Έχουν οι Απόστολοι Διαδόχους;
Τόσον η Εκκλησία της Ρώμης όσον και η Εκκλησία της Αγγλίας ισχυρίζονται ότι αποτελούν τη μόνη αληθινή εκκλησία λόγω αποστολικής διαδοχής. Μπορούν ν’ αποδειχθούν αυτοί οι ισχυρισμοί;
ΕΧΟΥΝ διαδόχους οι απόστολοι; Ναι, λέγει η Ρωμαιοκαθολική Εγκυκλοπαιδεία. Οι πάπαι της Ρώμης «έρχονται αμέσως μετά τον Άγιο Πέτρο, κατέχουν τη θέσι του και ασκούν τα λειτουργήματά του· επομένως, είναι διάδοχοί του.» Ο ισχυρισμός της Εκκλησίας της Αγγλίας ότι είναι αποστολική εξαρτάται, μερικώς τουλάχιστον, από τον ισχυρισμόν αυτόν της Εκκλησίας της Ρώμης.
Προς υποστήριξιν της Ρωμαιοκαθολικής θέσεως προβάλλονται τέσσερες αξιώσεις: (1) Ότι ο Πέτρος ήταν ο πρώτος πάπας, που έλαβε την αρχηγία με τους λόγους του Ιησού: «Συ είσαι Πέτρος, και επί ταύτης της πέτρας θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου.» (Ματθ. 16:18) (2) Ότι ο Αγ. Πέτρος ήλθε στη Ρώμη κι εκεί έληξε το αρχιερατικό του έργον. (3) Ότι οι επίσκοποι της Ρώμης που ήλθαν μετά απ’ αυτόν εκράτησαν τη λειτουργική του θέσι στην εκκλησία. (4) Ότι αυτή η γραμμή των διαδόχων συνεχίσθη χωρίς να διασπασθή ως τον παρόντα καιρόν. Τι δείχνουν οι Γραφές, τα ιστορικά γεγονότα και η λογική σχετικά με τις αξιώσεις αυτές;
Ισχύει η πρώτη αξίωσις ότι το εδάφιο Ματθαίος 16:18 εφαρμόζεται στον Πέτρο ως την πέτρα επάνω στην οποία είναι οικοδομημένη η Χριστιανική εκκλησία; Μερικές Βιβλικές μεταφράσεις, όπως είναι η Αναθεωρημένη Στερεότυπη Μετάφρασις, δείχνουν ότι στο Ελληνικό κείμενο χρησιμοποιούνται δύο διαφορετικές λέξεις: Πέτρος, κύριον όνομα, και πέτρα, «βράχος». Αυτό μόνο του θα εφαίνετο να δείχνη ότι ο Ιησούς δεν εννοούσε ότι ο Πέτρος ήταν ο βράχος επάνω στον οποίον αυτός θα οικοδομούσε την εκκλησία του, ιδίως αν σημειωθή ότι το όνομα Πέτρος είναι γένους αρσενικού, το δε πέτρα θηλυκού.
Αλλά, λέγουν μερικοί, ο Ιησούς μιλούσε στην Αραμαϊκή, και στη γλώσσα εκείνη η ίδια λέξις κηφά εχρησιμοποιήθη και στις δύο περιπτώσεις. Αυτό είναι αληθές, αλλ’ ας σημειωθή ότι στην έκφρασί του «επί ταύτης της πέτρας» ο Ιησούς εχρησιμοποίησε μιά θηλυκή δεικτική αντωνυμία, πράγμα που δεν θα το έκανε αν νοούσε ότι ο Πέτρος είναι η πέτρα επάνω στην οποία επρόκειτο να οικοδομηθή η εκκλησία του. Ασφαλώς, επειδή αυτή η θηλυκή δεικτική αντωνυμία καθιστούσε προφανές ότι ο Ιησούς εσκόπευε να κάμη διάκρισι μεταξύ του Πέτρου και της πέτρας, επάνω στην οποία επρόκειτο να οικοδομηθή η εκκλησία του, ο Ματθαίος μεταφράζοντας στα Ελληνικά εχρησιμοποίησε δύο διαφορετικά ονόματα, Πέτρος και πέτρα. (Παρεμπιπτόντως, υπάρχει απόδειξις ότι ο Ματθαίος πρώτα έγραψε το ευαγγέλιό του στην Εβραϊκή και κατόπιν ο ίδιος το μετέφρασε στην Ελληνική.) Δεν μπορούμε να φαντασθούμε ότι ο Ματθαίος ήταν τόσο απρόσεκτος, ώστε να χρησιμοποιήση δύο διαφορετικά ονόματα αν ο Ιησούς δεν εσκόπευε να κάμη καμμιά διάκρισι. Έτσι, λοιπόν, έχομε μια σύγχρονη κατά λέξιν μετάφρασι των λόγων του Ιησού ως εξής: «Συ είσαι Πέτρος [αρσενικόν], και επί ταύτης της πέτρας [θηλυκόν] θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου.»—Ματθ. 16:18.
