Ο Μονοθεϊσμός Προηγήθη από τον Πολυθεϊσμό
Η ΘΕΩΡΙΑ περί εξελίξεως δεν σταματά με την υποστηριζόμενη απ’ αυτή βαθμιαία ανάπτυξι του ανθρώπου από την άψυχη ύλη. Κάνει επίσης και τον υπέρτατον Θεό ένα προϊόν εξελίξεως. Στην αρχή ο πρωτόγονος άνθρωπος δεν είχε ιδέα περί Παντοδυνάμου Θεού, λέγει αυτή η «περί εξελίξεως» θεωρία. Ο άνθρωπος πρώτα ανέπτυξε την ιδέα περί πολλών θεών, και από τους πολλούς αυτούς θεούς ανεπτύχθη η ιδέα περί ενός Παντοδυνάμου Θεού. Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτή τη θεωρία, ο μονοθεϊσμός εξειλίχθη από τον πολυθεϊσμό, και αυτή είναι η άποψις που διδάσκεται γενικά με την ίδια χαρωπή ευφράδεια και τον δογματισμό που συνοδεύει τη διδασκαλία της οργανικής εξελίξεως.
Το περιοδικό Λάιφ 12ης Δεκεμβρίου 1955 εδημοσίευσε το άρθρο «Η Χαραυγή της Θρησκείας», με τον εξής υπότιτλο: «Ο άνθρωπος, περιδεής από τα φαινόμενα της φύσεως και από τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου, ανέπτυξε μια πίστι σε ανώτερες δυνάμεις και τελετουργίες για να τιμήση τον πνευματικό κόσμο.» Το άρθρον αυτό, γραμμένο από τον οπαδό της εξελίξεως Λίνκολν Μπάρνετ, έλεγε τα εξής:
«Ο πρωτόγονος άνθρωπος μπορούσε μόνο να φαντασθή μια πανδυναμική και υπερφυσική βούλησι πίσω από τέτοια διατεταγμένα φαινόμενα όπως είναι η καθημερινή ανατολή και δύσις του ηλίου, ο κύκλος των εποχών του έτους και η νυκτερινή περιστροφή της ενάστρου ουρανίου σφαίρας. Θα έτρεμε απλώς από δέος και θαυμασμό προς τους απροειδοποιήτως εκδηλουμένους παροξυσμούς του φυσικού κόσμου—τον αιφνίδιο σχηματισμό ρήγματος στη γη και την εκτυφλωτική σπινθηροβολία της αστραπής στον σκοτεινιασμένον ουρανό. Εδώ ασφαλώς έγκειται η αρχή της πίστεώς του στο υπερφυσικό. . . .
»Αλλ’ ο πρωτόγονος άνθρωπος πρέπει να ήταν ενήμερος των εξίσου μυστηριωδών και τρομακτικών γεγονότων που έλαβαν χώραν όχι στον εξωτερικό κόσμο αλλά μέσα στον ίδιο τον εαυτό του. Τι, λόγου χάριν, θα μπορούσε να φρονή περί ύπνου; Η διαφορά μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως υπέβαλλε τη σκέψι ότι υφίστατο κάτι μέσα του που υπερείχε από το σώμα του, κάτι που μπορούσε ν’ απέλθη και, σε κατάστασι ονειροπολήσεως, αυτό διήγε δική του ενεργό ζωή, διανύοντας θαυμαστά το διάστημα και τον χρόνον. Τελικά δε, ο άνθρωπος αντιμετώπισε τον θάνατο με το ύστατο μυστήριο. Όταν πέθαινε οποιοδήποτε άτομο, τα ζωτικά χαρακτηριστικά του σώματός του εξηφανίζοντο—η θερμότης, η κίνησις, η λαλιά, η πνοή, η βούλησις. Πού επήγαν; Εφόσον η ίδια η σαρξ διελύθη, το σώμα μπορούσε μόνο ν’ αποτελή σκήνωμα του πνεύματος που κατοικούσε μέσα σ’ αυτό, στη διάρκεια της ζωής.»
