Η Υπακοή Οδηγεί στη Ζωή
«Τον Αιώνιον, τον Θεόν σας θέλετε ακολουθεί, και αυτόν θέλετε φοβείσθαι, και τας εντολάς αυτού θέλετε φυλάττει, και εις την φωνήν αυτού θέλετε υπακούει, και αυτόν θέλετε λατρεύει, και εις αυτόν θέλετε είσθαι νομοταγείς.»—Δευτερονόμιον 13:4, Mo
1. Ποια είναι η απαίτησις του Ιεχωβά για ν’ αποκτήση κανείς αιώνια ζωή;
Ο ΙΕΧΩΒΑ ο Δημιουργός είναι η πηγή κάθε ζωής. Την δίδει σε όποιους ευαρεστείται και την αφαιρεί από εκείνους που δεν είναι άξιοι. Κανένα πλάσμα επάνω στη γη δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι κατέχει ζωή, διότι όλα την έχουν μόνον εφ’ όσον υπάρχουν, μολονότι μερικά την έχουν μέσω επαγγελίας. Όλοι οι λογικοί άνθρωποι θέλουν να εξακολουθήσουν να ζουν αιωνίως, πάντοτε δε αφότου η απείθεια του ανθρώπου επέφερε την ποινή του θανάτου, ετέθη ερώτησις όμοια μ’ εκείνη που υπεβλήθη στον Κύριον Ιησούν Χριστόν από ένα άνθρωπον πολύ έμπειρον στον Ιουδαϊκό νόμο: «Τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον; Ο δε είπε προς αυτόν, Εν τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; πώς αναγινώσκεις; Ο δε αποκριθείς είπε, “Θέλεις αγαπά Ιεχωβά τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου, και εξ όλης της διανοίας σου” και “τον πλησίον σου ως σεαυτόν.” Είπε δε προς αυτόν, Ορθώς απεκρίθης· τούτο κάμνε, και θέλεις ζήσει.» (Λουκάς 10:25-28, NW) Εδώ λοιπόν εκτίθεται με ακρίβεια και ορθότητα η εντολή του Ιεχωβά, και εκείνοι που είναι ευπειθείς σ’ αυτήν, θ’ αποκτήσουν ζωή και θα ζήσουν για πάντα. Επιθυμούμε πραγματικά αιώνια ζωή; Πόσα θα εδίναμε για να την εξασφαλίσωμε; Είμεθα προετοιμασμένοι να υπακούσωμε στο πλήρες στις εντολές του Θεού για να την κληρονομήσωμε; Κανένα πλάσμα δεν θα την αποκτήση αν δεν ευαρεστή τον Θεό και δεν έχη την επιδοκιμασία Του. Είναι επίσης αληθές ότι κανείς δεν θα επιδοκιμασθή αν δεν είναι ευπειθής.
2. Δώστε τον ορισμό της υπακοής, αναφέρατε παραδείγματα και Γραφική απόδειξι.
2 Μπορούμε να ρωτήσωμε, Τι ακριβώς σημαίνει η υπακοή, και τι περιλαμβάνεται στην υπακοή μας; Σημαίνει πραγματικά συμμόρφωσι με εντολές, προθυμία στην εκτέλεσι εκείνου που απαιτείται ή κατευθύνεται από μια εξουσία, εκπλήρωσι καθήκοντος. Η υπακοή είναι θεία απαίτησις και περιλαμβάνει μια χαρωπή, εκούσια υποταγή στο να πράττη κανείς το θέλημα του Θεού. Από την αρχή της δημιουργίας ο Ιεχωβά Θεός πάντοτε απήτησε και αντήμειψε την τελεία υπακοή. Όταν εδημιούργησε τον δίκαιον κόσμον, το έκαμε αυτό μέσω πνευματικών οργάνων υπό την διεύθυνσιν του Ιησού Χριστού στην προανθρώπινη κατάστασί του. «Όστις είναι εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως· επειδή δι’ αυτού εκτίσθησαν τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι, είτε κυριότητες, είτε αρχαί, είτε εξουσίαι, τα πάντα δι’ αυτού και δι’ αυτόν εκτίσθησαν.» (Κολοσσαείς 1:15, 16) Εκτελούσαν επίσης το θέλημα του Ιεχωβά άγγελοι που ανήρχοντο σε «μύριες μυριάδες». (Δανιήλ 7:10) Εντούτοις ανάμεσα σε όλα αυτά τα θαυμαστά πλάσματα υπήρχε στην αρχή τελεία αρμονία. Ο Θεός δεν είχε ανάγκη να εκβιάση την υπακοή, αλλά οι εντολές του αμέσως ετύγχαναν υπακοής. «Διότι αυτός είπε, και έγεινεν· αυτός προσέταξε, και εστερεώθη.» (Ψαλμός 33:9) Αυτό εξαίρεται στο θείο υπόμνημα από την αρχή: «Και είπεν ο Θεός, Γενηθήτω φως· και έγεινε φως.» (Γένεσις 1:3) Σ’ αυτή την πρώτη ημέρα της δημιουργίας οι διαταγές του Θεού έτυχαν πλήρους υπακοής, και έτσι συνεχίζεται το ιστορικό της υπακοής στον εκπεφρασμένο σκοπό του τη μία δημιουργική ημέρα μετά την άλλη. Ο Ιεχωβά ζητεί κάτι να γίνη. Διατάσσει, κάποιος ακούει και πρόθυμα και εκούσια υπακούει. Συνεργασία στα έργα του Θεού αποκαλύπτεται με τη δήλωσι: «Ας κάμωμεν άνθρωπον.» (Γένεσις 1:26) Αυτό δεν είναι ένα παράδειγμα ομιλητού που μιλεί για τον εαυτό του στον πληθυντικό, απευθύνοντας τα λόγια του στον εαυτό του σαν σε πολλά πρόσωπα, διότι, τέτοια πολυπροσωπία δεν δείχνεται στις Γραφές εκεί που ο Θεός μιλεί για τον εαυτό του. Αλλ’ ο Ιεχωβά επικοινωνεί με τον Υιό του και τα άλλα πνευματικά πλάσματα για κείνο που προτίθεται να κάμη, δίδοντάς τους έτσι ενδιαφέρον στην υπόθεσι. Αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς Χριστός, ως ο Λόγος, και τα εκατομμύρια των αγγελικών πλασμάτων συνειργάζοντο με πλήρη αρμονία και τελεία χαρωπή υπακοή στην εκτέλεσι των έργων του Θεού. Όλες αυτές οι υπηρεσίες αποτελειώθηκαν εν καιρώ και αυτή η γεμάτη αγάπη υπακοή έφερε μεγάλη ευχαρίστησι στον Ιεχωβά. «Ευλογείτε τον Κύριον, άγγελοι αυτού, δυνατοί εν ισχύι, οι εκτελούντες τον λόγον αυτού, οι ακούοντες της φωνής του λόγου αυτού.—Ψαλμός 103:20.