Ο ΠΕΤΡΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΕΦΑΛΗ Ή ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ
Αν ο Ιησούς εννοούσε ότι ο Πέτρος έπρεπε να ενεργή ως εκπρόσωπός του και να κατέχη ηγετική θέση σχετικά με τους άλλους αποστόλους, αυτό το γεγονός θα ήταν βέβαια καταφανές μέσα στο βιβλίο των Πράξεων. Πουθενά, όμως, ο Πέτρος δεν εμφανίζεται ως να άρχη επάνω στους άλλους. Επειδή ο Παύλος εχρειάζετο να επιμείνη στην αποστολικότητά του, θα μπορούσαμε να φαντασθούμε ότι ο Πέτρος ποτέ δεν θα είχε ευκαιρία ούτε και ν’ αναφερθή καν στην ηγεσία του, αν αυτός ήταν η κεφαλή; Είναι αληθές ότι ο Πέτρος ανέλαβε την ηγεσία στην Πεντηκοστή και στο πρώτο κήρυγμα προς τους μη Ιουδαίους, όταν εστάλη στον Κορνήλιο. Έτσι εχρησιμοποίησε τα δύο κλειδιά της γνώσεως για να ανοίξη την ευκαιρία να γίνουν μέλη του σώματος του Χριστού, της ουρανίου βασιλείας, και γι’ αυτό ωνομάσθησαν από τον Ιησού «τα κλειδιά της βασιλείας.» Αλλά το ν’ αναλάβη την ηγεσία σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις δεν σημαίνει και αρχηγίαν. Ένας πρεσβύτερος γυιός μπορεί ν’ αναλάβη ηγεσία μεταξύ αδελφών, αλλ’ ο πατέρας παραμένει ακόμη ως κεφαλή.—Λουκ. 11:52· Ματθ. 16:19.
Το ότι ο Ιησούς δεν εννοούσε ότι ο Πέτρος θα ήταν στις πύλες του ουρανού για ν’ αφήνη να περνά όποιος αξίζει να μπη μέσα, όπως είναι η λαϊκή πεποίθησις, μπορεί να νοηθή από τα σαφή Γραφικά εδάφια που δείχνουν ότι όλοι οι Χριστιανοί πρέπει «να εμφανισθώμεν έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, δια να ανταμειφθή έκαστος κατά τα πεπραγμένα.» Ναι, ο Πατήρ «εις τον Υιόν έδωκε πάσαν την κρίσιν,» όχι στον Πέτρο.—2 Κορ. 5:10· Ιωάν. 5:22.
