Ερωτήσεις από Αναγνώστας
● Αν ο Ιεχωβά είναι υπέρτατος, γιατί επέτρεψε να συνεχισθή η πονηρία δια μέσου των αιώνων;
Αυτό ακριβώς το επίμαχο θέμα της υπεροχής είναι πραγματικά στη βάσι του ζητήματος. Η πονηρία άρχισε όταν ένας πνευματικός υιός του Θεού εστασίασε κατά της κυριαρχίας του Θεού. Γι’ αυτόν τον πνευματικό στασιαστή η Γραφή λέγει: «Ήσο τέλειος εν ταις οδοίς σου αφ’ ης ημέρας εκτίσθης, εωσού ευρέθη αδικία εν σοι.» (Ιεζ. 28:15) Το πνευματικό αυτό πλάσμα, με το να στασιάση κατά της παγκοσμίου κυριαρχίας του Θεού, έγινε ένας διάβολος και μετωνομάσθη Σατανάς ή Διάβολος και «ο όφις ο αρχαίος.»—Αποκάλ. 12:9.
Ο Σατανάς παρεκίνησε τον Αδάμ και την Εύα να στασιάσουν εναντίον της παγκοσμίου κυριαρχίας του Θεού. Η καύχησις του Σατανά ήταν ότι θα μπορούσε να διαφθείρη κάθε άνθρωπο και να τον στρέψη εναντίον της παγκοσμίου κυριαρχίας του Θεού, ακριβώς όπως έκαμε με τον Αδάμ και την Εύα. Στο βιβλίο του Ιώβ, κεφάλαια πρώτο και δεύτερο, διαβάζομε για την καύχησι του Σατανά στον Θεό. Ο Σατανάς επροκάλεσε τον Θεό, πραγματικά, ότι δεν μπορεί να θέση άνθρωπο επάνω στη γη που θα τηρούσε ακεραιότητα προς τον Θεό υπό πειρασμόν. Ο Ιεχωβά άφησε τον Διάβολο να θέση τον Ιώβ σε δοκιμασία, η δε διακράτησις ακεραιότητος από τον Ιώβ εξέθεσε το ψεύδος του Διαβόλου. Αυτό εγίνετο και δια μέσου των αιώνων: Ο Θεός επέτρεψε την πονηρία για να τεθή σε δοκιμή το σπουδαιότατο επίμαχο ζήτημα της κυριαρχίας στο σύμπαν· και το ζήτημα της ακεραιότητος του ανθρώπου είναι συνδεδεμένο με το υπέρταττο αυτό ζήτημα.
Αλλά μήπως δεν μπορούσε ο Θεός να εκτελέση αμέσως τον στασιαστή Σατανά και τους επιγείους υπηκόους του, τον Αδάμ και την Εύα, εξαλείφοντας έτσι κάθε πονηρία; Ναι, αλλ’ αν το έκανε αυτό ο Θεός, εμείς δεν θα ήμεθα σήμερα στη ζωή· προ παντός δε, το επίμαχο ζήτημα δεν θα ετακτοποιείτο προς πλήρη ικανοποίησι της όλης ζώσης κτίσεως. Θα ήταν συζητήσιμο σε όλη την αιωνιότητα—μαζί με ερωτήματα όπως αυτά, Αν ο Θεός επέτρεπε στον Διάβολο μια ευρεία ακτίνα ενεργείας, θα απεδείκνυε ο πονηρός αυτός τον ισχυρισμό του; Και μήπως ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο έτσι ώστε να είναι αναπόφευκτος ο στασιασμός του ανθρώπου κατά του Θεού σε περίπτωσι πειρασμού; Αυτά τα ερωτήματα έπρεπε ν’ απαντηθούν αποφασιστικά.