3. (α) Πώς ο Θεός εξέθεσε τις εντολές του στον πρώτον άνθρωπο και στο θεοκρατικό έθνος κατά την αρχή του; (β) Εξηγήστε μερικά από τα ευεργετικά αποτελέσματα της υπακοής.
3 Στην αρχή της υπάρξεως του ανθρώπου ο Θεός απήτησε απ’ αυτόν υπακοή. «Προσέταξε δε Ιεχωβά ο Θεός εις τον Αδάμ, λέγων, Από παντός δένδρου του παραδείσου ελευθέρως θέλεις τρώγει, από δε του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, δεν θέλεις φάγει απ’ αυτού· διότι καθ’ ην ημέραν φάγης απ’ αυτού, θέλεις εξάπαντος αποθάνει.» (Γένεσις 2:16, 17, AS) Στη βραχεία περίοδο της υπακοής του Αδάμ, αυτός είχε αγνή και καθαρή συνείδησι· δεν ήταν ούτε φοβισμένος ούτε κατησχυμένος. Υπακοή εσήμαινε ειρήνη, προστασία, ευτυχία, αρμονία με τον Θεό, και ζωή. Όταν εξεδιώχθη από την Εδέμ για παρακοή, τότε η υπακοή φάνηκε στα χερουβείμ που εφύλατταν τον δρόμο προς το δένδρο της ζωής, ώστε να μην μπορή ο άνθρωπος να το πλησιάση. (Γένεσις 3:24) Επίσης, στον καιρό που ο Ιεχωβά εδημιούργησε για πρώτη φορά ένα έθνος, προσδιώρισε ιδιαίτερα την απαίτησί του για υπακοή. «Ιδού, εγώ βάλλω σήμερον έμπροσθέν σας ευλογίαν και κατάραν· την ευλογίαν, εάν υπακούητε εις τας εντολάς Ιεχωβά του Θεού σας, τας οποίας εγώ προστάζω εις εσάς σήμερον, και την κατάραν, εάν δεν υπακούητε εις τας εντολάς Ιεχωβά του Θεού σας,» (Δευτερονόμιον 11:26-28, AS) Η υπακοή φέρνει επίσης ευλογίες και φιλία με τον Θεό. «Και είπεν ο Ιεχωβά, Θέλω κρύψει εγώ από του Αβραάμ ό,τι κάμνω; Επειδή γνωρίζω αυτόν, ότι θέλει διατάξει προς τους υιούς αυτού, και προς τον οίκον αυτού, μεθ’ εαυτόν, και θέλουσι φυλάξει την οδόν του Ιεχωβά, δια να πράττωσι δικαιοσύνην και κρίσιν, ώστε να επιφέρη ο Ιεχωβά επί τον Αβραάμ τα όσα ελάλησε προς αυτόν.» (Ιάκωβος 2:23· Γένεσις 18:17, 19, AS) Η υπακοή επίσης φέρνει σωτηρία, διότι κατά τον καιρό του κατακλυσμού ο Νώε, η οικογένειά του και ζεύγη ζωντανών πλασμάτων διετάχθησαν από τον Ιεχωβά τι να πράξουν. Οι διαταγές έτυχαν υπακοής, και ως αποτέλεσμα ήλθε σωτηρία. Έπειτα ο Ιεχωβά δοκιμάζει τον λαό του με την υπακοή. «Δοκιμάζει εσάς ο Αιώνιος, ο Θεός σας, δια να γνωρίση εάν αγαπάτε τον Αιώνιον, τον Θεόν σας, εξ όλης της καρδίας σας, και εξ όλης της ψυχής σας. Τον Αιώνιον, τον Θεόν σας θέλετε ακολουθεί, και αυτόν θέλετε φοβείσθαι, και τας εντολάς αυτού θέλετε φυλάττει, και εις την φωνήν αυτού θέλετε υπακούει, και αυτόν θέλετε λατρεύει, και εις αυτόν θέλετε είσθαι νομοταγείς.» (Δευτερονόμιον 13:3, Mo) Εκείνοι που πρόκειται να είναι λαός του Ιεχωβά πρέπει να είναι ευπειθείς. «Ταύτην την ημέραν κατεστάθης λαός Ιεχωβά του Θεού σου· θέλεις λοιπόν υπακούει εις την φωνήν Ιεχωβά του Θεού σου, και εκτελεί τας εντολάς αυτού, και τα διατάγματα αυτού.» Αυτός υπόσχεται να συνάξη πάλι τους διασκορπισμένους αν εκδηλωθή υπακοή: «Και όταν . . . επιστραφής προς Ιεχωβά τον Θεόν σου, και υπακούσης εις την φωνήν αυτού, . . . τότε Ιεχωβά ο Θεός σου θέλει σε επαναφέρει εκ της αιχμαλωσίας, και θέλει σε σπλαγχνισθή, και πάλιν θέλει σε συνάξει εκ πάντων των εθνών, όπου σε διεσκόρπισε Ιεχωβά ο Θεός σου.» (Δευτερονόμιον 27:9, 10· 30:1-10, AS) Το ίδιο αυτό κεφάλαιο υπόσχεται επίσης ότι ο Θεός θα επαναφέρη τους δεσμίους και διασκορπισμένους στη γη της επαγγελίας, και ότι θα επιφέρη κατάρες στους εχθρούς. Τα προηγούμενα αυτά εδάφια δείχνουν καθαρά ότι η υπακοή φέρνει αρμονία και φιλία με τον Ιεχωβά, ειρήνη, σωτηρία, δοκιμή για επιδοκιμασία, ελευθέρωσι από καταπίεσι, και τιμωρία στους εχθρούς του λαού του Θεού. Αν λοιπόν ο Ιεχωβά Θεός θα έκανε όλα αυτά τα πράγματα για τον φυσικόν Ισραήλ, θα κάνη μεγαλύτερα πράγματα για τον πνευματικόν Ισραήλ λόγω της πλήρους υπακοής του στις εντολές του.
ΥΠΑΚΟΗ «ΕΚ ΚΑΡΔΙΑΣ»
4. Περιγράψτε την υπακοή του Αβραάμ εν σχέσει με τον Ισαάκ, και την ευλογία που προκύπτει γι’ αυτόν και τους άλλους.
