Ερωτήσεις από Αναγνώστας
● Το κύριον άρθρον της Σκοπιάς, 15ης Δεκεμβρίου 1954, έλεγε για έναν μάρτυρα του Ιεχωβά ότι δεν μιλούσε σ’ έναν άλλον μάρτυρα της ιδίας εκκλησίας, κι αυτό συνεχίζετο επί χρόνια λόγω προσωπικής διχονοίας, και ετονίζετο ότι τούτο έδειχνε έλλειψιν αληθινής αγάπης προς τον πλησίον. Εν τούτοις, δεν μπορούσε αυτό να είναι περίπτωσις καταλλήλου εφαρμογής της συμβουλής που δίδεται στο κατά Ματθαίον 18:15-17;—Α. Μ., Καναδάς.
Όχι! Δύσκολα θα μπορούσαμε να θεωρήσωμε αυτό το χωρίον της Γραφής ότι συνιστά μια τόσο μακρόχρονη διαδικασία που πιθανόν να κατέληγε στο να μη μιλούν δύο μέλη της εκκλησίας και ν’ αποφεύγουν αλλήλους απλώς ένεκα μιας μικρής προσωπικής διαφωνίας ή παρεξηγήσεως. Αυτό θα ήταν αντίθετο στην απαίτησι της αγάπης.
Το Ματθαίος 18:15-17 λέγει: «Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, ύπαγε, και έλεγξον αυτόν μεταξύ σού και αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τον αδελφόν σου· εάν όμως δεν ακούση, παράλαβε μετά σου έτι ένα ή δύο, δια να βεβαιωθή πας λόγος επί στόματος δύο μαρτύρων ή τριών. Και εάν παρακούση αυτών, ειπέ τούτο προς την εκκλησίαν· αλλ’ εάν και της εκκλησίας παρακούση, ας είναι εις σε ως ο εθνικός και ο τελώνης.»
Πώς μπορούμε να νομίσωμε ότι το κείμενον αυτό σημαίνει ότι πρέπει να τηρούμε μνησικακία και να μη μιλούμε επί μέρες ή εβδομάδες ή χρόνια, όταν μας λέγεται ειδικά: «Ο ήλιος ας μη δύη επί τον παροργισμόν σας,» αλλά μάλλον ‘συγχωρείτε αλλήλους’; Η αγάπη «δεν διαλογίζεται το κακόν.» «Έχετε ένθερμον την εις αλλήλους αγάπην· διότι η αγάπη θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών.» Ο δε Ιησούς είπε: «Μακάριοι οι ελεήμονες· διότι αυτοί θέλουσιν ελεηθή.» «Εγώ όμως σας λέγω, ότι πας ο οργιζόμενος αναιτίως κατά του αδελφού αυτού, θέλει είσθαι ένοχος εις την κρίσιν.» Ο λόγος του Ιεχωβά δεν θα έδινε ποσώς μια συμβουλή που θα επέτρεπε πολλές προσωπικές επιπλήξεις και έχθρες να συνεχισθούν σε μια εκκλησία για να φθείρουν την ενότητά της και να τη γεμίσουν από εσωτερικές διενέξεις.—Εφεσ. 4:26, 32· 1 Κορ. 13:5· 1 Πέτρ. 4:8· Ματθ. 5:7, 22-24.
Ο Ιεχωβά θα διαφυλάξη την ενότητα και το πνεύμα της αγάπης μέσα στην εκκλησία του, και θα έκανε να αποβληθή οποιοσδήποτε ο οποίος θα διασπούσε συνεχώς την ενότητα και θα προκαλούσε διχασμούς μέσα στην εκκλησία. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες μέλη μιας εκκλησίας πρέπει να παύσουν να μιλούν και να συναναστρέφωνται με άλλους, αλλ’ οι αιτίες πρέπει να είναι πολύ σοβαρές, πολύ περισσότερο από απλές προσωπικές διαφορές χωρίς εκκλησιαστική συνέπεια. Αδελφοί έπρεπε ν’ αποχωρισθούν απ’ εκείνους που έγιναν άτακτοι, δημιουργώντας διαταραχές και στασιάζοντας εναντίον της αληθείας. Μια εκκλησία έπρεπε να βγάλη από μέσα της τους ακαθάρτους: «Να μη συναναστρέφησθε, εάν τις, αδελφός ονομαζόμενος, ήναι πόρνος, ή πλεονέκτης, ή ειδωλολάτρης, ή λοίδορος, ή μέθυσος, ή άρπαξ.» (1 Κορ. 5:11· Πράξ. 19:9· 2 Θεσ. 3:6) Γιό τέτοια σοβαρά αδικήματα οι αδελφοί πρέπει να αποκόπτουν από επικοινωνία και να θεωρούν ως «εθνικούς» τους ενόχους, αλλ’ όχι και για ασήμαντα προσωπικά αδικήματα. Τέτοια μικρότερα πράγματα έπρεπε να συγχωρούνται, καλυπτόμενα από αγάπη, συγχωρούμενα με έλεος, χωρίς να υπολογίζωνται ούτε να εμφανίζωνται προκλητικά πέραν της δύσεως του ηλίου.