Με τις θεωρίες αυτές υποστηρίζεται ότι από μύθους της φύσεως, αστρομύθους, μαγολατρίαν, τοτεμισμόν, φετιχισμόν, ψυχολατρίαν, και πολυθεϊσμόν, ο άνθρωπος τελικά ανέπτυξε την αντίληψι ενός υπάτου Παντοδυνάμου Θεού, που λέγεται στην Αγ. Γραφή «Ιεχωβά». Αυτό δεν απεδείχθη. Αποτελεί θεωρίαν μόνον. Βασίζεται σε μια άλλη αναπόδεικτη θεωρία—την οργανική εξέλιξι του ανθρώπου. Εφόσον το σώμα του ανθρώπου εξειλίσσετο, εξειλίσσετο και ο εγκέφαλός του, καθόσον δε αυτός εξειλίσσετο, εξειλίσσετο και ο στοχασμός του, κι απ’ τον εξελισσόμενο αυτόν στοχασμό εξειλίχθη η θρησκεία. Το άρθρον, όπως συνηθίζεται στα «εξελικτικά» συγγράμματα, παραθέτει έναν επιβλητικό κατάλογο πολυμαθών που θεωρούνται αυθεντίες ως απόδειξιν της ακριβείας του. Αυτό, βέβαια, δεν αποτελεί απόδειξι για κανένα εκτός από εκείνους που θέλουν τυφλά ν’ ακολουθούν ανθρώπους.
Υπάρχουν γεγονότα που αποδεικνύουν ή αναιρούν τη θεωρία ότι ο πολυθεϊσμός προηγήθη τον μονοθεϊσμού;
Η ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΑΠΟ ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥΣ
Οι επιστήμονες αναζητούν την προέλευσι της θρησκείας από αρχαιολογικές έρευνες των αφώνων λειψάνων αρχαίων λαών και από μελέτη των θρησκευτικών πίστεων των πιο πρωτογόνων πολιτισμών των οποίων μέλη ζουν ακόμη επάνω στη γη. Ο Λίνκολν Μπάρνετ συμφωνεί μ’ αυτό και λέγει ότι για την τελευταία αυτή κατηγορία «οι κύριοι εκπρόσωποι είναι οι Αυτόχθονες της σημερινής Αυστραλίας.» Λέγει: «Το ότι η θρησκεία των έχει τις ρίζες της στα βάθη της προϊστορίας δεν μπορεί ν’ αμφισβητηθή. Επίσης και το ότι μια όμοια, ίσως λιγώτερο περίπλοκη, μορφή πίστεως επικρατούσε μεταξύ των Παλαιολιθικών ανθρώπων πριν από 100.000 χρόνια, αποτελεί επίσης γεγονός αναμφισβήτητον.»
Αλλ’ όταν ανατρέχωμε στις ρίζες των αρχεγόνων αυτών θρησκειών, διαπιστώνομε όχι πολυθεϊσμό, αλλά μονοθεϊσμό· η πίστις σε υψηλούς θεούς και τα πιο ανεπεξέργαστα και πολυθεϊστικά στοιχεία της λατρείας των ανακαλύπτεται ότι είναι μεταγενέστερες προσθήκες και καταδεικνύουν έναν εκφυλισμό από έναν αρχικό μονοθεϊσμό σε πολυθεϊσμό. Λόγου χάριν, μεταξύ των Αυστραλιανών φυλών οι νοτιοανατολικοί είναι οι αρχαιότεροι, σχετικά δε με τη θρησκεία των ο ερευνητής Γ. Φόυ γράφει: «Εκ πρώτης όψεως εκπληκτικό είναι το να διαπιστωθή, ειδικά στη Νοτιο-Ανατολική Αυστραλία, μια πίστις σε ένα θεό, γνωστόν ως ‘πατέρα’ ή ‘πάππον’ που υποτίθεται ότι εδημιούργησε τον άνθρωπο και τα κυριώτερα φαινόμενα της φύσεως.» Ο Φόυ προσθέτει ότι αυτός ο ένας υψηλός θεός έχει ένα γυιό δίπλα του, που «ενεργεί ως μεσίτης μεταξύ αυτού και του ανθρώπου.»1