Το γεγονός είναι ότι ο Πέτρος ούτε εξακολούθησε ν’ αναλαμβάνη την ηγεσία, για να μην πούμε τίποτα περί αρχηγίας! Μόλις εξελέγη ο απόστολος Παύλος, παρατηρούμε ότι αυτός έρχεται πρότερος, όπως αναγράφεται στις Πράξεις. Ο Πέτρος μνημονεύεται μια μόνο φορά σ’ αυτό το βιβλίο μετά το δωδέκατο κεφάλαιο, σε ολόκληρο δε το βιβλίο των Πράξεων αναφέρεται λιγώτερο από το ήμισυ της συχνότητος με την οποία αναφέρεται ο Παύλος. Όταν οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι συναθροίσθηκαν στην Ιερουσαλήμ για να συζητήσουν σημεία Χριστιανικής διδασκαλίας και εφαρμογής, προήδρευσε ο Ιάκωβος, ο ετεροθαλής αδελφός του Ιησού. Συνοψίζοντας το ζήτημα είπε: «Εγώ κρίνω [ούτε καν ημείς κρίνομεν, πολύ λιγώτερο ο Πέτρος κρίνει] να μη παρενοχλώμεν τους από των εθνών επιστρέφοντας εις τον Θεόν.»—Πράξ. 15:19.
Ούτε και το γεγονός ότι ο Ιησούς τρεις φορές παρήγγειλε στον Πέτρο να βόσκη τα πρόβατά του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθή ως επιχείρημα τού ότι στον Πέτρον εδόθη η αρχηγία. Ήταν πρέπον απλώς, επειδή ο Πέτρος τρεις φορές είχε αρνηθή τον Κύριόν του, να τον ρωτήση τρεις φορές ο Ιησούς αν τον αγαπούσε και κατόπιν να του πη να βόσκη τα πρόβατά του και τα αρνία του. Το ότι ο Πέτρος δεν εθεώρησε ως μοναδική τη θέσι του ως ποιμένος διαπιστώνεται από τα λόγια του στην επιστολή 1 Πέτρ. 5:1-4, όπου χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως έναν από τους «πρεσβυτέρους», που σημαίνει κατά λέξιν «γηραιοτέρους ανθρώπους» και τους διδάσκει τα εξής: «Ποιμάνατε το μεταξύ σας ποίμνιον του Θεού.» Συνεχίζοντας ο Πέτρος αποκαλεί όχι τον εαυτό του, αλλά τον Ιησούν, «Αρχιποιμένα».
Επίσης, ας σημειωθή ότι ο Παύλος, και όχι ο Πέτρος, ήταν ως πέτρα, όταν απειλούσε ο λαός. Ο Παύλος παρέστη ανάγκη να επιπλήξη τον Πέτρο που ησχύνετο να εμφανίζεται δημοσία με τους μη Ιουδαίους Χριστιανούς αδελφούς του. Αυτό δεν μπορεί να μειωθή στο ελάχιστον όπως προσπαθούν να κάμουν οι Καθολικοί θεολόγοι, ωσάν να είχε ο Πέτρος καλύτερη κατανόησι των πραγμάτων και ενεργούσε βάσει αρχών. Το γεγονός ότι ο Παύλος επέπληξε σοβαρά εκείνους που ελάμβαναν αυτή την πορεία και τους εχαρακτήρισε ως «υποκριτάς» και ως ανειλικρινείς, δείχνει ότι επρόκειτο περί του ότι ο Πέτρος δεν είχε τελείως υπερνικήσει τον φόβον του ανθρώπου, που τον είχε κάμει προ πολλού καιρού ν’ αρνηθή τον Κύριόν του. (Γαλ. 2:11-16) Και περαιτέρω σημειώστε ότι δεν ήταν ο Πέτρος αλλά ο Παύλος εκείνος που εβάστασε το βάρος που έφερνε η «μέριμνα πασών των εκκλησιών».—2 Κορ. 11:28.
Μακριά από το να ξεχωρίσωμε τον Πέτρο ως ένα ειδικό θεμέλιο, αναγινώσκομε μόνο για τον Ιησού ως τον ακρογωνιαίο λίθο ή ειδικό θεμέλιο: «Εποικοδομηθέντες επί το θεμέλιον των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου λίθου αυτού του Ιησού Χριστού.» (Εφεσ. 2:20) Πραγματικά, κατ’ επανάληψιν αναγινώσκομε ότι ο Ιησούς είναι ο ακρογωνιαίος λίθος, αλλ’ ουδαμού ότι ο Πέτρος κατέχει μια θέσι προτιμήσεως μεταξύ των άλλων αποστολικών θεμελίων.—Βλέπε Ματθαίον 21:42· Πράξεις 4:8-12· 1 Πέτρου 2:4-8.