4 Ο Ιεχωβά γνωρίζει αν αποδίδωμε αληθινή υπακοή ή όχι, και συχνά μας δοκιμάζει για να δη αν είμεθα ειλικρινείς. Ένα από τα πιο εξέχοντα παραδείγματα τούτου, που αναγράφεται στη Γραφή, είναι το παράδειγμα του Αβραάμ. «Ο Θεός εδοκίμασε τον Αβραάμ, . . . Και είπε, Λάβε τώρα τον υιόν σου τον μονογενή, τον οποίον ηγάπησας, τον Ισαάκ, και ύπαγε εις τον τόπον Μοριά, και πρόσφερε αυτόν εκεί εις ολοκαύτωμα, επί ενός των ορέων, το οποίον θέλω σοι ειπεί.» Και ο Αβραάμ έδειξε την πρόθυμη υπακοή του, διότι «σηκωθείς . . . ενωρίς το πρωί, εσαμάρωσε την όνον αυτού» και έπειτα, κατά την τρίτη ημέρα, είδε το μέρος που του είχε ειπεί ο Θεός. Όταν τον ερώτησε ο Ισαάκ πού είναι το πρόβατο για την ολοκαύτωσι, ο Αβραάμ απάντησε: «Ο Θεός, τέκνον μου, θέλει προβλέψει εις εαυτόν το πρόβατον δια την ολοκαύτωσιν.» Πρόθυμα, χωρίς παράπονο ή αμφισβήτησι, ο Αβραάμ εξετέλεσε τις διαταγές του Ιεχωβά. Ήξερε ότι ο Ιεχωβά ήταν εκείνος που είχε δώσει τον υιόν και ο Ιεχωβά μπορούσε να τον αφαιρέση. Έλαβε λοιπόν ο Αβραάμ τη μάχαιρα για να σφάξη τον μόνο και πολύ προσφιλή αγαπητό του υιό, που εκείτο δεμένος επάνω στο θυσιαστήριο. Αλλά προτού καταφερθή το χτύπημα, η φωνή του αγγέλου του Ιεχωβά τον εκάλεσε, ασφαλώς σαν την πιο γλυκεία μουσική που είχε ποτέ ακούσει: «Μη επιβάλης την χείρα σου επί το παιδάριον, και μη πράξης εις αυτό μηδέν· διότι τώρα εγνώρισα ότι συ φοβείσαι τον Θεόν, επειδή δεν ελυπήθης τον υιόν σου τον μονογενή δι’ εμέ.» Πόσο λίγο εγνώριζε ο Αβραάμ ότι οι «οφθαλμοί» του Ιεχωβά τον παρατηρούσαν όλο αυτό το διάστημα, για να δουν αν ο Αβραάμ θα ήταν ευπειθής ως το τέλος, και μόνο όταν το χτύπημα επρόκειτο να καταφερθή, επενέβη. Ο Ιεχωβά κατόπιν διεκήρυξε: «Εν τω σπέρματί σου θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γης· διότι υπήκουσας εις την φωνήν μου.» Επομένως, η υπακοή του Αβραάμ παρήγαγε, με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά, την επαγγελία αυτή που είναι ευρεία και αρκετά γενναιόδωρη για να περιλάβη μέσα της ολόκληρο τον κόσμο.—Γένεσις 22:1-18.
5. Αναφέρατε Γραφικές δηλώσεις που φανερώνουν την πλήρη υπακοή του Υιού του Θεού και τι αυτή σημαίνει για τους ακολούθους του.
5 Κατόπιν το τέλειο παράδειγμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού εκτίθεται για την καθοδηγία όλων των ακολούθων του που θα ήθελαν ν’ αποκτήσουν εύνοια και ζωή από τον Ιεχωβά. Είναι γραμμένο: «Εαυτόν εκένωσε, λαβών δούλου μορφήν, γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους· και ευρεθείς κατά το σχήμα ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού.» (Φιλιππησίους 2:7, 8) «Το εμόν φαγητόν είναι να πράττω το θέλημα του πέμψαντός με, και να τελειώσω το έργον αυτού.» (Ιωάννης 4:34) «Δεν ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός.» (Ιωάννης 5:30) «Πάτερ μου, εάν ήναι δυνατόν, ας παρέλθη απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχί ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ.» (Ματθαίος 26:39) Ο Ιησούς ήταν πάντοτε ευπειθής ακόμη και πριν υποφέρη, αλλά η απόδειξις ότι ήταν ευπειθής έπρεπε να δοθή εμπράκτως. Έγινε ένα πρότυπον υπακοής για να το μιμηθούν όλοι όσοι ακολουθούν. Υπέφερε παθήματα, μολονότι ήταν ο αγαπητός του Θεού. Ποιος, λοιπόν, θα είναι απηλλαγμένος από παθήματα χάριν δικαιοσύνης, και ποιος θα παραπονεθή όταν υποφέρη τα παθήματα αυτά; Ο ουράνιος Πατήρ μας ευαρεστείται σε μια χαρωπή, εκούσια και πρόθυμη συμμόρφωσι με το θέλημά του. «Καίτοι ων υιός, έμαθε την υπακοήν αφ’ όσων έπαθε. Και γενόμενος τέλειος κατεστάθη αίτιος σωτηρίας αιωνίου εις πάντας τους υπακούοντας εις αυτόν.» (Εβραίους 5:8, 9) Κανείς δεν εξαιρείται. Επομένως είναι πάρα πολύ σπουδαίο να είμεθα ευπειθείς, αλλιώς δεν θ’ αποκτήσωμε ποτέ ζωή.