Ένας από τους πιο μεγάλους εργάτας σ’ αυτόν τον τομέα είναι ο Καθηγητής Γουλιέλμος Σμιτ. Αφού δείχνει αυτός ότι οι Πυγμαίοι είναι αρχαιότεροι κι από τους Αυστραλούς Αυτόχθονας, λέγει: «Ο καθείς από τους Πυγμαίους, οι οποίοι αναμφιβόλως ανάγονται στα αρχαιότερα στρώματα της ανθρωπότητος, παρατηρείται ότι έχει μαγικές πεποιθήσεις και συνήθειες μόνο σε μικρό σχετικώς βαθμό . . . Τώρα αφ’ ετέρου, μεταξύ όλων αυτών των λαών του κατωτάτου στρώματος, και μεταξύ αυτών ειδικά, διαπιστώνομε σαφώς και θετικά την αναγνώρισι και λατρεία ενός προσωπικού και ηθικού υπερτάτου Όντος. Έτσι, με τις μεθόδους της ιστορικής ερεύνης βρίσκομε κάποια απόδειξι ότι αυτή η θρησκεία περί ενός υψηλού θεού δεν είναι μεταγενέστερη από τη μαγεία, ούτε εξειλίχθη απ’ αυτήν, αλλά κατά πάσαν πιθανότητα προηγήθη αυτής.»2
Ο Σμιτ παραθέτει από έναν άλλον επιστήμονα κύρους που είπε για τους Πυγμαίους: «Αν τώρα μεταβούμε σε σημεία θετικής συγκρίσεως, καταπλησσόμεθα από ένα πολύ αξιοσημείωτο γεγονός που υπερέχει όλων. Δηλαδή τη σαφή αναγνώρισι και λατρεία ενός Υπερτάτου Όντος. Είναι ο απανταχού δημιουργός και ύπατος κύριος του κόσμου όλου, αναιρουμένων έτσι των θεωριών εκείνων οι οποίοι υποθέτουν ότι οι αρχέγονοι αυτοί λαοί είναι ανίκανοι ν’ αντιμετωπίσουν την καταπληκτική ποικιλία του σύμπαντος ως ένα ενιαίον σύνολον, πολύ δε λιγώτερο να το αναγάγουν σε μια ενιαία αιτία.»3
Αλλ’ ο μονοθεϊσμός μεταξύ των αρχεγόνων λαών δεν περιορίζεται στους Αυστραλούς Αυτόχθονας και στους Πυγμαίους: «Οι υψηλοί αυτοί θεοί βρίσκονται όχι μόνο στη Νοτιο-Ανατολική Αυστραλία, αλλά και μεταξύ των Πυγμαίων, των Δασόβιων, των αρχαιοτάτων Αρκτικών λαών, των ιθαγενών της Βορείας Κεντρικής Καλιφορνίας, των πρωτογόνων Αλγκονκίνων, των Τιέρρα ντελ Φουέτζιανς, με μια λέξι, όλων των αρχεγόνων λαών με τους οποίους έχομε κάποια στενή γνωριμία.»4
Ο Ρ. Μπ. Ντίξον αποκαλύπτει ότι μια απ’ αυτές τις αρχέγονες φυλές της Κεντρικής Καλιφόρνιας, η Μαϊντού, έχει έναν υπέρτατο Δημιουργό κι έναν εχθρό που λέγεται «Κόγιοτ». Ο Δημιουργός είναι αγαθός και ενεργεί για το καλό, για την ευτυχία και την αιώνια ζωή του ανθρώπου, αλλ’ ο Κόγιοτ πάντοτε εναντιώνεται και προσπαθεί να κάμη τη ζωή δύσκολη για τον άνθρωπο. Σ’ αυτό το σημείο ο Σμιτ προσθέτει: «Ο λόγος για τον οποίον ο Δημιουργός προφανώς υποχωρεί στις εφόδους του Κόγιοτ είναι πραγματικά ότι το ανθρώπινο γένος αφήνεται να πλανηθή από τον Κόγιοτ στο ν’ ακολουθή αυτόν και να εγκαταλείψη τον Δημιουργό. Γι’ αυτό ο τελευταίος τους αφήνει ν’ ακολουθήσουν τον δρόμο τους, και συγχρόνως προετοιμάζει την πιο αντάξια προς τούτο τιμωρία.»5