Η μαρτυρία των πρώτων λεγομένων πατέρων της εκκλησίας συχνά προβάλλεται για ν’ αποδείξη την αρχηγία του Πέτρου. Αλλ’ η μαρτυρία των αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετον, όπως καταδεικνύεται από κορυφαίους Καθολικούς θεολόγους και λογίους του δεκάτου ενάτου αιώνος σαν τον Νταίλλιγκερ, Στροσμάγιερ και τον Αρχιεπίσκοπο Κένρικ. Πραγματικά, ο Κένρικ καταδεικνύει ότι περίπου ογδόντα τοις εκατό των πρώτων πατέρων της εκκλησίας, μεταξύ των οποίων είναι ο Ωριγένης, ο Ιερώνυμος και ο Αυγουστίνος, δεν εφήρμοσαν το εδάφιο Ματθαίος 16:18 στον Πέτρο. Σαφώς, λοιπόν, η μαρτυρία των Γραφών και τα ιστορικά γεγονότα δεν μας επιτρέπουν να εφαρμόσωμε στον Πέτρο τους λόγους του Ιησού περί «ταύτης της πέτρας», επάνω στην οποία επρόκειτο να οικοδομήση την εκκλησία του.
ΕΠΗΓΕ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΣΤΗ ΡΩΜΗ;
Ούτε οι Γραφές ούτε και τα ιστορικά γεγονότα αποδεικνύουν ότι ο Πέτρος πήγε στη Ρώμη, υπηρέτησε εκεί ως επίσκοπος και πέθανε εκεί. Ο Παύλος έγραψε μερικές από τις επιστολές του από τη Ρώμη στη διάρκεια του χρόνου οπότε ο Πέτρος υποτίθεται ότι ήταν εκεί. Εν τούτοις, ούτε σε μια απ’ αυτές δεν κάνει οιαδήποτε μνεία ότι ο Πέτρος ήταν στη Ρώμη. Στην επιστολή 2 Τιμόθεον 4:11 ο Παύλος παραπονείται ότι μόνον ο Λουκάς παρέμεινε μαζί του. Και στην επιστολή, που έγραψε ο Παύλος στη Χριστιανική εκκλησία της Ρώμης, στέλλει χαιρετισμούς σε είκοσι έξη αδελφούς, και συνολικά μνημονεύει τριάντα πέντε Χριστιανούς, αλλά δεν κάνει μνεία του Πέτρου. Μπορούσε ο Παύλος έτσι ν’ αγνοήση τον Πέτρο, αν ο Πέτρος ήταν στη Ρώμη, και μάλιστα πάπας; Αδιανόητο! Ενδεικτικόν του ότι είναι ασθενή τα επιχειρήματα για τη μετάβασι του Πέτρου στη Ρώμη είναι η προσπάθεια της υποστηρίξεως ότι η Βαβυλών, που αναφέρεται εις 1 Πέτρ. 5:13, εφαρμόζεται στη Ρώμη.
Είναι αληθές ότι πολλοί θρησκευτικοί ιστορικοί επιμένουν ότι ο Πέτρος πήγε στη Ρώμη, αλλά ποια είναι η απόδειξίς των; Απλώς η παράδοσις. Έτσι, Η Καθολική Εγκυκλοπαιδεία παραδέχεται ότι υπάρχει περίοδος εκατό ετών μετά την εποχή του Πέτρου, στη διάρκεια της οποίας μπορεί να εσχηματίσθησαν οι θρύλοι περί του ότι ο Πέτρος υπήρξε στη Ρώμη. Προσπαθεί να πληρώση το κενόν αυτό με την παράθεσι μερικών εκφράσεων, στις οποίες, όμως, θα μπορούσε κανείς ν’ αναγνώση ότι ο Πέτρος ήταν στη Ρώμη μόνον αν υπήρχαν κι άλλες ενδείξεις ότι πραγματικά υπήρξε εκεί. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο διάσημος χρονολόγος του δεκάτου έκτου αιώνος Σκάλιγκερ [Σκαλίγηρος], για τον οποίον Η Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία λέγει ότι ‘αυτός ήταν ο μεγαλύτερος λόγιος της εποχής του και μισούσε προ πάντων τα ανειλικρινή επιχειρήματα και δηλώσεις,’ λέγει ότι, το ότι υπήρξε ο Πέτρος στη Ρώμη πρέπει να θεωρήται μεταξύ των γελοίων θρύλων.
