε το Θείο Θέλημα
Το 1963 με προσκάλεσαν να παρακολουθήσω ένα 10μηνο πρόγραμμα στη Σχολή Γαλαάδ για τους επισκόπους τμήματος και τους βοηθούς τους. Ο Ρόναλντ Πάρκιν, ο οποίος είχε παρακολουθήσει την προηγούμενη τάξη, θα επόπτευε το τμήμα κατά την απουσία μου. Όταν τελείωσα τα μαθήματα, ο Ιεχωβά είχε μια άλλη ευθύνη φυλάξει για μένα, δηλαδή τη φροντίδα του κηρύγματος της Βασιλείας στις Νήσους Μπαχάμες.
Η υπηρεσία στις Μπαχάμες αποδείχτηκε μια θαυμάσια μαρτυρία. Η σύζυγος μου κι εγώ διαπιστώσαμε ότι ο λαός εκεί είναι φιλικός, με θρησκευτικές τάσεις και ευρέων αντιλήψεων. Είναι πρόθυμοι να διαθέτουν χρόνο για να εξετάζουν τη Βίβλο. Οι πείρες με Το Βιβλίο Μου με τις Βιβλικές Ιστορίες το αποδεικνύουν αυτό.
Όταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά πρόσφεραν αυτό το βιβλίο στη δράση τους από πόρτα σε πόρτα, μια 76-χρονη αδελφή, καθώς έκανε έργο βοηθητικού σκαπανέα, διέθεσε πάνω από 100 αντίτυπα. Μια άλλη αδελφή, που ζούσε απομονωμένη σ’ ένα νησί έλαβε 60 αντίτυπα και τα διέθεσε πριν περάσει ο μήνας. Ναι, ο λαός στις Μπαχάμες εκτιμάει πολύ τη Βίβλο.
Στη διάρκεια των 18 χρόνων που η σύζυγος μου κι εγώ ήμασταν στις Μπαχάμες, το έργο κηρύγματος της Βασιλείας έκανε θαυμάσια πρόοδο επειδή το ευλόγησε ο ουράνιος Πατέρας μας. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά είναι πασίγνωστοι στα νησιά, και πολλοί καλοί αδελφοί και αδελφές δαπανούν τον εαυτό τους ψάχνοντας να βρουν τα ταπεινά άτομα που έχουν διάθεση προβάτου ενόσω υπάρχει ακόμη καιρός.
Τώρα που υπηρετούμε στη Φλώριδα στο ολοχρόνιο έργο κηρύγματος, μπορούμε να βλέπουμε πίσω στα πολύ ευτυχισμένα χρόνια που αινούσαμε τον Ιεχωβά στις Καραϊβικές νήσους. Έχουμε διαπιστώσει ότι πάντα προκύπτουν πλούσιες ευλογίες όταν δεχόμαστε την κατεύθυνση του πνεύματος του Θεού. Πραγματικά, όταν υπηρετούμε όπως θέλει ο Ιεχωβά, το αποτέλεσμα είναι πολύ μεγάλη ευτυχία—πραγματική απόλαυση.
[Χάρτης στη σελίδα 29]
(Για το πλήρως μορφοποιημένο κείμενο, βλέπε έντυπο)
Φλώριδα
ΑΤΛΑΝΤΙΚΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ
Μπαχάμες Νήσοι
Πόρτο Ρίκο
Παρθένες Νήσοι
ΚΑΡΑΪΒΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Κούβα