Οι περαιτέρω αυτές δηλώσεις αναγράφονται στο μνημειώδες σύγγραμμα του Σμιτ, Προέλευσις και Ανάπτυξις της Θρησκείας: «Ο μονοθεϊσμός, κάτω από την επιρροή της ψυχολατρίας με τις θυσίες της προς τους νεκρούς, τα άυλα φαντάσματά της, τη λατρεία των προγόνων και τη θρησκεία των νεκροκεφαλών, συχνά επεκαλύπτετο, απωθείτο στο περιθώριο και κατεπνίγετο. Έτσι, η μορφή του Υπέρτατου Όντος επεσκοτίσθη και συχνά εξηφανίζετο τελείως.» «Η πίστις σ’ ένα Υπέρτατον Ον βρίσκεται στην ισχυρότερη και σαφέστερη μορφή της μεταξύ των αρχαιοτέρων λαών ιδιαίτερα, και μεταξύ όλων αυτών χωρίς εξαίρεσι.» «Μπορούμε να καταδείξωμε ότι η μυθολογία και η μαγεία δεν έφθασαν στην πλήρη σθεναρή των ανάπτυξι ως τις μετέπειτα περιόδους του πολιτισμού, και όσο νωρίτερα εμφανίζονται τόσο ασθενέστερες είναι.» «Αυτοί οι υψηλοί θεοί στην αρχαιότερη μορφή τους, εκείνη στην οποία τους συναντούμε στους πρωτογόνους πολιτισμούς, προηγούνται απ’ όλα τ’ άλλα στοιχεία, είτε μύθοι της φύσεως είναι, είτε φετιχισμός, είτε πνευματολατρία, είτε ψυχολατρία, είτε αστρόμυθοι, είτε τοτεμισμός, είτε μαγεία, από το ένα ή το άλλο των οποίων καθώρισαν την προέλευσι της θρησκείας οι προγενέστερες θεωρίες των προηγουμένων δεκαετηρίδων.»—Σελ. 85, 147, 148, 220.
Το 1924 ο Πωλ Ράντιν μίλησε για τον «Μονοθεϊσμό Μεταξύ των Αρχεγόνων Λαών» ενώπιον της Ιουδαϊκής Ιστορικής Εταιρίας και είπε: «Το ότι πολλοί αρχέγονοι λαοί έχουν πίστι σ’ έναν Υπέρτατο Δημιουργό κανείς δεν το αρνείται σήμερα σοβαρά.» Το 1954 είπε σ’ έναν πρόλογο του εκδοθέντος αυτού δοκιμίου: «Για την ύπαρξι κάποιας μορφής μονοθεϊσμού μεταξύ όλων σχεδόν των αρχεγόνων λαών δεν μπορεί να υπάρξη αμφιβολία.»6
Ο I. Χ. I. Λιούμπα γράφει: «Αποτελεί παλαιάν γνώμην ότι και ο κατώτερος άγριος διατηρεί μια πίστι σ’ ένα Υπέρτατον Ον, όσο αμυδρά κι αν είναι αντιληπτή και λίγο σεβαστή. . . . Αν και η γνώμη αυτή αντιμετώπισε προσκαίρως τη δυσπιστία . . . πρόσφατες ανθρωπολογικές αναζητήσεις παρέχουν αρκετές αποδείξεις που δικαιολογούν μια επάνοδο σ’ αυτή την άποψι.» Περαίνει τη σύνοψι αυτή των αποδείξεών του με τα εξής λόγια: «Η γενική ύπαρξις της πίστεως σε Υψηλούς Θεούς γίνεται τώρα αποδεκτή από πάρα πολλούς ανθρωπολόγους.»7
