Ο Ιερεμίας: Πιστός Προφήτης Σε Άπιστα Έθνη
«ΠΡΙΝ σε μορφώσω εν τη κοιλία σε εγνώρισα· και πριν εξέλθης εκ της μήτρας σε ηγίασα· προφήτην εις τα έθνη σε κατέστησα.» Τρομαγμένος μαζί και κλονισμένος από τα σοβαρά αυτά λόγια και το βάρος της ευθύνης που έφεραν, ο νεαρός Ιερεμίας άφησε να ξεσπάση αισθηματικά η απάντησίς του από τα χείλη του: «Ω! Κύριε Θεέ! ιδού, δεν εξεύρω να λαλήσω· διότι είμαι παιδίον.» Ίσως άλλοι να νομίζουν ότι η ώριμη ηλικία είναι κάτι απαραίτητο για τους διακόνους του Θεού. Ας ακούσουν την απάντησι του Ιεχωβά στον Ιερεμία: «Μη λέγε, Είμαι παιδίον· διότι θέλεις υπάγει προς πάντας, προς τους οποίους θέλω σε εξαποστείλει· και πάντα όσα σε προστάξω, θέλεις ειπεί. . . . Ιδού, έθεσα τους λόγους μου εν τω στόματί σου. Ιδέ, σε κατέστησα σήμερον επί τα έθνη, και επί τας βασιλείας, δια να εκριζόνης, και να κατασκάπτης, και να καταστρέφης, και να κατεδαφίζης, να ανοικοδομής, και να καταφυτεύης. . . . Διότι, ιδού, εγώ σε έθεσα σήμερον ως πόλιν οχυράν, και ως στήλην σιδηράν, και ως τείχη χάλκινα εναντίον πάσης της γης, εναντίον των βασιλέων του Ιούδα, εναντίον των αρχόντων αυτού, εναντίον των ιερέων αυτού, και εναντίον του λαού της γης· και θέλουσι σε πολεμήσει, αλλά δεν θέλουσιν υπερισχύσει εναντίον σου· διότι εγώ είμαι μετά σου δια να σε ελευθερόνω, λέγει Κύριος.»—Ιερεμίας 1:5-10, 18, 19.
Ο Ιερεμίας γρήγορα απέδειξε ότι οι πρώτοι του λόγοι διαμαρτυρίας δεν αποτελούσαν δικαιολογία για τη συγκάλυψι μιας οκνηράς ελλείψεως ζήλου. Το ίδιο εκείνο έτος, το 647 π.Χ., ο νεαρός αυτός γυιός του Χελκία, ιερέως της Αναθώθ, άρχισε να διαβιβάζη τους λόγους που είχε θέσει ο Θεός στο στόμα του. Χωρίς να φοβηθή από τους βασιλείς, τους άρχοντας, τους ιερείς και τον κοινό λαό που ήταν όλοι εναντίον του, ο προφήτης με τις φλογερές του καταγγελίες και τις προειδοποιητικές του κραυγές έκανε ν’ αντηχούν οι δρόμοι της Ιουδαίας και της Ιερουσαλήμ. Επί σαράντα χρόνια πριν από την πτώσι της Ιερουσαλήμ έβγαινε να εκτελέση την εντολή που είχε λάβει, να ξερριζώνη και να κατασκάπτη, να καταστρέφη και να κατεδαφίζη τους απατηλούς θρησκευτικούς τυπικισμούς των απίστων και αποστατών· αλλά συγχρόνως δεν λησμονούσε ν’ ανοικοδομή και να καταφυτεύη ενώ μιλούσε για μια επιστροφή στην εύνοια του Θεού. Όταν εβασίλευαν οι Ιωσίας, Ιωάχαζ, Ιωακείμ, Ιωαχείν και Σεδεκίας, ο προφήτης εξύψωσε τον Ιεχωβά ως Θεόν ‘υπεράνω πάντων’. (Ιερεμίας 1:1-3) «Ιερεμίας» σημαίνει «ο Γιάχ είναι υψηλά».