6. (α) Ποια διαταγή έδωσε ο Ιεχωβά στον Βασιλέα Σαούλ, και πώς αυτός την εξετέλεσε; (β) Ποιο μεγάλο μάθημα διδάσκεται με τη διαγωγή του Σαούλ και τον λόγον του Ιεχωβά μέσω του Σαμουήλ;
6 Ο Κύριος Ιησούς ήταν ευπειθής «εκ καρδίας». Αλλά παρέχονται στη Γραφή παραδείγματα εκείνων που δεν υπήκουσαν απ’ την καρδιά, και ένα από τα πιο εξέχοντα είναι ο πρώτος που διωρίσθηκε και αναγνωρίσθηκε ως βασιλεύς του Ισραήλ, ο Σαούλ. Η πείρα του καταδεικνύει σαφώς ότι μπορεί να υπάρχη εξωτερική υπακοή που δεν είναι αληθινή ένδειξις της ειλικρινείας της καρδιάς και της συμμορφώσεως με το θέλημα του Θεού. Ο Ιεχωβά κρίνει το πραγματικό ελατήριο που υποκινεί ένα άτομο σε ενέργεια. Ο Βασιλεύς Σαούλ είχε διαταχθή: «Ύπαγε τώρα και πάταξον τον Αμαλήκ, και εξολόθρευσον παν ό,τι έχει, και μη φεισθής αυτούς· αλλά θανάτωσον και άνδρα και γυναίκα, και παιδίον και θηλάζον, και βουν και πρόβατον, και κάμηλον και όνον.» (1 Σαμουήλ 15:3, 19, AS) Ο Σαούλ δεν εξετέλεσε πλήρως τη διαταγή. Ερωτώντας τον μετά τη μάχη, ο Σαμουήλ είπε: «Δια τι λοιπόν δεν υπήκουσας της φωνής του Ιεχωβά;» Ο Σαούλ δικαιολογήθηκε ότι είχε φεισθή τον βασιλέα Αγάγ προφανώς για να τον εκθέση και έπειτα να τον φονεύση, κατόπιν δε κατηγόρησε εν μέρει τον λαό. «Ο λαός όμως έλαβεν εκ των λαφύρων, πρόβατα, και βόας, τα καλήτερα από των απηγορευμένων, δια να θυσιάση εις Κύριον τον Θεόν σου.» (1 Σαμουήλ 15:21) Αυτή ήταν μια μηδαμινή δικαιολογία, διότι ήταν προφανές ότι ο Σαούλ δεν είχε εκτελέσει τις διαταγές που είχε λάβει, και το να πη ότι η αιτία που δεν τις εξετέλεσε ήταν η προσφορά θυσιών στον Ιεχωβά, δεν ήταν ευάρεστο. Ο Σαμουήλ λοιπόν είπε: «Μήπως ο Κύριος αρέσκεται εις τα ολοκαυτώματα και εις τας θυσίας, καθώς εις το να υπακούωμεν της φωνής του Κυρίου; ιδού, η υποταγή είναι καλητέρα παρά την θυσίαν· η υπακοή, παρά το πάχος των κριών.» (1 Σαμουήλ 15:22) Η καρδιά του Σαούλ δεν ήταν ευθεία και δεν ήταν ευπειθής έστω και αν υπήρχε αφθονία εξωτερικής επιδείξεως. Δεν μπορούμε να εξαπατήσωμε τον Ιεχωβά. Οι άνθρωποι κρίνουν πάρα πολύ συχνά από το εξωτερικό φαινόμενο. Αυτό το γεγονός παριστάνεται πολύ καλά όταν ο Σαμουήλ πήγε στο σπίτι του Ιεσσαί, του Βηθλεεμίτου, για να χρίση έναν από τους γυιούς του ως βασιλέα στη θέσι του Σαούλ. Ο Σαμουήλ, όταν αντίκρυσε τον Ελιάβ, ανεφώνησε, «Βεβαίως έμπροσθεν του Ιεχωβά είναι ο κεχρισμένος αυτού.» Αλλά «είπεν ο Ιεχωβά προς τον Σαμουήλ, Μη επιβλέψης εις την όψιν αυτού, ή εις το ύψος του αναστήματος αυτού, επειδή απεδοκίμασα αυτόν διότι δεν βλέπει ο Ιεχωβά καθώς βλέπει ο άνθρωπος· διότι ο άνθρωπος βλέπει το φαινόμενον, ο δε Ιεχωβά βλέπει την καρδίαν.»—1 Σαμουήλ 16:6, 7, AS.
7. Τι είδους υπακοή πραγματικά απητείτο, και πώς ο Ιησούς Χριστός είναι ένα παράδειγμα από αυτή την άποψι;
7 Το έθνος Ισραήλ εβάδισε στον ίδιο δρόμο με τον Βασιλέα Σαούλ. Υπακοή απ’ την καρδιά ήταν εκείνο που ζητούσε ο Θεός. Ο Ισραήλ δεν έδειξε διάθεσι να ακολουθήση τη συμβουλή του, και ο Θεός το εγνώριζε καλά αυτό. Οι Ισραηλίτες ποτέ δεν έμαθαν ότι ο Ιεχωβά έθετε πάντοτε μεγαλύτερη έμφασι στην ειλικρινή και πρόθυμη υπακοή παρά στις εξωτερικές τηρήσεις. Ο Παύλος, γράφοντας για το ίδιο ζήτημα στους Εβραίους, λέγει, «Δια τούτο εισερχόμενος εις τον κόσμον, λέγει, “Θυσίαν και προσφοράν δεν ηθέλησας, αλλ’ ητοίμασας εις εμέ σώμα. Εις ολοκαυτώματα και προσφοράς περί αμαρτίας δεν ευηρεστήθης. Τότε είπον, Ιδού, έρχομαι, (εν τω τόμω του βιβλίου είναι γεγραμμένον περί εμού,) δια να κάμω, ω Θεέ, το θέλημά σου”.» (Εβραίους 10:5-7) Εδώ με μοναδική ομορφιά εκφράζεται η κατάστασις της καρδιάς του Ιησού Χριστού και η μεγάλη αλήθεια ότι όλες οι εξωτερικές τηρήσεις δεν έχουν αξία χωρίς υπακοή και χωρίς την πλήρη συμφωνία του δούλου με το θέλημα του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός παρέδωσε τελείως τον εαυτό του στο να πράττη το θέλημα του Θεού. Από τότε και στο εξής όλη η διάνοιά του, η καρδιά του, η ψυχή του και η δύναμίς του θα ήσαν αφωσιωμένα στην εκτέλεσι του θελήματος του Ιεχωβά. Από τον καιρόν αυτόν και έπειτα δεν θα διεκδικούσε προσωπικά δικαιώματα, διότι ήταν τελείως αφιερωμένος στην αγία υπηρεσία του Θεού. Κάθε τι που είχε, όλες οι ανθρώπινες ελπίδες και φιλοδοξίες, είχαν όλα τεθή επάνω στο θυσιαστήριο του Θεού για να χρησιμοποιηθούν στην πολύτιμη διακονία, και τα έδωσε με εγκάρδια ευγνωμοσύνη.
