Διακράτησις Ακεραιότητος στην Κομμουνιστική Πολωνία
Τα γεγονότα που εκτίθενται εδώ ελήφθησαν από δύο αναφορές που υπεβλήθησαν στον Υπουργό της Δικαιοσύνης της Πολωνίας στη Βαρσοβία από τον διάκονο που προΐσταται των μαρτύρων του Ιεχωβά σ’ εκείνη τη χώρα.
«ΤΟ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ καθεστώς δεν γνωρίζει ούτε ελευθερία ούτε δικαιοσύνη. Είναι συνειδητά οικοδομημένο στην καταστροφή κάθε ατομικής θελήσεως, σε υποταγή άνευ όρων. Αλλ’ οι κυρίαρχοι είμεθα εμείς. Η καταστολή είναι ανατεθειμένη σ’ εμάς. Απόλυτη σκληρότης είναι το καθήκον μας. Στην εκπλήρωσι δε αυτού του καθήκοντος απόλυτη σκληρότης σημαίνει υψίστη αξία.»—Λένιν.
Αυτή θα μπορούσε να είναι η γλώσσα μόνον ενός ο οποίος έχει ακριβώς το πραγματικό πνεύμα του ίδιου του Διαβόλου. Φυσικά, ο Λένιν, ο αρχηγός της Ρωσικής επαναστάσεως του 1917, δεν επίστευε σε υπεράνθρωπες δυνάμεις, είτε καλές είτε κακές. Ήταν ένας άθεος, όπως είναι όλοι οι ορθόδοξοι Κομμουνισταί. Για τέτοιους ανθρώπους η Δαρβίνειος θεωρία της Εξελίξεως υπήρξε και είναι ακόμη η πιο ευπρόσδεκτη εξήγησις περί υπάρξεως της ζωής και του ανθρώπου, και αχρηστεύει την απόδοσι πίστεως σ’ ένα παντοδύναμο και πάνσοφο Δημιουργό. Η Κομμουνιστική αντίληψις περί του ανθρώπου ως προϊόντος εξελίξεως εξηγεί γιατί εκτιμάται τόσο λίγο η αξία του ανθρώπου. Γι’ αυτούς ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα ζώο που έχει φθάσει σε υψηλότερο εξελικτικό επίπεδο από τα άλλα ζώα και ότι μπορεί να τύχη μεταχειρίσεως όπως ακριβώς το απαιτούν τα συμφέροντα της Κομμουνιστικής υποθέσεως.
Η απόδειξις τούτου μπορεί να βρεθή στην ιστορία της Σοβιετικής Ενώσεως των περασμένων τεσσάρων δεκαετηρίδων, στα εκατομμύρια των σκλάβων εργατών, τους οποίους διετήρησε μέσα σε εκατοντάδες στρατόπεδα, και στα αναρίθμητα άτομα, που απωλέσθησαν οικτρά. Μπορεί, επίσης, να παρατηρηθή σε ό,τι συνέβη και συμβαίνει στην Ουγγαρία, καθώς και στον διωγμό που υπέστησαν οι μάρτυρες του Ιεχωβά κάτω από το Κομμουνιστικό καθεστώς από τότε που έληξε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως είναι ο διωγμός που έγινε στην Πολωνία.
Η ΕΝΑΡΞΙΣ ΤΟΥ ΔΙΩΓΜΟΥ
Το φθινόπωρο του 1905, ένας αφιερωμένος Χριστιανός διάκονος, ένας «σπουδαστής των Γραφών», μετέβη από την Ελβετία στη Βαρσοβία, κι εκεί έγινε διευθυντής ενός εργοστασίου δαντελλών. Όπως κάνουν όλοι αυτοί οι Χριστιανοί διάκονοι, εγνωστοποίησε στους άλλους την ελπίδα που είχε σχετικά με τη βασιλεία του Θεού, και στην αρχή το έκανε αυτό μέσω ενός διερμηνέως. Μερικοί άκουσαν, επίστεψαν, αφιερώθηκαν επίσης να υπηρετήσουν τον Ιεχωβά κι άρχισαν να λέγουν τ’ αγαθά νέα στους άλλους. Απ’ εκείνη τη μικρή έναρξι, που έγινε πριν από πενήντα περίπου χρόνια, το έργον των μαρτύρων του Ιεχωβά στην Πολωνία εμεγάλωσε κι έφθασε να γίνη ένα ωραίο, ισχυρό και μεγαλοπρεπές δένδρο, ικανό ν’ ανθέξη σε όλες τις θύελλες που το χτυπούσαν, περιλαμβανομένων δύο παγκοσμίων πολέμων και των δικτατοριών των Ναζιστών και των Κομμουνιστών.
Στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι μάρτυρες του Ιεχωβά απέκτησαν ελευθερία να κηρύττουν, αλλ’ όχι για πολύν καιρό. Λίγο-λίγο η Κομμουνιστική εναντίωσις άρχισε να εκδηλώνεται έτσι, ώστε το 1948 κατέστη αδύνατο να γίνωνται ετήσιες και ημιετήσιες συνελεύσεις, γνωστές ως συνελεύσεις περιφερειών και περιοχών. Σ’ ένα Ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως μερικοί από τους μάρτυρας του Ιεχωβά υπήρξαν συγκρατούμενοι του Ιωσήφ Συραγκίεβιτς, ο οποίος έγινε πρωθυπουργός από το έτος 1947 ως το 1952 και πάλιν από τις 19 Μαρτίου 1954 και εφεξής. Μοιράσθηκαν την τροφή τους μαζί του, τον εβοήθησαν με πολλούς άλλους τρόπους και η καλή συμπεριφορά των υπήρξε μια έμπνευσις σ’ αυτόν. Τους είπε τότε ότι αν κατελάμβανε κάποτε μια υψηλή θέσι στη μεταπολεμική Πολωνία και οι μάρτυρες συναντούσαν δυσχέρειες, έπρεπε να παν να τον συναντήσουν. Όταν στο 1948 τα πράγματα κατέστησαν πολύ σκοτεινά για τους μάρτυρας, τον επεσκέφθη μια επιτροπή απ’ αυτούς. Τους εδέχθη αμέσως, τους είπε ότι εγνώριζε τι συνέβαινε, αλλ’ ότι ήταν ανίσχυρος να κάμη κάτι σ’ αυτό το ζήτημα.
Πριν από τότε, όμως, τον Φεβρουάριο του 1946, το περιφερειακό γραφείο ασφαλείας του Λοτζ συνέλαβε ωρισμένα ηγετικά μέλη του εκεί τμήματος της Εταιρίας. Σ’ έναν απ’ αυτούς ελέχθη: «Πρέπει να κολυμπάτε προς τη διεύθυνσι του ρεύματος, διότι αλλιώς δεν θα απολυθήτε.» Όταν αυτός ερώτησε τι υπενοείτο μ’ αυτή τη φράσι, ένα κρατικόν όργανον τού είπε:
«Θα συνεργασθήτε μαζί μας. Θα υπογράψετε μια δήλωσι την οποίαν θα κρατήσωμε σ’ ένα σιδερένιο κιβώτιο. Θα σας δοθή ένα ψευδώνυμο και τις εκθέσεις που θα υπογράφετε με αυτό θα τις φέρετε σ’ αυτό το γραφείο ή στην ιδιωτική κατοικία μου ή κάποιος απ’ εδώ θα έρχεται να παίρνη τις εκθέσεις από τη διεύθυνσί σας. Θα οργανώσετε τους μάρτυρας του Ιεχωβά με τέτοιον τρόπο ώστε να παρακολουθούν όλες τις Ρωμαιοκαθολικές λειτουργίες και ν’ ακούουν προσεκτικά τις ομιλίες των ιερέων. Αυτοί θα κρατούν σημείωσι για κάθε δήλωσι που κατευθύνεται εναντίον της λαϊκής κυριαρχίας ή που θα μπορούσε να ήταν επιζήμια στο κράτος.»
Ο μάρτυς αρνήθηκε, λέγοντας ότι οι μάρτυρες κατεπολέμησαν τους εχθρούς των μόνο με τη Γραφική αλήθεια και ότι αγαπούσαν τους πλησίον των. Οι κρατούμενοι μάρτυρες απελύθησαν αργότερα κατόπιν διαμαρτυρίας που υπεβλήθη στον Πολωνό πρέσβυ, στη Βέρνη της Ελβετίας.