Η ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ
Σπουδαιότερη κι από τις παρούσες πεποιθήσεις των πρωτογόνων λαών είναι η απόδειξις για τις αρχαίες πεποιθήσεις των πρώτων γνωστών φυλών. Για την απόδειξι αυτή στρεφόμεθα στην αρχαιολογία. Διαπιστώνεται ότι όσο αρχαιότερα εισδύει η ιστορία των πολυθεϊστικών φυλών, τόσο λιγώτεροι είναι οι θεοί των και περισσότερο πλησιάζουν στον μονοθεϊσμό. Σχετικά με τις Ινδίες και την Αίγυπτο, ο Α. Ρεντλ Σορτ λέγει:
«Η Ινδική φιλολογία καλύπτει χρονική περίοδο από το έτος 2000 π.Χ. περίπου έως τους νεωτέρους χρόνους και όσο εξιχνιάζεται αρχαιότερα, κατά κοινήν σύμπτωσιν γνωμών, το ρεύμα καθίσταται αγνότερο και τείνει προς τον μονοθεϊσμό όσο περισσότερο πλησιάζομε στην πηγή του. Ο Α. Α. Μακ Ντόνελ λέγει ότι η φιλολογία Ριγκ Βέντικ έχει ‘μονοθεϊστική χροιά.’ Οι Βεντικοί θεοί, αριθμούμενοι σε 33, στους τελευταίους αιώνες έφθασαν ν’ αριθμούνται με λαοφιλή τρόπο σε 330.000.000. Η όλη πορεία υπήρξε πορεία εκφυλισμού από μια αρχέγονη εποχή και εντεύθεν. . . .
»Και στην Αίγυπτο, επίσης, υπάρχει απόδειξις ότι ο μονοθεϊσμός είναι προγενέστερος από τον πολυθεϊσμό. Αυτό πιστοποιούν μερικοί αρχαιολόγοι: Ο Μπρουγκς, ο Μπλουμ-Ερνστ, ο Ρενούφ. Ο Ρενούφ γράφει τα εξής: ‘Είναι αναμφισβήτητα αληθές ότι τα πιο υπέροχα τμήματα της Αιγυπτιακής θρησκείας δεν αποτελούν συγκριτικά το πρόσφατο αποτέλεσμα μιας προϊούσης εξαλείψεως των μεγαλυτέρων. Τα πιο υπέροχα τμήματα είναι αποδεδειγμένως αρχαία, το δε τελευταίο στάδιο της Αιγυπτιακής θρησκείας ήταν και το πιο διεφθαρμένο’.»8
Ο ιστορικός Αλμπερτ Χάυμα έγραψε: «Κατά τη γνώμη πολλών συγχρόνων επιστημόνων κύρους, οι Σουμέριοι ήσαν αρχικά μονοθεϊσταί στην πίστι τους, διότι τα αρχαιότερα γραπτά στοιχεία αναφέρουν σαφώς ότι επίστευαν σ’ ένα μόνο Θεό. Αυτό είναι ένα πολύ σπουδαίο γεγονός για να σημειωθή, διότι μέχρι πολύ προσφάτως (1937) πολλοί ιστορικοί επίστευαν ότι το ανθρώπινο γένος αρχικά ήταν πολυθεϊστικό και ότι βαθμηδόν, καθώς εξεπολιτίζοντο τα ανθρώπινα όντα, εσχημάτιζαν ανώτερη αντίληψι περί θεότητος.» Επίσης, «Όπως ελέχθη προηγουμένως, οι Σουμέριοι αρχικά επίστευαν σ’ ένα μόνο Θεό, αλλά μετά το έτος 3500 π.Χ. [χρονολόγησις Χάυμα] ανέπτυξαν διάφορες μορφές πολυθεϊσμού. Άρχισαν να λατρεύουν μεγάλον αριθμό θεών, από τους οποίους μετεβίβασαν στους μετέπειτα Βαβυλώνιους τον πρώτιστον θεόν των Μαρδώκ.»9