Αυτό απήτησε χρόνον, χρόνον για να δοθή στον Σατανά μια ευρεία ακτίς δράσεως και ν’ αφεθή να προσπαθήση να υποστηρίξη τον ισχυρισμό του, και χρόνον, για να «γνωρίσωσιν [οι άνθρωποι] ότι συ, του οποίου το όνομα είναι Ιεχωβά, είσαι ο μόνος Ύψιστος επί πάσαν την γην.» Χάριν του επιμάχου ζητήματος, ο Θεός επέτρεψε την πονηρία, αλλά μόνο ώσπου να τακτοποιηθή το επίμαχο ζήτημα και να διεκδικηθή η κυριαρχία του Θεού στο σύμπαν. Ο λόγος για τον οποίον ο Θεός επέτρεψε προσωρινά την πονηρία διατυπώνεται καλά στους λόγους του προς τον ασεβή Φαραώ: «Και δια τούτο βεβαίως σε διετήρησα, δια να δείξω εν σοι την δύναμίν μου, και να κηρυχθή το όνομά μου εν πάση τη γη.»—Ψαλμ. 83:18· Έξοδ. 9:16.
● Ποια είναι η σημασία των λόγων του Παύλου στην επιστολή προς Εβραίους 12:13:«“Κάμετε εις τους πόδας σας εύθείας οδούς·” δια να μη εκτραπή το χωλόν, αλλά μάλλον να θεραπευθή»;—Κ. Κ., Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτή η συμβουλή συμφωνεί με την απόφασι του Παύλου: «Εάν το φαγητόν σκανδαλίζη τον αδελφόν μου, δεν θέλω φάγει κρέας εις τον αιώνα, δια να μη σκανδαλίσω τον αδελφόν μου.» (1 Κορ. 8:13) Συμφωνεί επίσης και με τη συμβουλή του Παύλου: «Πάντα είναι εις την εξουσίαν μου, αλλά πάντα δεν συμφέρουσι· πάντα είναι εις την εξουσίαν μου, αλλά πάντα δεν οικοδομούσι. Μηδείς ας μη ζητή το εαυτού συμφέρον· αλλ’ έκαστος τα του άλλου.»—1 Κορ. 10:23, 24.
Ένα άτομο με υγιά μέλη μπορεί να βαδίζη σε ανώμαλο έδαφος και σε μονοπάτια με κυρτώματα ή στρεβλά χωρίς να υποστή βλάβη. Αλλ’ ένας που είναι χωλός πρέπει να προσέχη πού βαδίζει, άλλως μπορεί εύκολα να πάθη εξάρθρωσι ενός μέλους του. Έτσι, μερικοί, επειδή είναι πνευματικά υγιείς και ώριμοι, μπορεί να επιτρέψουν στον εαυτό τους ωρισμένες ελευθερίες που εμπερικλείουν ένα κίνδυνον κι ωστόσο να μην υποστούν βλάβη, λόγω της ωριμότητός των. Αλλ’ εκείνοι που δεν είναι πολύ ώριμοι ή είναι πνευματικώς χωλοί, με άλλα λόγια, είναι πιθανόν να ιδούν το παράδειγμα των ισχυρών αυτών και να προσπαθήσουν να το ακολουθήσουν, με μόνο αποτέλεσμα να μπουν σε θλίψι· πράγμα που θα απαιτήση να τεθούν υπό δοκιμασίαν από την εκκλησία ή να τους κάμη να ‘πνιγούν στη θάλασσα’ του υλισμού.
Η αδελφική λοιπόν αγάπη υποδεικνύει ότι «οφείλομεν ημείς οι δυνατοί να βαστάζωμεν τα ασθενήματα των αδυνάτων, και να μη αρέσκωμεν εις εαυτούς.» Δηλαδή, πρέπει να είμεθα πρόθυμοι ν’ αποστερηθούμε κάτι ώστε άλλοι που δεν είναι τόσο ισχυροί όσο είμεθα εμείς να μη σκανδαλισθούν να μας ακολουθήσουν σε μια κινδυνώδη πορεία και να ναυαγήσουν, να χάσουν την πίστι και την ακεραιότητά των. Ναι, «έκαστος ημών ας αρέσκη εις τον πλησίον δια το καλόν προς οικοδομήν.»—Ρωμ. 15:1, 2.