Τον Ιούνιο του 1946, το κρατικόν όργανον του Λοτζ ήλθε στο τμήμα κι εζήτησε τη συνεργασία των μαρτύρων. Προειδοποίησε για φοβερές συνέπειες σε περίπτωσι αρνήσεως και υπεσχέθη τις καλύτερες αίθουσες στις διάφορες πόλεις για τις συναθροίσεις των μαρτύρων του Ιεχωβά αν αυτοί συνειργάζοντο. «Κανείς δεν μπορεί να μας σταματήση,» ελέχθη στον μάρτυρα. Ο μάρτυς παρέμεινε ακλόνητος, κι έτσι ο Κομμουνιστικός πράκτωρ έφυγε μαινόμενος. Την επαύριον ο μάρτυς απήχθη μ’ έναν τόσο έξυπνο τρόπο που κανείς δεν τον αντελήφθη. Εν τούτοις, όταν εμφανίσθηκε ενώπιον του κυβερνητικού επιτρόπου αφέθη ελεύθερος.
Στις 21 Απριλίου 1950, ώρα 10.30΄ μ.μ,, όργανα της ασφαλείας έκαναν έφοδο στο τμήμα και συνέλαβαν τους πρωτεργάτας. Δεν είχαν εκδοθή εντάλματα συλλήψεως, πράγμα που εσήμαινε η επιδρομή έγινε εν αγνοία του κυβερνητικού επιτρόπου. Σε λίγο συνελήφθησαν όλοι όσοι ειργάζοντο μέσα στο τμήμα και το έργον επισήμως απηγορεύθη σε όλη την Πολωνία.
ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΩΝΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Τι είδους μεταχείρισις έγινε στους μάρτυρας που συνελήφθησαν; Χαρακτηριστικά παραδείγματα δίδονται ενταύθα. Παρεμπιπτόντως, ενδιαφέρει να σημειωθή ότι η παρούσα Πολωνική κυβέρνησις υπό την ηγεσία του Βλαδισλάβ Γκομούλκα κατέκρινε τις παραβάσεις της «Σοσιαλιστικής νομιμότητος» από τους Σταλινικούς και απεφάσισε να καλέση σε απολογία τα όργανα του πρώην Υπουργείου Ασφαλείας για τις αδικοπραγίες των.
Οι μάρτυρες ωδηγήθησαν στο γραφείο περιφερειακής ασφαλείας της Λοτζ κι εφαρμόσθηκαν αμέσως μέθοδοι «τρίτου βαθμού» ή ιεροεξεταστικές. Ο μάρτυς Α εβασανίσθη στη φωτιά κι εκακοποιείτο επί οκτώ μέρες και οκτώ νύχτες χωρίς διακοπή. Ο μάρτυς Β έτυχε της ιδίας μεταχειρίσεως επί έξη μέρες.
Ο μάρτυς Α υπέστη καταιγισμόν γρονθοκοπημάτων ώσπου το σώμα του εμελάνιασε. Κατ’ επανάληψιν του ελέχθη ότι ο βασανισμός θα σταματούσε αν αυτός ωμολογούσε ότι υπήρξε κατάσκοπος. Οι βασανισταί του, επίσης, εζήτησαν να υπογράψη δήλωσιν ότι είχε διατάξει την ανέγερσι ραδιοσταθμού από τον οποίον εξεπέμποντο πληροφορίες που προέδιδαν τα συμφέροντα της Πολωνίας. Όταν ερώτησε πώς να υπογράψη μια δήλωσι που ήταν καθαρή ψευδολογία, του είπαν: «Είτε είναι ψευδολογία είτε όχι, θα υπογράψης ει δ’ άλλως δεν θ’ ανακτήσης την ελευθερία σου.»