Ο Στέφεν Λάγκντον, καθηγητής της Ασσυριολογίας στην Οξφόρδη, έγραψε ένα άρθρον περί «Μονοθεϊσμού ως Προκατόχου του Πολυθεϊσμού στη Σουμερινή Θρησκεία.»10 Οι Σουμέριοι λέγεται ότι είναι ο αρχαιότερος λαός που είναι γνωστός στην αρχαιολογία και οι ιδέες των μπορούν ν’ αναγνωσθούν στα αρχαία των συγγράμματα. Μερικοί τόποι των προϊστορικών των πόλεων ανεσκάφησαν ως το παρθένον έδαφος. «Ενώ εγίνετο αυτό με τριακοσίους εργάτας στο Κις,» λέγει ο Λάγκντον, «σε χρονική περίοδο δώδεκα ετών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το απέραντο Σουμερινό πολυθεϊστικό σύστημα επακολούθησε τον μονοθεϊσμό. Το συμπέρασμα αυτό, επίσης, μου διεσαφηνίσθη ακόμη περισσότερο από τις ανασκαφές των Γερμανών στο Ερέχ και σε μια πόλι Σουρουππάκ, μεταξύ Νιππούρ και Ερέχ.»
Ο καθηγητής Λάγκντον κάνει αυτές τις δηλώσεις στο άρθρο του: «Γνωρίζομε από επιγραφές που ανάγονται στο έτος περίπου 3000 π.Χ. ότι το Σουμερινόν πάνθεον περιείχε ήδη περίπου 750 θεότητες. . . . Είναι βέβαιον, εν τούτοις, ότι όταν ανατρέχωμε προς την αφετηρία της θρησκείας από γραπτά τεκμήρια, το πάνθεον του έτους 3000 π.Χ. σμικρύνεται σε τέσσερες κι ύστερα σε δύο μόνο θεότητες.» «Το πάνθεον στην πλήρη του ακμή περιείχε πάνω από 5.000 θεότητες, μεγάλες και μικρές. Η πρώτη ιστορία του πανθέου αυτού μπορεί ν’ ανιχνευθή δια των επιγραφών στα πιο πρωτόγονα εικονογραφήματα. Ένα μεγάλο σώμα παλαιών κειμένων από το έτος περίπου 3800 π.Χ. δείχνει ένα πάνθεον από 500 θεούς μόνο. Σε όλες τις θεολογικές πραγματείες του πανθέου ως το έτος 3300 [χρονολόγησις Λάγκντον] οι Βαβυλώνιοι και οι Σουμέριοι θέτουν πάντοτε τον Ουράνιο Θεό στην αρχή.» «Θα προσέθετα αμέσως ότι σ’ αυτά τα πρωτόγονα ιστορήματα δεν υπάρχει ίχνος μαγείας ή δαιμόνων. Όλα αφορούν έναν αρχέγονο προσωπικό θεό με τ’ όνομα Αν, Ουρανός.» «Φαίνεται να ομολογήται ότι οι φυσικοί μυθικοί θεοί των Ινδιών, της Ελλάδος και της Ιταλίας και όλες οι Ινδο-Γερμανικές θρησκείες άρχισαν από έναν Ουράνιο Θεό.»
Η ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΛΙΘΟΣ ΠΡΟΣΚΟΜΜΑΤΟΣ
Ο καθηγητής Λάγκντον έλαβε υπό σημείωσιν τη δυσκολία που υπήρχε για τους μαθητάς, οι οποίοι ήσαν επηρεασμένοι από τον Δαρβινισμό, στο να ερευνήσουν την προέλευσι της θρησκείας, και λέγει ότι απεσπάσθη από το δέλεαρ ωρισμένων προκαταλήψεων που προήρχοντο από τη δική του μελέτη περί Σημιτικών θρησκειών.