Ο Ιεχωβά όμως δεν εξυψώθηκε από το λαό του Ιούδα. Δύο κακά προεξέχουν: εγκατέλειψαν τον Ιεχωβά, την πηγή των ζώντων υδάτων· και έσκαψαν δικούς των λάκκους, διαρρέοντας, λάκκους συντετριμμένους. Το έθνος που είχε φυτευθή ως εκλεκτή άμπελος μεταστράφηκε σε διεφθαρμένο κλήμα. Αθώο αίμα κηλιδώνει τα ευσεβοφανή θρησκευτικά κράσπεδα. Οι ιερείς και οι προφήται φλυαρούν περί Θεού, αλλά είναι πλάνοι και απατεώνες, εκβιασταί και διαστροφείς της κρίσεως. Και ο λαός; Αγαπά αυτή την κατάστασι. Επιπλέον οι υποκριταί, λόγω του ότι λατρεύουν με τα χείλη τον Θεό, καυχώνται αναιδώς και λέγουν: «Ηλευθερώθημεν να πράττωμεν πάντα ταύτα τα βδελύγματα.»
Ελευθερώθηκαν; Ναι, για να πέσουν από μάχαιρα και πείνα και λοιμό! Ο Ιερεμίας δίνει προειδοποίησι που στρέφεται εναντίον της λατρείας των αψύχων ειδώλων που είναι από ξύλο και πέτρα, εναντίον εκείνων που επιθυμούν να φωνάζουν «Ειρήνη, ειρήνη· ενώ δεν υπάρχει ειρήνη», δίνει προειδοποίησι για τη μεγάλη καταστροφή που θα επέλθη ασφαλώς. Ναι, όπως ένας κεραμεύς θρυμματίζει ένα άχρηστο σκεύος, έτσι θα συντρίψη ο Ιεχωβά τον Ιούδα και την Ιερουσαλήμ. Αλλά η κακή πορεία του Ιούδα είναι τόσο αμετάβλητη όσο και οι κιτρινόμαυρες κηλίδες της λεοπαρδάλεως. Το μίσος των βράζει εναντίον του Ιερεμία που κράζει για την καταστροφή. Οι συμπολίται του της Αναθώθ απειλούν τη ζωή του, οι ίδιοι οι αδελφοί του από το σπίτι του πατέρα του σχηματίζουν ένα θορυβώδη όχλο εναντίον του, ο δε Πασχώρ ο διοικητής του ναού κτυπά τον προφήτη και τον περισφίγγει με δεσμά. Τόσο έχει αποθαρρυνθή ο καταδιωγμένος προφήτης ώστε προς στιγμήν αποφασίζει να μη μιλήση πια εν ονόματι του Ιεχωβά, αλλά ο φλογερός ζήλος εξαφανίζει γρήγορα τη σκέψι αυτή: «Ο λόγος αυτού ήτο εν τη καρδία μου ως καιόμενον πυρ περικεκλεισμένον εν τοις οστέοις μου, και απέκαμον χαλινόνων εμαυτόν, και δεν ηδυνάμην πλέον.»—Ιερεμίας κεφάλαια 2 έως 20.
Αλλά τα πρώτα αυτά δεκαοκτώ χρόνια της προφητεύσεώς του ο Ιερεμίας είχε και μια παρηγορητική συντροφιά και αυτή ήταν η συντροφιά του βασιλέως Ιωσία. Ο προφήτης εκήρυττε πέντε χρόνια, οπότε ο Ιωσίας βρήκε το βιβλίο του νόμου στο ναό και ασφαλώς ο Ιερεμίας συνεργάσθηκε με τον βασιλέα για την κατάργησι του δαιμονισμού. Η λατρεία του Βάαλ απαγορεύθηκε, τα είδωλα καταστράφηκαν, οι ψευδοπροφήται εξωντώθηκαν, και ακόμη και ο Τοφέθ στην κοιλάδα του Εννόμ, όπου γονείς έκαιαν τα παιδιά τους στον Μολώχ, εβεβηλώθηκε. Αλλά η μεταρρύθμισις ήταν από βία μάλλον παρά από την καρδιά του λαού, διότι με το θάνατο του Ιωσία τα ειδωλολατρικά έθιμα αναγεννήθηκαν. Με την επάνοδο δε της δαιμονικής θρησκείας επήλθε νέος διωγμός εναντίον του Ιερεμία.—2 Βασιλέων 22:8-10· 23:1-25.