ΕΙΧΕ Ο ΠΕΤΡΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΥΣ;
Ως προς το ότι άλλοι έγιναν διάδοχοι του Πέτρου, ομοίως δεν υπάρχει απόδειξις γι’ αυτό, ούτε στις Γραφές, ούτε στην κοσμική ιστορία. Το να υπάρχουν διάδοχοι των δώδεκα αποστόλων είναι τόσο λογικό όσο και το να νομίζεται ότι υπήρχαν διάδοχοι των δώδεκα αρχηγών οίκων του Ισραήλ, των δώδεκα γυιών του Ιακώβ. Ο Ιησούς είπε στους αποστόλους του: «Όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί του θρόνου της δόξης αυτού, θέλετε καθίσει και σεις επί δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ.» Στην αποκαλυπτική όρασι ο Ιωάννης είδε ότι το τείχος της ουρανίου Ιερουσαλήμ είχε μόνο «θεμέλια δώδεκα, και εν αυτοίς τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνίου.»—Ματθ. 19:28· Αποκάλ. 21:14.
Ο ίδιος ο Χριστός ειδικά εξέλεξε τους δώδεκα αποστόλους: «Σεις δεν εξελέξατε εμέ, αλλ’ εγώ εξέλεξα εσάς.» (Ιωάν. 15:16) Οι ένδεκα ενήργησαν χωρίς πλήρη κατανόησι, όταν καθ’ υπόδειξιν του Πέτρου εσκέφθησαν να εκλέξουν ένα διάδοχο του Ιούδα. Ο Θεός και ο Χριστός ο ίδιος προέβησαν σ’ αυτή την ενέργεια, όπως πιστοποιεί ο Παύλος: «Παύλος, απόστολος ουχί από ανθρώπων, ουδέ δι’ ανθρώπου,»—όπως ήταν ο Ματθίας και οι προβαλλόμενοι αποστολικοί διάδοχοι—«αλλά δια Ιησού Χριστού, και Θεού Πατρός.» «Δεν είμαι απόστολος; . . . Δεν είδον τον Ιησούν Χριστόν τον Κύριον ημών;» Και πάλι: «Εις ουδέν υπήρξα κατώτερος των πρωτίστων αποστόλων, αν και είμαι μηδέν. Τα μεν σημεία του αποστόλου ενηργήθησαν μεταξύ σας εν πάση υπομονή, δια θαυμάτων και τεραστίων και δυνάμεων.» Ποιος από τους προβαλλομένους διαδόχους των αποστόλων μπορεί ν’ αποδείξη τον ισχυρισμό του με το να έχη ιδεί τον Ιησού Χριστό και να έχη κάμει θαύματα και τεράστια και έργα δυνάμεων;—Γαλ. 1:1· 1 Κορ. 9:1· 2 Κορ. 12:11, 12.