8. Ποιες είναι μερικές από τις εντολές του Θεού για μας σήμερα, και γιατί πρέπει να υπακούσωμε;
8 Όπως ακριβώς εκείνος εκτελούσε πάντοτε την εντολή του Ιεχωβά, έτσι κι εμείς πρέπει να κάμωμε το ίδιο. Οι Γραφές εφιστούν την προσοχή μας στις εντολές, στις οποίες πρέπει να υπακούσουμε σ’ αυτόν τον καιρόν του τέλους, για να έχωμε την επιδοκιμασία του. Αν τις παραμελήσωμε, θ’ αντιμετωπίσωμε τη δυσαρέσκειά του. Παραδείγματος χάριν, διατασσόμεθα να ‘ευαγγελισθώμεν προς τους πτωχούς, . . . να κηρύξωμεν προς τους αιχμαλώτους ελευθερίαν’· να ‘ψάλλωμεν [αίνον] εις τον Ιεχωβά να ‘ευαγγελισθώμεν, να κηρύξωμεν ειρήνην και σωτηρίαν’· να ‘κηρύξωμεν τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη’· να ‘ετοιμάσωμεν τον δρόμον δια τους επανερχομένους εξορίστους, να επισκευάσωμεν την οδόν, να εκρίψωμεν τους λίθους· να υψώσωμεν σημαίαν προς τους λαούς’· να ‘αποτρέψωμεν τον άνομον από της οδού αυτού δια να επιστρέψη απ’ αυτής, . . . [δια να μη] αποθάνη εν τη ανομία αυτού’· και να ‘είπωμεν προς τους δεσμίους, Εξέλθετε· προς τους εν τω σκότει, ανακαλύφθητε.’ (Λουκάς 4:18, 19· Ματθαίος 24:14· Ησαΐας 12:5, 6· 52:7· 62:10· Ιεζεκιήλ 2:3-5· 33:7-9· Ησαΐας 49:9, AS) Αυτές είναι λίγες μόνο από τις πολλές εντολές με τις οποίες ο Ιεχωβά Θεός και ο Χριστός έχουν επιφορτίσει τους πιστούς. Δεν μπορούμε ν’ απειθήσωμε. Πιστή εκτέλεσις είναι επιτακτική. Ο Ύψιστος εκφράζει τις οδηγίες μέσω του Βασιλέως Χριστού Ιησού, και αυτός, ο μεγαλύτερος από τον Μωυσή, θα φροντίση να γίνη το θέλημα του Θεού. Ο λόγος από το θρόνο του Ιεχωβά στους ουρανούς, ηχεί σήμερα προς όλον τον λαόν του Θεού: «Αυτού ακούετε.» Ο Πέτρος το ετόνισε αυτό, λέγοντας: «Διότι ο Μωυσής είπε προς τους πατέρας, “Ότι Ιεχωβά ο Θεός σας θέλει αναστήσει εις εσάς προφήτην εκ των αδελφών σας, ως εμέ· αυτού θέλετε ακούει κατά πάντα όσα αν λαλήση προς εσάς· και πάσα ψυχή, ήτις δεν ακούση του προφήτου εκείνου, θέλει εξολοθρευθή εκ του λαού”.»—Πράξεις 3:22, 23, NW.
ΧΑΡΩΠΗ ΚΑΙ ΠΡΟΘΥΜΗ ΥΠΑΚΟΗ
9. Σε ποιους ευαρεστείται ο Ιεχωβά, και ποιο ερώτημα πρέπει να θέσωμε στον εαυτό μας;
9 Εκείνοι που υπακούουν στην εντολή του Ιεχωβά μ’ ένα χαρωπό και πρόθυμο πνεύμα και που δεν παραπονούνται, είναι αυτοί που τον ευαρεστούν. Ένα τέτοιο άτομο κρατεί ανοιχτά τα αυτιά του στις εντολές του Ιεχωβά και είναι άγρυπνο για ευκαιρίες υπηρεσίας. «Ιδού, καθώς οι οφθαλμοί των δούλων ατενίζουσιν εις την χείρα των κυρίων αυτών, καθώς οι οφθαλμοί της δούλης εις την χείρα της κυρίας αυτής, ούτως οι οφθαλμοί ημών προς Ιεχωβά τον Θεόν ημών.» (Ψαλμός 123:2, AS) Τέτοιες καρδιές που ανταποκρίνονται είναι εξαιρετικά ευχάριστες. Οι επίγειοι γονείς βρίσκουν πολύ μεγάλη ευχαρίστησι στην πρόθυμη και πρόσχαρη υπακοή, διότι ορθώς γίνεται δεκτή ως το μέτρον της αγάπης του παιδιού. Η με εξαναγκασμό υπακοή των δεν είναι έκφρασις αγάπης. Αυστηρές πειθαρχικές ποινές για κακή διαγωγή αναγκάζουν τους στρατιώτες στο στράτευμα να είναι ευπειθείς στους ανωτέρους των, είτε τους αρέσει είτε όχι. Οι δούλοι πρέπει να είναι ευπειθείς στους κυρίους των, αλλιώς επακολουθεί κάποιο είδος τιμωρίας. Ο Ιεχωβά έχει προικίσει τα ανθρώπινα πλάσματά του με ελευθερία να υπακούουν ή να παρακούουν για να μπορή έτσι να τα δοκιμάση, και οι αμοιβές θα εξαρτηθούν από χαρωπή υπακοή. Ο καθένας, λοιπόν, πρέπει να θέση στον εαυτό του το ερώτημα, Υπακούω χαρωπά και πρόθυμα στις εντολές του Ιεχωβά;
10. Πρέπει να εξετάζωμε τον εαυτό μας; Πώς; Δώστε παραδείγματα και δείξτε τι θα προέκυπτε.