Όταν περιέπεσε σε αναισθησία εξαιτίας των χτυπημάτων, του περιέχυσαν κρύο νερό ώσπου συνήλθε, και ξεπλύθηκαν από όλο το αίμα τα ενδύματά του. Εξηναγκάσθη να παραμείνη γονατιστός επί εβδομήντα δύο ώρες. Κατόπιν εστάλη στο Υπουργείο Ασφαλείας στη Βαρσοβία, εφόσον τα βασανιστήρια που του έκαμαν στο Λοτζ απέτυχαν να τον κάμψουν. Αυτή η κακομεταχείρισις κατερείπωσε την υγεία του εφ’ όρου ζωής. Αλλ’ ας σημειωθή ότι η ακεραιότης του δεν εκλονίσθη· έλαμψε ακόμη φωτεινότερα!
Στον μάρτυρα Γ δεν εδόθη τροφή επί τρεις μέρες. Εδάρη με «κλομπ» επειδή αρνήθηκε να υπογράψη δήλωσι που περιείχε ψευδείς κατηγορίες για τους συμμάρτυράς του. Τον απείλησαν ότι θα τον εκρεμούσαν αλλά η απειλή δεν επέτυχε! Τον έρριξαν στο πάτωμα, τον χτύπησαν, τον εποδοπάτησαν οι αστυνομικοί και τον χτύπησαν στα πέλματα των ποδών του με ελαστικά ρόπαλα. Του έσπασαν τα τύμπανα των αυτιών του και τα πλευρά του. Εν όλω υπέφερε επί τριάντα δύο μέρες αυτή τη μεταχείρισι.
Στη Βαρσοβία, ο μάρτυς Α ετοποθετήθη γυμνός μέσα σε μια μικρή σκοτεινή τρύπα, στην οποία δεν μπορούσε ούτε να καθήση, ούτε να ξαπλωθή ούτε να σταθή όρθιος. Εκεί έμεινε είκοσι τέσσερες μέρες. Κατ’ επανάληψιν οι βασανισταί του εζήτησαν απ’ αυτόν να υποχωρήση, και τελικά απείλησαν να θανατώσουν τη σύζυγό του και το παιδί του και να τον κάνουν ράκος. Τους είπε ότι δεν μπορούσε ν’ απιστήση στον Θεό, οτιδήποτε κι αν έκαναν σ’ αυτόν ή σ’ αυτούς.
Εκτελώντας τις απειλές των, συνέλαβαν τη σύζυγό του και το παιδί του. Τόσο εκακοποίησαν τη σύζυγό του, ώστε υπέφερε αιμορραγίες επί πέντε χρόνια. Η κόρη του έτυχε χειροτέρας ακόμη μεταχειρίσεως, τόσον ώστε προσεβλήθη διανοητικώς. Στο παραπλεύρως κελλί έβαλαν ένα κορίτσι που είχε φωνή όμοια με της κόρης του, που συνεχώς εκραύγαζε και εκλιπαρούσε, «Βγάλτε τους έξω, είναι αθώοι! Αφήστε με να πάω στη μητέρα μου!» κλπ. Πάντοτε ο μάρτυς Α ενόμιζε πως ήταν η φωνή της κόρης του.
Κάποτε του είπαν ότι ο βασανισμός αυτού και της συζύγου του και της κόρης του θα σταματούσε αν ειργάζετο υπέρ των Κομμουνιστών· του εδόθη τριήμερη προθεσμία για να το σκεφθή. Αυτός απήντησε: «Εγώ ποτέ δεν υπήρξα κατάσκοπος ή καταδότης, ούτε και θα γίνω ποτέ τοιούτος. Δεν θα έχω άλλη απάντησι μετά τρεις μέρες. Αυτή είναι η τελική μου απάντησις, έστω κι αν μου στοίχιση τη ζωή μου και τη ζωή της συζύγου μου και της κόρης μου.» Τότε μετήχθη στο Μοκότωβ, που υπετίθετο ότι ήταν ακόμη χειρότερη φυλακή.
Πώς μπορούσε η φυλακή του Μοκότωβ να είναι χειρότερη ακόμη; Είναι αληθές ότι ο βασανισμός δεν μπορούσε να είναι πολύ χειρότερος, μολονότι εκεί ο μάρτυς Α υπέστη τέτοια πλήγματα στο στήθος του, ώστε πονούσε επί χρόνια κάθε φορά που ανέπνεε βαθιά. Μάλλον, εκεί οι Κομμουνισταί ήσαν ειδικά έμπειροι στο να χαλκεύουν ερωτήσεις τέτοιες ώστε να περιπλέκουν τα θύματά τους. Διέστρεφαν όσα έλεγαν τα θύματα και όταν αυτά προσήγοντο στα δικαστήρια η καταδίκη απηγγέλλετο με βάσι τη μαρτυρία αυτή.
