«Υπεράσπισις και Νομική Βεβαίωσις του Ευαγγελίου»
Μια Έκθεσις από την Αγκώνα της Ιταλίας
ΟΠΩΣ ΣΕ ΟΛΑ τα μέρη της γης, οι μάρτυρες του Ιεχωβά εξακολουθούν να επεκτείνουν τη δράσι τους στο ανατολικό μέρος της Κεντρικής Ιταλίας, κατά μήκος της Αδριατικής θαλάσσης, στο τμήμα που είναι γνωστό με το όνομα Αβρούζια. Πραγματικά, οι μάρτυρες του Ιεχωβά έχουν γίνει γνωστοί στην περιοχή αυτή περισσότερο από κάθε άλλη μη Καθολική οργάνωσι και η δημοτικότης των μεταξύ των καλής θελήσεως ανθρώπων αυξάνει σταθερά, σε βαθμό που ανησυχεί τους κληρικούς. Οι προσπάθειες των ιερέων να εξερεθίσουν τον κοινό λαό και να τον εξωθήσουν σε βιαιοπραγία εναντίον των μαρτύρων του Ιεχωβά έχουν αποτύχει· η απλή σύστασίς των προς το κοινό να μη δέχεται τα έντυπά τους δεν έφερε αποτέλεσμα· ούτε και ο φόβος του αφορισμού πιάνει σήμερα. Γι’ αυτό προσπαθούν τώρα να βάλουν την αστυνομία να σταματήση το έργον μας με την πρόφασι ότι χρειάζεται άδεια για το κήρυγμα από θύρα σε θύρα.
Ιδού τι συνέβη στην Αγκώνα, μια παραλιακή πόλι 100.000 κατοίκων, όπου ένας όμιλος μαρτύρων του Ιεχωβά από την Αβρούζια πήγαν να εργασθούν ως ολοχρόνιοι διάκονοι. Εκεί, όπως σε πολλά άλλα μέρη της Ιταλίας, δεν άργησαν να βρουν άτομα καλής διαθέσεως και να αρχίσουν μια μελέτη με ένα μικρόν όμιλο. Εν τούτοις, η ήρεμη Χριστιανική τους δράσις δεν έμεινε απαρατήρητη, και στις 2 Μαρτίου 1951 δύο από τους μάρτυρας του Ιεχωβά συνελήφθησαν από αστυνομικά όργανα και ωδηγήθησαν στη διεύθυνσι της αστυνομίας. Εκεί τους ανέκριναν σχετικά με το έργον τους και κατέσχον όλα τα έντυπα που είχαν μαζί τους.
Η ενέργεια αυτή έγινε κατά παράβασιν του νόμου, ο οποίος ορίζει ότι απαιτείται έγγραφος δικαστική διαταγή για να γίνη κατάσχεσις προσωπικής περιουσίας. Εν τούτοις, η Ιταλική αστυνομία είχε εκπαιδευθή στο παλαιό φασιστικό σχολείο και ενεργεί σαν να κυβερνάται ακόμη η Ιταλία από τον φασισμό. Πραγματικά, οι «Νόμοι της Δημοσίας Ασφαλείας» που είχαν θεσπισθή στη διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος δεν έχουν ακόμη αντικατασταθή με νέους νόμους σύμφωνα με το νέο Ιταλικό Σύνταγμα. Αν και οι δικασταί έχουν δώσει οδηγίες ότι οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται σύμφωνα με το πνεύμα του νέου Συντάγματος, η αστυνομία εξακολουθεί να εφαρμόζη παλαιούς φασιστικούς νόμους και δηλώνει φανερά ότι το νέο Σύνταγμα δεν σημαίνει τίποτε γι’ αυτήν. Ύστερα από λίγες ημέρες η αστυνομία έκαμε έφοδο στο σπίτι των δύο αυτών διακόνων στην Αγκώνα, και κατέσχε όλα τα Γραφικά βοηθήματα που ηύρε, 200 δεμένα βιβλία και πάνω από 2.000 βιβλιάρια, όλα δε αυτά έγιναν χωρίς δικαστική διαταγή. Η κατηγορία ήταν: πώλησις βιβλίων χωρίς άδεια.
Η Εταιρία Σκοπιά συνέστησε στους εκεί διακόνους να προχωρήσουν στο κήρυγμα, χρησιμοποιώντας εν ανάγκη μόνο τη Γραφή. Πρόστιμο δεν πληρώθηκε, υπεβλήθη δε διαμαρτυρία για την παράνομη κατάσχεσι. Οπουδήποτε οι διάκονοι εύρισκαν ενδιαφερόμενα πρόσωπα έπαιρναν παραγγελίες για Γραφικά βοηθήματα.
Όταν τελικά έφθασε η ημέρα της δίκης, τους μάρτυρας του Ιεχωβά αντιπροσώπευσε ένας πολύ γνωστός δικηγόρος, ο οποίος εχάρη που ανέλαβε την υπόθεσι, λόγω των αρχών που επρόκειτο να υπερασπίση. Η δίκη έγινε στις 11 Ιανουαρίου 1952, και ο πραίτωρ που ενεργεί ως δικαστής σε τέτοιες δίκες εξέδωκε απόφασιν υπέρ των διακόνων του Ιεχωβά. Μεταξύ άλλων η απόφασις ανέφερε: «Απεδείχθη πλήρως το γεγονός ότι ο μόνος λόγος για τη δράσι των κατηγορουμένων είναι η διδασκαλία της θρησκείας των. . . . Τέτοια θρησκευτική προπαγάνδα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, είναι τελείως επιτρεπτή και εξουσιοδοτείται σαφώς από το Σύνταγμα. Το ότι οι προσφορές δεν ήσαν καθορισμένες και κανονικές δείχνει ότι εάν οι κατηγορούμενοι ελάμβαναν εισφορές, αυτές δεν αποτελούσαν τον αντικειμενικό σκοπό της δράσεώς των. . . . Από τη μήνυσι που υπεβλήθη για τη σύλληψι εξάγεται καθαρώς ότι κανείς από τους κατηγορουμένους δεν κατελήφθη ν’ αφήνη, πωλή ή διανέμη βιβλία, βιβλιάρια και περιοδικά σε ‘δημοσίους τόπους, είτε ανοιχτούς είτε προσιτούς στο κοινόν’ [πράγμα που απαγορεύεται υπό του Συντάγματος.] Κατόπιν των ανωτέρω, το πρόστιμον δεν πρέπει να επιβληθή. . . . οι κατηγορούμενοι είναι αθώοι από την κατηγορία που τους αποδίδεται, καθόσον τα γεγονότα δεν αποδεικνύουν παράβασι του νόμου. . . . διατάσσεται δε η απόδοσις στους κατηγορουμένους των βιβλίων και βιβλιαρίων που τους κατεσχέθησαν.»
Αυτή ήταν πραγματικά μια μεγάλη δικαστική νίκη για τους μάρτυρας του Ιεχωβά, και τους δίνει όχι μόνο το νόμιμο δικαίωμα να κηρύξουν ανεμπόδιστα τα αγαθά νέα στην Αγκώνα, αλλά προσθέτει βαρύτητα στη νομική θέσι τους σε άλλα μέρη της Ιταλίας. Αυτές οι δικαστικές νίκες (τέσσερες σπουδαίες αποφάσεις, μαζί με μια του Ανωτάτου Δικαστηρίου) εγείρουν ένα ισχυρό τείχος αμύνης εναντίον εκείνων που μισούν την ελευθερία και των φανατικών θρησκευομένων.—Φιλιππησίους 1:7.