10 Ας θυμηθούμε επίσης ότι για να εκτελεσθή αυτή η παγκόσμια υπηρεσία κηρύγματος υπάρχει ανάγκη πολλών εφοδίων. Παραδείγματος χάριν, χρησιμοποιούνται βιβλία και περιοδικά και κάθε είδους διαφήμισις, πράγμα που σημαίνει τυπογραφικά πιεστήρια και άλλα μηχανήματα για την παραγωγή των. Μια οργάνωσις δημιουργημένη για να λειτουργή σε όλα τα μέρη του κόσμου, επιβλέπει και διευθύνει το έργον του Κυρίου που εκτελείται τώρα από εκατοντάδες χιλιάδων Χριστιανών, οι οποίοι έχουν διαφύγει αυτό το καταδικασμένο πονηρό σύστημα πραγμάτων, και οι οποίοι τώρα αποτελούν μια μεγάλη ενοποιημένη συνάθροισι. Μερικοί, λοιπόν, προσκαλούνται να συμμετάσχουν σε έργον όπως το να υπηρετούν σε τραπέζια φαγητού, να καθαρίζουν πατώματα, παράθυρα, ρούχα, ή να θέτουν σε λειτουργία μηχανές, να συσκευάζουν έντυπα για αποστολή σε άλλα μέρη του αγρού, να ασχολούνται σε γενικές εργασίες συντηρήσεως ή σε αγροκτήματα της Βασιλείας. Όλα αυτά είναι αναγκαία διότι οι πιστοί αυτοί δούλοι του Κυρίου χρειάζεται να τραφούν, να στεγασθούν, να ντυθούν, να ετοιμασθούν για άλλα καθήκοντα και ν’ αναλάβουν υπευθύνως τις υπηρεσίες που πρέπει να εκτελεσθούν στον αγρό. Μερικές φορές η χρησιμότης ενός ατόμου μπορεί να μειωθή από τη στάσι του απέναντι του έργου του Κυρίου που του είναι εμπιστευμένο. Μπορεί να έχη επιτρέψει να γίνη κάτι κοινό το έργο που του ανετέθη, σαν οποιαδήποτε άλλη εργασία που μπορεί ένα άτομο ν’ αποκτήση στον κόσμο. Χάνοντας τη συναίσθησι του μεγαλειώδους προνομίου που έχει να δείχνη την αγάπη του για τον Ιεχωβά με πρόθυμη, χαρωπή υπηρεσία, μπορεί να τείνη να γογγύζη και να παραπονήται, ή ν’ αρχίζη να σκέπτεται ότι κανείς άλλος δεν εργάζεται τόσο σκληρά ούτε διαθέτει τόσο λίγον καιρό για τον εαυτό του. Ίσως θα ήταν καλά ένα τέτοιο άτομο να εξετάση τον εαυτό του. Γιατί να αισθάνεται λύπη για τον εαυτό του; Μήπως δεν αφιέρωσε όλα όσα είχε στον Ιεχωβά; Μήπως δεν χαίρεται λοιπόν που η ζωή του είναι γεμάτη από προνόμια υπηρεσίας προς τον Ιεχωβά; Έπειτα από σοβαρή εξέτασι, θα είναι ευγνώμων επειδή έχει πολλά να κάμη. Δεν είναι έτσι καλύτερα παρά να έχη πολύ ολίγα; Φυσικά είναι! Ας έλθουν περισσότερα, διότι όλο εκείνο που θέλομε να κάμωμε είναι να υπηρετούμε τον Ιεχωβά και να μην αφήσωμε να επέμβουν στενοχώριες ή προσωπικές ενοχλήσεις. Τότε και μόνο τότε μπορούμε να πούμε Ναι στο ερώτημα, Υπακούω με χαρά στις εντολές του Ιεχωβά;
11. Όταν μας δίδωνται περισσότερες υπηρεσίες, πώς πρέπει να τις θεωρήσωμε; και πώς εκφραζόμεθα στον Ιεχωβά γι’ αυτές;
11 Μπορεί να διακονήτε ως ένας από τους υπηρέτας σε μια εκκλησία και σας εδόθησαν πρόσθετα προνόμια υπηρεσίας προς το συμφέρον του λαού του Θεού. Πώς τα θεωρείτε αυτά; Τα ονομάζετε «πρόσθετα βάρη»; Και καταβαρύνεσθε μ’ αυτά τα «βάρη»; Ίσως σκέπτεσθε, «Αν μόνο μερικοί από τους άλλους υπηρέτας ήθελαν να κάμουν κάτι περισσότερο από ό,τι κάνουν, τότε το ‘φορτίο’ μου θα ήταν ελαφρότερο,» και αισθάνεσθε ότι έχετε πάρα πολλά να κάμετε, δεν είναι έτσι; Οι άλλοι φαίνεται σαν ν’ αφήνουν τα πάντα για να τα κάμετε σεις, και αρχίζετε να σκέπτεσθε ότι δεν είναι δίκαιο. Δεν θα έπρεπε να έχετε τόσο πολλά, ενώ άλλοι προφανώς έχουν τόσο λίγα. Γιατί δεν ρωτάτε πρώτα τον εαυτό σας, Τι είναι αυτά τα «βάρη»; Δεν είναι τα πολυτιμότατα προνόμια της υπηρεσίας της Βασιλείας που είναι εμπιστευμένα στη φροντίδα σας σ’ αυτή τη μεγαλειώδη και ένδοξη διακονία; Τω όντι δεν είναι μήπως αληθινό ότι πραγματικά εκτιμάτε στην καρδιά σας αυτές τις υπηρεσίες που σας εδόθησαν μέσω της διαχειρίσεως του «πιστού και φρονίμου δούλου», και ότι αληθινά θέλετε ν’ αποδώσετε χαρωπή και πρόθυμη υπακοή; Όταν παρατηρήτε τα προνόμιά σας στο κατάλληλο φως, τότε δεν είναι πράγματι «βάρη», αλλά προνόμια, και ο Ιεχωβά μάς δοκιμάζει με το πώς τα δεχόμεθα και τα εξασκούμε. Αν έτσι κατανοήτε τα πράγματα, τότε πως μπορείτε να κάμετε κάτι άλλο από το να ευχαριστήτε τον Κύριο για όλα όσα σας δίδει να κάμετε, και ν’ αποδίδετε πρόθυμη, χαρωπή υπακοή με ευγνωμοσύνη;
12. Γιατί είναι αναγκαίο να λάβωμε μια καθαρή άποψι σχετικά με τις οικογενειακές δοκιμασίες;
12 Ίσως δεν αποδίδετε πρόθυμη, χαρωπή υπακοή στην υπηρεσία λόγω οικογενειακών προβλημάτων. Ίσως να συμβαίνη ο γαμήλιος σύντροφός σας να μη βλέπη «οφθαλμός προς οφθαλμόν» μαζί σας την αλήθεια, και να εκδηλώνεται μεγάλη ασυμφωνία. Πιθανόν να έχη προχωρήσει πέρα απ’ αυτή τη φάσι και στο σπίτι δοκιμάζετε εναντίωσι, ζηλοτυπία λόγω της αφοσιώσεώς σας στην αλήθεια, βάναυσες απειλές, αισχρή γλώσσα, λόγια που τείνουν να συντρίψουν τον οίκον, μάλιστα κτηνωδία από διανοητική και φυσική άποψι. Μπορεί να έχετε συμπεράνει ότι είναι εντελώς αδύνατο να αποδώσετε χαρωπή και πρόθυμη υπακοή στον Ιεχωβά εν όψει αυτών των πραγμάτων. Εν τούτοις, είναι δυνατόν, και, περισσότερο ακόμη απ’ αυτό, είναι απολύτως αναγκαίο όπως εκείνοι που υποφέρουν τέτοιες δυσκολίες και δοκιμασίες λάβουν μια καθαρή άποψι της θέσεώς των. Αλλιώς, δεν θα μπορέσουν να υπηρετήσουν κατάλληλα τον Ιεχωβά.