Ο Μάρτυς Β έτυχε ομοίας μεταχειρίσεως. Εκτός από τα καταιγιστικά πλήγματα που του κατέφεραν στο κεφάλι και στο στομάχι, εξέσχισαν τους συνδέσμους της σιαγόνος του και δεν μπορούσε να φάγη επί πολλές μέρες. Του είπαν: «Αν και έμεινες σχεδόν πέντε χρόνια μέσα σ’ ένα Γερμανικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως λόγω της αντιθέσεώς σου με τον Χίτλερ, εμείς θα σε κάμωμε, αν το θέλωμε, έναν πρώτης τάξεως Γκεσταπίτη.» Ο Μάρτυς Δ έτυχε ομοίας μεταχειρίσεως με τον Α· ετοποθετήθη μέσα στη μικρή τρύπα, εκτός από τα χτυπήματα που υπέστη, και επανειλημμένως εξήχθη για να απαιτηθή απ’ αυτόν να προβή σε ομολογίες περί κατασκοπείας, πράγμα το οποίον σταθερά αρνήθηκε να πράξη.
ΠΙΣΤΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Οι ανωτέρω μάρτυρες και πολλοί που υπέφεραν σαν αυτούς έζησαν για να λέγουν τα βασανιστήρια από τα οποία επέρασαν, αλλ’ άλλοι δεν έζησαν. Έτσι, στις 2 Αυγούστου 1950, ο Μάρτυς Ε εκλήθη να παρουσιασθή στο Γραφείο Ασφαλείας του Σιεσζύν. Επειδή αρνήθηκε να εξυπηρετήση τους Κομμουνιστάς και να εργασθή εναντίον των συμμαρτύρων του, επυροβολήθη δύο φορές από έναν αστυνομικό. Μετεφέρθη σε νοσοκομείο, όπου και πέθανε μετά μια ώρα. Λίγο πριν πεθάνη είπε σ’ έναν παρευρισκόμενο γιατρό: «Μ’ επυροβόλησε ένας αστυνομικός του Υπουργείου Ασφαλείας επειδή υπηρετούσα πιστά τον Ιεχωβά.» Αληθινά ήταν ένας μάρτυς πιστός μέχρι θανάτου.
Στις 15 Αύγουστου 1950, η Υπηρεσία Ασφαλείας του Κολμπουσζώβ συνέλαβε τον Μάρτυρα Ζ, Αμερικανόν υπήκοο. Τον εχτύπησαν στο κεφάλι και κατόπιν οι αστυνομικοί εποδοπάτησαν τη σπονδυλική του στήλη. Προσεβλήθη η διάνοιά του και μετά έξη μέρες πέθανε.
Ο Μάρτυς Η συνελήφθη στις 12 Ιανουαρίου 1953, από το Γραφείο Ασφαλείας του Πίκζωβ. Ένας αστυνομικός ακούσθηκε να λέγη σ’ έναν άλλον: «Πες του ν’ αποχαιρετήση τη σύζυγό του, διότι δεν θα επιστρέψη.» Μετά οκτώ μέρες εθανατώθη.
Τα Ες-Ες του Ρύβνικ συνέλαβαν τον Μάρτυρα Θ στις 10 Αυγούστου 1950. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1950, η σύζυγός του επληροφορήθη ότι εξετελέσθη ως κατάσκοπος. Η αίτησίς της να ιδή το πτώμα του απερρίφθη, όπως και η αίτησίς της ν’ ανοίξη το φέρετρο την ώρα της κηδείας. Απερρίφθησαν επίσης παρόμοιες αιτήσεις συγγενών του μάρτυρος Μ από το Λούμπλιν, ο οποίος πέθανε μετά τέσσερες περίπου μήνες φυλακίσεως. Υπεστηρίχθη ότι αυτός απηγχονίσθη μόνος του.