Όσο για τους πρώτους λεγομένους διαδόχους των αποστόλων, οι Καθολικές αυθεντίες ομολογούν λίγη γνώσι αυτών, «οσοδήποτε αμυδρές κι αν είναι οι μορφές των πρώτων αυτών παπών.» Επίσης παραδέχονται ότι «οι χρονολογίες είναι μόνο κατά προσέγγισιν πριν από το έτος 220.» (Σύντομος ιστορία των Παπών) Λόγω των γεγονότων αυτών, πώς μπορεί να προβληθή ο ισχυρισμός ότι η γραμμή συνεχίσθη χωρίς διακοπή; Δεν μπορεί. Αλλιώς δεν θα παρίστατο ανάγκη να καταγράψη η Καθολική Εκκλησία έξη μεταβολές μέσα στον κατάλογο των παπών της νέας εκδόσεως Ποντιφικής Επετηρίδος της 19ης Ιανουαρίου 1947. Έτσι παρεδέχθηοαν ότι ένας κατάλογος, που υπετίθετο ότι εγκαθίδρυε άμεσο σύνδεσμο με τον απόστολο Πέτρο και εχρησιμοποιήθη επί πολλούς αιώνες, ήταν στην πραγματικότητα εσφαλμένος σε έξη περιπτώσεις, εφόσον διεπιστώθη ότι δύο από τους πάπας ήσαν πραγματικά ανύπαρκτοι και άλλοι τέσσερες ήσαν αντιπάπαι. Ναι, αυτοί οι «διάδοχοι του Αγίου Πέτρου» ήσαν τόσο αμυδρές μορφές, και οι χρονολογίες των τόσο κατά προσέγγισιν, ώστε ήταν δύσκολο να χαραχθή γραμμή μεταξύ εκείνων που υπήρξαν πραγματικά κι εκείνων που δεν υπήρξαν.
Ο νέος αυτός κατάλογος ελέγετο ότι υπήρξε το αποτέλεσμα ερευνών δύο αιώνων. Αυτό τούτο το γεγονός, ότι κατέστη αισθητή η ανάγκη μιας τέτοιας ερεύνης, καταδεικνύει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με τους προβαλλομένους ισχυρισμούς. Και αν τα γεγονότα συνανεμίχθησαν έτσι με την προσπάθεια να καταδειχθή μια αδιάσπαστη γραμμή διαδόχων ώστε να καταγραφούν κι έξη πάπαι, τι διαβεβαίωσις υπάρχει ότι μια περαιτέρω έρευνα δεν θα πιστοποιούσε κι άλλα κενά; Ας μην απορούμε για το ότι ο λόγιος Σκάλιγκερ τόσο σαρκαστικά εσχολίασε τους ισχυρισμούς ότι ο Πέτρος υπήρξε στη Ρώμη, και για το ότι αγαναχτούσε πολύ με τα ανειλικρινή επιχειρήματα και δηλώσεις, και εφ’ όσον χρόνον ζούσε, οι απολογηταί της εκκλησίας της Ρώμης ήσαν σε αμυντική κατάστασι.
Τα πράγματα περαιτέρω καταδεικνύουν ότι οι ολοένα αυξανόμενοι ισχυρισμοί περί ανωτερότητας και δικαιοδοσίας των επισκόπων της Ρώμης στη διάρκεια των πρώτων τριών αιώνων «απεκρούσθησαν γρήγορα και έντονα σε όλα τα μέρη του Χριστιανικού κόσμου.» Η Σύνοδος Της Νικαίας, το 325 μ.Χ., στην οποία ο πάπας της Ρώμης ούτε ήταν καν παρών, απένειμε στους επισκόπους Αντιοχείας και Αλεξανδρείας μητροπολιτικά δικαιώματα στις εκκλησίες των επαρχιών των «εφ’ όσον όμοια δικαιώματα ανήκουν στον επίσκοπο της Ρώμης.»—Εγκυκλοπαιδεία Μακ Κλίντοκ και Στρογκ, Τόμ. Ζ΄, σελ. 628.
Αληθινά οι Γραφές, τα ιστορικά δεδομένα και ο ορθός συλλογισμός συγκλίνουν στο ν’ αποδείξουν ότι ο Πέτρος δεν είναι η πέτρα επάνω στην οποία ο Χριστός ωκοδόμησε τη Χριστιανική του εκκλησία, ότι δεν ήταν ο πρώτος «επίσκοπος» της Ρώμης, ότι ούτε αυτός ούτε κανένας από τους άλλους αποστόλους είχε διαδόχους, και ότι δεν υπήρξε συνεχής γραμμή τέτοιων διαδόχων από την εποχή του Πέτρου ως τη δική μας εποχή. Γι’ αυτό, η απάντησις στο ερώτημά μας, «Έχουν οι απόστολοι διαδόχους;» πρέπει να είναι ένα εμφατικό και σαφές Όχι!