13. Πώς είναι δυνατόν να υποφέρη κανείς χάριν του Χριστού στο σπίτι του;
13 Είναι αλήθεια ότι δεν μπορείτε να είσθε ευτυχείς με τη διαγωγή εκείνων που σας βλάπτουν. Ούτε μπορείτε να είσθε χαρούμενος για την πραγματική βλάβη που υφίστασθε. Αλλά γιατί την υφίστασθε; Μπορεί να υπάρχη μια πιθανή αιτία για τις πείρες αυτές; Ας πάμε πίσω από τις αμέσως παρούσες θλίψεις και ας προσπαθήσουμε να εξακριβώσωμε την αιτία, και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Υποθέστε ότι επρόκειτο να υποστήτε αυτή τη σκληρή, απάνθρωπη καταδίωξι από κάποιον του κόσμου ενώ είσαστε πραγματικά ενασχολημένος στην υπηρεσία του κηρύγματος. Ποια θα ήταν η αντίδρασίς σας; Χωρίς αμφιβολία θα είχατε βεβαιωθή ότι οι διωγμοί αυτοί ήσαν εκείνοι που ο Κύριος Ιησούς είπε ότι θα είχατε, και θα αισθανόσαστε ευγνωμοσύνη επειδή θεωρηθήκατε άξιος να υποφέρετε αυτούς τους ονειδισμούς, «διότι εις εσάς εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνον το να πιστεύητε εις αυτόν, αλλά και το να πάσχητε υπέρ αυτού.»—Φιλιππησίους 1:29.
14. Για να είμεθα ευπειθείς, γιατί είναι πολύ σπουδαίο να έχωμε Γραφικές Χριστιανικές βάσεις για τις ενέργειές μας;
14 Αν λοιπόν αυτή η παράλογη καταδίωξις έρχεται σ’ εσάς, είναι ανάγκη να έχετε μια καθαρή, ισορροπημένη διάνοια που να διευθύνεται από το πνεύμα του Κυρίου· αλλιώς μπορείτε βαθιά να λυπηθήτε για κάποια ορμητική ή ανόητη ενέργεια διότι δεν ήταν σύμφωνη με το εκπεφρασμένο θέλημα του Ιεχωβά για τα τέκνα του. Ένα άτομο ελλιπές πνευματικής ωριμότητος μπορεί να συμπεράνη ότι ο διωγμός δεν είναι ανάγκη να προέλθη από τον γαμήλιο σύντροφό μας, και αυτό θα ήταν δικαιολογία για να φροντίση να απαλλαγή από αυτή την κατάστασι. Τέτοια άτομα θα ωφελούντο αν εξήταζαν εκ νέου το ζήτημα, και προσπαθούσαν να λάβουν τη Χριστιανική άποψι. (Ματθαίος 19:9· 1 Κορινθίους 7:10-13) Μπορεί να υπάρχη κάποια δικαιολογημένη αιτία για χωρισμό, όπως διαζύγιο για μοιχεία, η εγκατάλειψις εκείνου που είναι στην αλήθεια από εκείνον που δεν είναι στην αλήθεια. Ποια πορεία πρέπει τότε να ακολουθηθή; Ο Κύριος Ιησούς είπε, «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης· διότι αυτών είναι η βασιλεία των ουρανών. Μακάριοι είσθε, όταν σας ονειδίσωσι και διώξωσι . . . επειδή ούτως εδίωξαν τους προφήτας τούς προ υμών.» (Ματθαίος 5:10-12) Το ζήτημα δεν είναι ποιοι σας μεταχειρίζονται μ’ αυτόν τον τρόπο, είτε στο σπίτι είτε έξω στον κόσμο, αλλά μάλλον γιατί το κάνουν αυτό, και πώς εσείς τους μεταχειρίζεσθε, αυτούς και το διωγμό.
15. Πώς μαθαίνομε υπακοή υποφέροντας; Γιατί είναι αναγκαίο αυτό;
15 Αν ο Ιεχωβά Θεός σάς δοκιμάζη, πώς θα μπορούσατε να δοκιμασθήτε πλήρως εκτός αν παραμένατε στην πείρα αυτή και μαθαίνατε υπακοή υποφέροντας με τον ίδιο τρόπο που υπέφερε και ο μέγας μας Διδάσκαλος και Κύριος; Ο Γραφικός κανών είναι ότι, όταν διωκώμεθα, δεν πρέπει ν’ ανταποδίδωμε το διωγμό. Σε οποιονδήποτε που μας βλάπτει, δεν πρέπει ν’ ανταποδώσωμε τη βλάβη. Όταν λέγωνται πονηρά, ψευδή λόγια εναντίον μας, δεν πρέπει να πληρώσουμε με το ίδιο νόμισμα. Γιατί; Διότι η κατάλληλη διανοητική διάθεσις σε τέτοιες περιστάσεις περιγράφεται ως εξής από τον Παύλο: «Διωκόμενοι, υποφέρομεν· βλασφημούμενοι, παρακαλούμεν.» Περαιτέρω, ο Πέτρος ενουθέτησε, «Διότι εις τούτο προσεκλήθητε, επειδή και ο Χριστός έπαθεν υπέρ υμών, αφίνων παράδειγμα εις υμάς, δια να ακολουθήσητε τα ίχνη αυτού· όστις “αμαρτίαν δεν έκαμεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού.” Όστις λοιδορούμενος δεν αντελοιδόρει, πάσχων δεν ηπείλει, αλλά παρέδιδεν εαυτόν εις τον κρίνοντα δικαίως.» Ο Παύλος επίσης είπε: «Ευλογείτε τους καταδιώκοντας υμάς· ευλογείτε, και μη καταράσθε.»—1 Κορινθίους 4:12, 13· 1 Πέτρου 2:21-23· Ρωμαίους 12:14.
16. Ποια ήταν η πορεία που έλαβε ο Ιησούς Χριστός όταν υπέφερε; και ποια βεβαίωσις δίδεται σ’ εμάς;
16 Δεν μπορεί να υπάρξη αμφιβολία ως προς τη σημασία αυτών των εδαφίων και την πορεία διαγωγής που πρέπει ν’ ακολουθηθή. Αν λοιπόν ‘εξακολουθούμε ν’ αγαπούμε τους εχθρούς μας και να προσευχώμεθα για κείνους που μας καταδιώκουν· για ν’ αποδειχθούμε υιοί του Πατρός μας’, πώς μπορούμε να παραπονούμεθα και να εκχύνωμε τις θλίψεις μας στο πλησιέστερο αυτί που μας ακούει; Δεν έχετε σκεφθή να βαστάσετε τη δοκιμασία μόνος σας; Διαβάσατε ποτέ ότι ο Ιησούς Χριστός παραπονέθηκε στους πιο στενούς συντρόφους του για τις δοκιμασίες που ο Πατήρ του είχε επιτρέψει να επέλθουν σ’ αυτόν; Ή εξεδήλωσε αυτός δυσαρέσκεια και ενόχλησι για το θέλημα του Θεού; Όχι, ποτέ δεν το έκαμε αυτό! Και γιατί; Διότι «παρέδιδεν εαυτόν εις τον κρίνοντα δικαίως.» Πρέπει, λοιπόν, ν’ αναγνωρισθή από όλον τον λαόν του Ιεχωβά ότι η υπηρεσία μας ζητεί υπομονητική εγκαρτέρησι, και υπομονή σημαίνει χαρωπή σταθερότης. Κατά καιρούς οι δοκιμασίες που έχετε θα φαίνωνται πάρα πολύ σκληρές για να τις βαστάσετε· αλλά έχετε πεποίθησι, διότι δεν θα συμβή αυτό αν ευπειθώς συνεχίσετε την υπηρεσία και εμπιστεύεσθε τον εαυτό σας σ’ εκείνον που κρίνει δίκαια. Ο Παύλος εγνώριζε τι σημαίνει αυτό και παρηγορούσε τους αδελφούς του με τα εξής πολύτιμα λόγια: «Πειρασμός δεν σας κατέλαβεν ειμή ανθρώπινος· πιστός όμως είναι ο Θεός, όστις δεν θέλει σας αφήσει να πειρασθήτε υπέρ την δύναμίν σας, αλλά μετά του πειρασμού θέλει κάμει και την έκβασιν, ώστε να δύνασθε να υποφέρητε.» (1 Κορινθίους 10:13) Σημειώστε καθαρά ότι ο Παύλος δεν λέγει ότι θα παρασχεθή για σας ένας τρόπος να απαλλαγήτε από τους πειρασμούς σας, αλλά μάλλον να τους υποφέρετε. Μην τρέχετε, λοιπόν, μακριά από αυτές τις πείρες και μην προσπαθείτε να τις υπερπηδήσετε. Μάλλον έχετε υπομονή για να εγκαρτερήτε.