Στις 20 Ιουνίου 1950, αστυνομικοί του Μπιαλυστόκ συνέλαβαν τον Μάρτυρα J. Αυτός εβασανίσθη τόσο ώστε δεν μπορούσε να βαδίση. Εδάρη κυριολεκτικά μέχρι θανάτου πέντε εβδομάδες περίπου μετά τη σύλληψί του. Αλλά μετά ενάμισυ έτος, τον Φεβρουάριο του 1952, επληροφορήθη η μητέρα του τι του συνέβη.
Τη νύχτα της 19ης Ιουνίου 1950, αστυνομικοί του Χρουμπιεσζώβ συνέλαβαν τον Μάρτυρα Κ. Την τρίτη μέρα της ανακρίσεώς του τού εζητήθη να σχολιάση ένα έντυπο κείμενο της Γραφής, και ενώ το έπραττε αυτό επυροβολήθη και εφονεύθη. Το σώμα του ευρέθη μελανιασμένο και ξεσχισμένο από τις κακώσεις που υπέστη.
Την ίδια μέρα συνελήφθη ο Μάρτυς I από τους αστυνομικούς των Ες -Ες στο Σαντομιέρτζ και ωδηγήθη στα Ες-Ες του Κιέλτσε. Στη διάρκεια της ανακρίσεως ερρίφθη στο δάπεδο, του κατεφέρθησαν λακτίσματα στο κεφάλι και εποδοπατήθη. Οι πνεύμονές του και οι νεφροί του διερράγησαν κι έρρεε αίμα απ’ το στόμα του κι από το απευθυσμένο του έντερον, ώσπου απέθανε.
Ο Μάρτυς Ν συνελήφθη στο Σταβ κοντά στο Κάλις στις 17 Ιανουαρίου 1951. Έξη μέρες κακομεταχειρίσεως έφθασαν να τον θανατώσουν. Υπέστη την τυπική μεταχείρισι που εγίνετο στους μάρτυρας εκείνου του τόπου: Εξαναγκάσθηκε να καθήση σε μια μονόποδη καρέκλα που είχε έναν αξονίσκο ο οποίος ενεπηγνύετο στο απευθυσμένο του έντερο. Ηλεκτρικά ρεύματα εφηρμόζοντο στα πόδια του και στο πηγούνι του. Αφού εκρεμάτο μέχρις αναισθησίας, ερρίπτετο μέσα σ’ ένα λουτήρα με νερό. Κατόπιν όταν συνήρχετο, οι βασανισμοί επαναλαμβάνοντο. Οι βασανισταί του επέμεναν να ομολογήση ότι ασκούσε κατασκοπείαν.
Στις 25 Ιανουαρίου η σύζυγός του εζήτησε να ιδή το πτώμα του συζύγου, αλλά το αίτημά της απερρίφθη. Εν τούτοις, το βράδι εκείνο ειδοποιήθη τηλεφωνικώς να πάη να παραλάβη το πτώμα του και να το ενταφιάση. Ο κρατικός επίτροπος τής επέτρεψε να μπη στο νεκροτομείο. Μολονότι ο Μάρτυς Ν ήταν μόνο είκοσι οκτώ ετών ηλικίας και υγιής και ρωμαλέος πριν από έξη μέρες, εφαίνετο τώρα ως σκελετός. Απ’ το κεφάλι ως τα πόδια, το σώμα του έφερε σημάδια κακώσεων, με ερυθρά και πρησμένα στίγματα. Τα γεννητικά του όργανα ήσαν, επίσης, μωλωπισμένα και πρησμένα, κλπ.