Πρέπει λοιπόν να βλέπωμε την αμαρτία που μνημονεύεται στο Ματθαίος 18:15-17 ως σοβαρή, που πρέπει να τερματισθή, αν δε τούτο δεν καταστή δυνατόν, τότε εκείνος που διέπραξε την αμαρτία αυτή πρέπει να αποκόπτεται από την εκκλησία. Αν δεν καταστή δυνατόν από ωρίμους αδελφούς της εκκλησίας να αντιληφθή αυτός που αμάρτησε το βαρύ του σφάλμα, και δεν σταματήση την αδικοπραγία του, τότε το ζήτημα είναι τόσο σπουδαίο ώστε να αχθή ενώπιον της επιτροπής της εκκλησίας για εκκλησιαστική ενέργεια. Αν η επιτροπή δεν μπορέση να κάμη τον αμαρτήσαντα να μετανοήση και συμμορφωθή, τότε ο αμαρτήσας πρέπει ν’ αποκοπή απ’ την εκκλησία για να διατηρηθή η καθαρότης και η ενότης της Χριστιανικής εκκλησίας. Αν εκείνος που διέπραξε την αδικία είναι αρκετά ασεβής ώστε να τον αποφεύγη ένας αδελφός, είναι άξιος τέτοιας μεταχειρίσεως από όλη την εκκλησία. Αν δεν πρόκειται για ένα τόσο σοβαρό παράπτωμα, τότε το ζήτημα πρέπει να ξεκαθαρισθή και όλοι να ενωθούν με αγάπη και υπηρεσία, χωρίς να παραμένουν μωρές προσωπικές εχθρότητες μέσα στην εκκλησία. Αν πρόκειται απλώς για προσωπικό ζήτημα χωρίς σοβαρό αμάρτημα και το οποίον έσχε ως αποτέλεσμα το να μη μιλή ο ένας στον άλλον αλλά να μένουν και οι δύο στην εκκλησία, τότε βέβαια ο Ιησούς δεν θα έλεγε ότι ο ένας πρέπει να θεωρή τον άλλον ως άξεστον ξένον, ως «εθνικόν και ως τελώνην.» Θα έπρεπε και πάλι ν’ αναγνωρίζη ο ένας τον άλλον, όχι ως ξένον, αλλά ν’ αναγνωρίζουν αλλήλους ως αδελφούς της εκκλησίας, έστω κι αν δεν μιλούν μεταξύ τους. Η τελική κατάταξις του αμετανοήτου παραβάτου είναι πολύ αυστηρή για να σημαίνη κάτι λιγώτερο από μια κατάστασι αποκοπής, και εφ’ όσον δεν υπάρχει πρόβλεψις για αποκοπή ατόμων από άλλα άτομα της εκκλησίας με αυτό που θα μπορούσε να ονομασθή προσωπική αποκοπή, η αποκοπή πρέπει να σημαίνη ότι είναι εκκλησιαστική υπόθεσις.
Εδώ, βέβαια, ο Ιησούς δεν έθετε τα θεμέλια μιας εκκλησιαστικής διασπάσεως από εσωτερικές ατομικές φιλονεικίες και με μια επιτηδευμένη και τεταμένη ατμόσφαιρα μέσα στην εκκλησία. Αυτή λοιπόν η Γραφική περικοπή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθή για να υποστηρίξη την άρνησι ατόμων τού να μιλούν μεταξύ τους μέσα στη Χριστιανική εκκλησία, η δε θέσις που έλαβε σ’ αυτό το σημείο η Σκοπιά, την οποίαν εμνημόνευσε εκείνος που διετύπωσε την ερώτησι, παραμένει ακλόνητη.