17. Αν υπομένωμε κατάλληλα τις δοκιμασίες, τι παράγεται, και τι έχουν να διδάξουν σχετικά μ’ αυτές ο Ιάκωβος, ο Πέτρος και ο Παύλος;
17 Εκείνοι που ανήκουν σ’ αυτό το πονηρό σύστημα πραγμάτων δεν μπορούν να κατανοήσουν αυτή τη διάθεσι, επειδή γι’ αυτούς είναι μια διάθεσις παθητική. Θα έλεγαν, «Αγωνισθήτε για τα δικαιώματά σας!» ή «Απαλλαγήτε απ’ αυτή την κατάστασι!» Όχι, ο κόσμος ποτέ δεν θα εννοήση τι πραγματικά κάνετε, αλλά σεις γνωρίζετε. Εκτιμάτε πώς αυτό σας δοκιμάζει και ότι αν δεν υπήρχε η αγάπη σας για τον Ιεχωβά και τον Χριστόν Ιησούν και το λαό του, δεν θα είχατε αυτούς τους διωγμούς, και αυτή ακριβώς η κατανόησις σας φέρνει γλυκεία παρηγορία, ευτυχή ανάπαυσι και ήσυχη βεβαίωσι. Ο Κύριος Ιησούς εξέφρασε τις επαγγελίες του Θεού, ότι ‘αυτοί θα κληρονομήσουν την γην’, ‘αυτοί θα ίδουν τον Θεόν,’ ‘θα ονομασθούν υιοί Θεού και ο μισθός των θα είναι πολύς.’ Πρέπει όμως να προηγηθή δοκιμή και δοκιμασία και πρέπει αυτοί να υπομείνουν παιδεία. Ο Παύλος λέγει, «Συλλογίσθητε τον υπομείναντα υπό των αμαρτωλών τοιαύτην αντιλογίαν εις εαυτόν, δια να μη αποκάμητε χαυνούμενοι κατά τας ψυχάς σας. Και ελησμονήσατε την νουθεσίαν ήτις λαλεί προς εσάς ως προς υιούς, λέγουσα, “Υιέ μου, μη καταφρονής την παιδείαν του Ιεχωβά· μηδέ αθυμής ελεγχόμενος υπ’ αυτού. Διότι όντινα αγαπά ο Ιεχωβά, παιδεύει· και μαστιγόνει πάντα υιόν τον οποίον παραδέχεται”.»—Εβραίους 12:3, 5, 6, NW· βλέπε επίσης Εβραίους 12:11· 1 Πέτρου 1:6, 7, και Ιάκωβος 1:2-4.
18. Πώς οι δοκιμασίες αυτές και τα παθήματα σχετίζονται με την υπακοή και τη ζωή; και πώς είναι ο Ιησούς ένα πρότυπον;
18 Τι, λοιπόν, θα κάμωμε όταν αντιμετωπίζωμε τις πολλές δοκιμασίες σήμερα, έχοντας υπ’ όψιν τη Γραφική αυτή νουθεσία; Τολμούμε να παραπονεθούμε; Πρέπει τάχα να προσπαθήσωμε ν’ απομακρυνθούμε γοργά απ’ αυτά τα προβλήματα και τους διωγμούς, ή να πάμε στους αδελφούς μας και να τους λέμε συνεχώς τι σκληρή μερίδα που έχομε; Ασφαλώς όχι, Θυμηθήτε τον λόγον που εδόθη μέσω του Πέτρου: «Ταπεινώθητε λοιπόν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, δια να σας υψώση εν καιρώ· και πάσαν την μέριμναν υμών ρίψατε επ’ αυτόν, διότι αυτός φροντίζει περί υμών.» (1 Πέτρου 5:6, 7) Ο καθένας πρέπει να έχη τη βαθιά εκείνη συνειδητή ικανοποίησι ότι γίνεται το θέλημα του Ιεχωβά, και ότι υπάρχει τελεία υποταγή στο θέλημα του Θεού μέσα στην καρδιά. Μπορεί να υπάρχουν καιροί που εξαιτίας των δοκιμασιών σας είναι δάκρυα στα μάτια σας, αλλά βαθιά μέσα στην καρδιά σας είσθε ευγνώμων, και ακόμη μέσα στα παθήματα δεν θα ζητούσατε να είναι διαφορετική η κατάστασις. Να είσθε πρόθυμοι και χαρωποί στην πλήρη σας υπακοή στους σκοπούς του Ιεχωβά. Όταν ο Κύριος Ιησούς υπέφερε τόσο σκληρά ενώπιον του Ηρώδου και των Ρωμαίων, δεν θα είχε, βέβαια, χαμόγελο στην όψι του, διότι εκακοποιείτο, αλλά εγνώριζε ότι έπινε το ποτήριον που ο Πατήρ του είχε ορίσει γι’ αυτόν να πιή, και έτσι «εφέρθη ως αρνίον επί σφαγήν, και ως πρόβατον έμπροσθεν του κείροντος αυτό άφωνον, ούτω δεν ήνοιξε το στόμα αυτού.» (Ησαΐας 53:7) Κανένας γογγυσμός, κανένα παράπονο· ήταν ευπειθής και μέχρι θανάτου ακόμη, η δε υπακοή ωδήγησε στη ζωή. Αυτός είναι το πρότυπό μας.