Τα Ες-Ες του Στεττίνου συνέλαβαν τον Μάρτυρα Ο στις 20 Μαΐου 1952, και τον πήγαν σε μια φυλακή της Βαρσοβίας και μετά από λίγους μήνες σε μια φυλακή του Λοτζ. Μετά δύο περίπου έτη η σύζυγός του έμαθε ότι ήταν σ’ ένα νοσοκομείο και τελικά έλαβε την άδεια να τον ιδή. Ήταν τόσο σκελετώδης, ώστε δεν μπόρεσε να τον αναγνωρίση. Ένας δικηγόρος τη συνεβούλευσε να ζητήση την απόλυσι του συζύγου της από την «κατάστασι εξετάσεως», η οποία τελικά έγινε και μπόρεσε να τον παραλάβη στην κατοικία των στις 3 Σεπτεμβρίου 1954. Είχε τη χαρά να ιδή το σπίτι του και το παιδί του πάλι, αλλά πέθανε μετά οκτώ μέρες. Δύο χιλιάδες άτομα παρακολούθησαν την κηδεία και διεμαρτυρήθησαν για τις σαδιστικές αυτές μεθόδους της Κομμουνιστικής αστυνομίας, που τώρα κοινώς καλούνται «Μπεριανισμός».
ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ
Άλλοι μάρτυρες απώλεσαν την όρασί τους λόγω κακώσεων, άλλοι απώλεσαν όλα τα δόντια τους, και πολλοί είναι χωλοί σ’ όλη τους τη ζωή και ανίκανοι να κερδίσουν ποτέ τα προς το ζην. Μετά τη σύγκλησι του Εικοστού Συνεδρίου του Κομμουνιστικού κόμματος στη Μόσχα, που εσημείωσε την έναρξι του προγράμματος «Αποσταλινοποιήσεως», η κατηγορία για κατασκοπεία κατέπαυσε. Ο Μπεριανισμός ανήκει στο παρελθόν ως προς την Πολωνία, τουλάχιστον προς το παρόν. Οι Πολωνοί πολιτικοί είπαν ότι οι δικαστικές αρχές θα κάμουν ό,τι μπορούν για να επανορθωθούν τα αδικήματα που διεπράχθησαν σε χιλιάδες αθώων ανθρώπων, περιλαμβανομένων και των μαρτύρων του Ιεχωβά.
Κατάλληλη ενταύθα είναι η επόμενη περικοπή από το Βιβλίον του Έτους 1957 των Μαρτύρων του Ιεχωβά: «Ένας πολύ επιφανής κρατικός λειτουργός εδήλωσε: ‘Είμαι ενθουσιασμένος με τη στάσι σας.’ Συνεχίζοντας είπε ότι υπήρχαν τρεις κύριοι λόγοι για τους οποίους ανεθεωρήθησαν οι αντιλήψεις της Πολωνικής κυβερνήσεως για τους μάρτυρας του Ιεχωβά, οι δε λόγοι είναι αυτοί: (1) Οι διδασκαλίες των μαρτύρων του Ιεχωβά δεν μετεβλήθησαν παρά την εξαετή απαγόρευσι. (2) Παρά τις συλλήψεις και τις πολλές άλλες δυσκολίες, αυτοί θαρραλέα και άφοβα εξακολουθούν να ασκούν τη θρησκεία των. (3) Σε όλη τη διάρκεια της απαγορεύσεως ο αριθμός των ετετραπλασιάσθη.»
Αληθινά οι μάρτυρες του Ιεχωβά στην Πολωνία διεκράτησαν ακεραιότητα παρ’ όλα όσα έκαμαν οι Κομμουνισταί ηγέται. Επέδειξαν το ίδιο πνεύμα με τον Ιώβ όταν είπε: «Και αν με θανατόνη, εγώ θέλω ελπίζει εις αυτόν.»—Ιώβ 13:15.
Οι μάρτυρες του Ιεχωβά καθώς και άλλοι που αγαπούν δικαιοσύνη σε όλο τον κόσμο μπορούν να χαίρουν και να ενθαρρύνωνται από την πορεία ακεραιότητος που ακολουθούν οι μάρτυρες στην Πολωνία. Βλέπουν σ’ αυτήν μια εκπλήρωσι των λόγων του προφήτου: «Ουδέν όπλον κατασκευασθέν εναντίον σου θέλει ευοδωθή· και πάσαν γλώσσαν, ήτις ήθελε κινηθή κατά σου, θέλεις νικήσει εν τη κρίσει. Αύτη είναι η κληρονομία των δούλων του Ιεχωβά· και η δικαιοσύνη αυτών είναι εξ εμού, λέγει ο Ιεχωβά.»—Ησ. 54:17, ΑΣ.