Ο Σμιτ παρετήρησε τις παγίδες της εξελικτικής θεωρίας: «Κατ’ αυτήν, οι κατώτεροι, οι πιο κτηνώδεις και άσχημοι, πρέπει να είναι και οι αρχαιότεροι· το καλύτερο σε κάθε περίπτωσι ήταν το ανώτερο, κι επομένως το τελευταίο, στάδιο της αναπτύξεως.»11 «Υπέθεταν [οι κινήσεις κάτω από την επιρροή της εξελίξεως] ότι η θρησκεία άρχισε από κατώτερες μορφές, κι εξηγούσαν όλες τις ανώτερες εκδηλώσεις, ειδικά τον μονοθεϊσμό ως τον τελευταίον χρονικώς, ως τα προϊόντα μιας μεγάλης πορείας αναπτύξεως.»12
Ο Πωλ Ράντιν τονίζει ότι η εξελικτική αυτή σκέψις ετύφλωσε τους επιστήμονας ως προς το ότι ο μονοθεϊσμός προηγήθη του πολυθεϊσμού, όταν η απόδειξις προσεκομίσθη κάπως αόριστα στην αρχή από τον Ανδρέα Λαγκ στο βιβλίο Η Δημιουργία της Θρησκείας, που εξεδόθη το 1898: «Το ότι ο εξ επαγγέλματος εθνολόγος και εθνολογικός θεωριολόγος θα είχε απορρίψει την ιδέα αυτή είναι πολύ φυσικό, λαμβάνοντας υπ’ όψι την τότε επικράτησι της εξελικτικής θεωρίας. . . . Το να ομολογήση κανείς την ύπαρξι μεταξύ των αρχεγόνων λαών μονοθεϊσμού υπό οιανδήποτε μορφήν θα ήταν ίσον προς την εγκατάλειψι της όλης θεωρίας των περί εξελικτικών σταδίων.»13
Πάλιν: «Το κύριο σφάλμα είναι και πάντοτε υπήρξε η υπόθεσις ότι κάθε στοιχείον του πολιτισμού πρέπει να είχε μια εξέλιξι . . . δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσωμε ότι μερικές ιδέες απαιτούν μακρά περίοδο χρόνου για να εξελιχθούν.»14
Ασκώντας κριτική του Δρος Σέντερμπλομ ο Ράντιν λέγει: «Διότι, όπως και οι πιο ορθόδοξοι οπαδοί της εξελίξεως, δεν μπορεί να κάμη τον εαυτό του να πιστέψη ότι η νοοτροπία των αρχεγόνων λαών δεν είναι ουσιωδώς διαφορετική από τη δική μας. . . . γι’ αυτόν ο σαφής και ο υπονοούμενος μονοθεϊσμός πρέπει να εκπροσωπούν τις τελευταίες φάσεις μιας μακράς και βαθμιαίας αναπτύξεως.»15
Τελικό ο Ράντιν παρατηρεί: «Φοβούμαι ότι το θέμα που προέβαλα θα φανή σε πολλούς υπερβολικό, πολύ αντίθετο σε όλες τις ιδέες που συνδέονται συνήθως με τους πρωτογόνους λαούς. Οι περισσότεροι από μας ανετράφησαν μέσα στα δόγματα της ορθοδόξου εθνολογίας και τούτο από τελούσε μια ενθουσιώδη και εντελώς άκριτη προσπάθεια εφαρμογής της Δαρβινείου θεωρίας της εξελίξεως στα γεγονότα της κοινωνικής πείρας. Πολλοί εθνολόγοι, κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι εμμένουν ακόμη σ’ αυτή την προσπάθεια. Καμμιά πρόοδος, όμως, δεν θα επιτευχθή ποτέ, ώσπου ν’ απαλλαγούν για πάντα οι λόγιοι από την περίεργη ιδέα ότι τα πάντα κατέχουν μια εξελικτική ιστορία.»16
Η ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ
Η Αγία Γραφή λέγει ότι ο Ιεχωβά Θεός έπλασε τον άνθρωπο και απεκάλυψε τον Εαυτό Του στον πρώτον άνθρωπο. Ο Ιεχωβά απεκαλύφθη και σε άλλους ανθρώπους στους αιώνες που επακολούθησαν. Καθόσον οι άνθρωποι απεμακρύνοντο από τον Θεό, επινοούσαν ψευδείς θεούς, εκατοντάδες και τελικά χιλιάδες απ’ αυτούς, για να δημιουργήσουν τον πολυθεϊσμό. Αλλ’ η Αγία Γραφή δείχνει ότι πρώτος ήταν ο μονοθεϊσμός, τα δε γεγονότα που προέρχονται σήμερα από τους πρωτογόνους πολιτισμούς όσον και από τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις επιβεβαιώνουν την Αγία Γραφή και αποκρούουν τη θεωρία ότι η ιδέα περί ενός Υπερτάτου Θεού εξειλίχθη από τον πολυθεϊσμό. Ο Ιεχωβά Θεός δεν είναι προϊόν εξελίξεως. Αν το περιοδικό Λάιφ και άλλα διδάσκουν ότι είναι, διαδίδουν ένα άγγελμα θανάτου.