● Είναι κατάλληλο να χαρακτηρίζωμε την κοινωνία του Νέου Κόσμου ως τη σύγχρονη πόλι καταφυγίου;—Α. Π., Ηνωμένες Πολιτείες.
Αν ανατρέξετε στη Σκοπιά της 1ης Μαΐου 1956, θα διαπιστώσετε ότι δεν χρησιμοποιεί τη φράσι κοινωνία του Νέου Κόσμου ως συνώνυμη της πόλεως καταφυγίου. Λέγει ότι η πόλις καταφυγίου πρέπει να προσδιορίζεται ως η προμήθεια του Ιεχωβά για την προστασία μας από τον θάνατο λόγω του ότι παρέβημεν τη θεία διαθήκη όσον αφορά την ιερότητα του αίματος, με το να έλθωμε και παραμείνωμε κάτω από τα οφέλη της ενεργού υπηρεσίας του Αρχιερέως του Ιεχωβά, Ιησού Χριστού. Αυτή η προμήθεια προστασίας μπορεί να βρεθή στη θεοκρατική οργάνωσι του Ιεχωβά που είναι μέσα στην κοινωνία του Νέου Κόσμου, και προσδιορίζεται ειδικά ως η εξιλεωτική κάλυψις δια της θυσίας του Χριστού. Παρακαλείσθε να ιδήτε την ανωτέρω Σκοπιά, σελίς 141, παράγραφος 10, σελίς 143 παράγραφος 18 και σελίς 144 παράγραφος 3.
● Γιατί οι μάρτυρες του Ιεχωβά μερικές φορές υπολογίζουν τον προφητικό χρόνο με βάσιν «έν έτος αντί μιας ημέρας», ενώ άλλες φορές οι ημέρες ερμηνεύονται κατά γράμμα;—Γ. Α., Ηνωμένες Πολιτείες.
Το γεγονός ότι ο κανών «μία ημέρα αντί ενός έτους» υφίσταται, όπως αναγράφεται στον Ιεζεκιήλ 4:6, δεν σημαίνει ότι μπορούμε αυθαίρετα να εφαρμόσωμε αυτόν τον κανόνα σε κάθε αναγραφή χρονικής περιόδου της Γραφής ολοκλήρου. Δεν πρέπει να συγχέωμε μια Γραφική εικόνα ή προφητεία με μια άλλη. Τα συμφραζόμενα σε κάθε περίπτωσι θα καταδείξουν αν μια χρονική περίοδος είναι μεταφορική ή κατά γράμμα. Λόγου χάριν, τα συμφραζόμενα του Δανιήλ κεφάλαιον 4 περί των «επτά καιρών» ή «επτά ετών» δείχνουν ότι στην πλήρη των εκπλήρωσι όλα τα προλεχθέντα δεν επρόκειτο να συμβούν σε 2.520 κατά γράμμα ημέρες. Στο τέλος τόσων κατά γράμμα ημερών ο Ιεχωβά Θεός δεν εγκατέστησε υπεράνω των ανθρωπίνων βασιλειών Εκείνον, τον οποίον είχε εκλέξει, τον Ιησού Χριστό. Πρέπει, λοιπόν, να εφαρμόζεται ένα μεγαλύτερο μέτρημα χρόνου. Ο κανών που εκτίθεται στον Ιεζεκιήλ 4:6 παρέχει το μεγαλύτερο αυτό μέτρημα, και οι 2.520 ημέρες γίνονται 2.520 έτη, τα οποία έληξαν στο 1914 μ.Χ. Εν τούτοις, στην Αποκάλυψι 11:1-4, όταν ομιλή για 1.260 ημέρες είναι πρόδηλον ότι δεν θα ήταν δυνατόν να πρόκειται για περίοδο 1.260 ετών, διότι ό,τι εξετάζεται εκεί θα συμβή ολόκληρο μέσα στον περιωρισμένο «έσχατο καιρό». Επομένως, οι ημέρες, ή οι σαράντα δύο μήνες των τριάντα ημερών ο καθένας, νοούνται ότι είναι κατά γράμμα ημέρες. Παρακαλείσθε να ιδήτε το βιβλίο Φως, τόμος 1, σελίδες 205-216.