Οι δούλοι του Ιεχωβά δεν θα σκοντάψουν τυφλά μέσα στο σκοτάδι της εξελικτικής θεωρίας, αλλά θα πιστοποιήσουν την αλήθεια ότι πριν από τον Ιεχωβά δεν υπήρχαν θεοί και μετά απ’ αυτόν δεν υπάρχουν πραγματικοί θεοί, αλλά μόνον οι φανταστικοί θεοί του πολυθεϊσμού. «Σεις είσθε μάρτυρές μου, λέγει ο Ιεχωβά, και ο δούλος μου, τον οποίον εξέλεξα, δια να μάθητε και να πιστεύσητε εις εμέ, και να εννοήσητε ότι εγώ αυτός είμαι· προ εμού άλλος Θεός δεν υπήρξεν, ουδέ θέλει υπάρχει μετ’ εμέ.»—Ησ. 43:10 ΑΣ.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1 Προέλευσις και Ανάπτυξις της Θρησκείας, υπό Δρος Γουλ. Σμιτ, καθηγητού του Πανεπιστημίου Βιέννης, σελ. 242, 243.
2 Αυτόθι, σελ. 157, 158.
3 Αυτόθι, σελ. 191.
4 Αυτόθι, σελ. 88.
5 Αυτόθι, σελ. 190.
6 Ο Μονοθεϊσμός Μεταξύ των Αρχεγόνων Λαών υπό Πωλ Ράντιν, σελ. 8, 3.
7 Σελίς 100, Λιούμπα, Ψυχολογική Μελέτη της Θρησκείας, Προέλευσις, Λειτουργία και Μέλλον Αυτής, ως παρατίθεται υπό Σμιτ στη σελ. 195 του βιβλίου Προέλευσις και Ανάπτυξις της Θρησκείας.
8 Οι Σύγχρονες Ανακαλύψεις και η Γραφή, υπό Α. Ρεντλ Σορτ, σελ. 24, 25.
9 Σκιαγραφία της Αρχαίας Ιστορίας, υπό Αλμπ. Χάυμα, σελ. 10, 11, 14.
10 Δημοσιεύεται στην Τριμηνιαία Ευαγγελική Επιθεώρησι του Απριλίου 1937 και ανεδημοσιεύθη στο βιβλίο του Σερ Τσαρλς Μάρστον Η Βίβλος Έρχεται Ζώσα, σελ. 189-200.
11 Σμιτ, Προέλευσις και Ανάπτυξις της Θρησκείας, σελ. 5.
12 Αυτόθι, σελ. 12.
13 Ο Μονοθεϊσμός Μεταξύ των Αρχεγόνων Λαών, σελ. 7.
14 Αυτόθι, σελ. 27.
15 Αυτόθι, σελ. 28.
16 Αυτόθι, σελ. 29, 30.