Ο Ιερεμίας εστάθηκε στην αυλή του ναού και εκάλεσε το λαό να διορθώση την πορεία του και να υπακούση στους λόγους του Θεού που διεσαλπίζοντο μέσω των πιστών προφητών του, για να μεταστραφή ο Ιεχωβά από την απόφασί του να καταστρέψη την Ιερουσαλήμ. Ερεθισμένοι από τις αλήθειες των λόγων του Ιερεμία, οι θρησκευτικοί ηγέται επροκάλεσαν οχλαγωγία κι εζήτησαν τη ζωή του προφήτου. Έγινε δίκη· οι ιερείς και οι προφήται διετύπωσαν κατηγορίες για ανταρσία κι εζήτησαν την ποινή του θανάτου· ο Ιερεμίας έκαμε την απολογία του ως προφήτης του Θεού και τους προειδοποίησε για να μη φέρουν το αθώο του αίμα επάνω στο έθνος, με τα εξής λόγια: «Εξεύρετε μετά βεβαιότητος, ότι εάν με θανατώσητε, αίμα αθώον θέλετε βεβαίως φέρει εφ’ υμάς, και επί την πόλιν ταύτην, και επί τους κατοίκους αυτής· διότι τη αληθεία ο Κύριος με απέστειλε προς υμάς, δια να λαλήσω εις τα ώτα υμών πάντας τους λόγους τούτους.» Οι οξείς αυτοί λόγοι θα εκέντησαν αρκετές συνειδήσεις, διότι η ετυμηγορία που απευθύνθηκε στους ιερείς και τους ψευδοπροφήτας από τους άρχοντας και το λαό ήταν: «Δεν υπάρχει κρίσις θανάτου εις τον άνθρωπον τούτον.»—Ιερεμίας 26.
Το τέταρτο έτος του Βασιλέως Ιωακείμ, ο Ιερεμίας εξαπολύει ένα προφητικό κήρυγμα που σείει όχι μόνο τον άπιστο Ιούδα, αλλά και τα γύρω άπιστα έθνη. Η ουσία τούτου είναι ότι επί είκοσι τρία χρόνια ο Ιερεμίας εγειρόταν νωρίς και μιλούσε πιστά, δίνοντας προειδοποίησι να μεταστραφούν από την κακή πορεία, να μην ακολουθούν τους ψευδείς θεούς και να παύσουν να προκαλούν την οργή του Θεού. Επειδή, όμως, το αποστατικό έθνος Ιούδα δεν έδωσε προσοχή, θα μεταβή αιχμάλωτο στη Βαβυλώνα, η δε Ιερουσαλήμ θα ερημωθή εβδομήντα χρόνια. Το ποτήριον του θυμού του Θεού θα στραφή και προς άλλα έθνη, τα οποία θα πιούν εξάπαντος απ’ αυτό. Και η ισχυρή Βαβυλών ακόμη θα καταπέση σε μια αιώνια καταστροφή. Οι φονευμένοι θα σκεπάζουν τη γη απ’ άκρη σ’ άκρη. (Ιερεμίας 25) Το ίδιο αυτό έτος ο Ιεχωβά διέταξε τον Ιερεμία να γράψη σε βιβλίο όλες τις προφητείες του των τελευταίων είκοσι τριών ετών, αυτό δε επετελέσθη με τη βοήθεια του Βαρούχ ως γραμματέως. Όταν αργότερα ο Βαρούχ ανέγνωσε δημοσία το βιβλίο αυτό, του το αφήρεσαν, και το διάβασαν στον Βασιλέα Ιωακείμ, ο οποίος το έκαψε. Αλλά το κάψιμο αυτό του βιβλίου δεν μπόρεσε να σβήση το άγγελμα· ο Ιερεμίας υπαγόρευσε άλλο βιβλίο, που περιείχε τις ίδιες προφητείες και περισσότερες.—Ιερεμίας 36.
Στη διάρκεια της βασιλείας του Ιωακείμ η διακυβέρνησις του Ιούδα επέρασε από την εξουσία της Αιγύπτου στην εξουσία της Βαβυλώνος. Το 625 π.Χ. ο Ναβουχοδονόσορ εκυρίευσε την πρωτεύουσα της Ασσυρίας Νινευή και συνέτριψε τον Αιγυπτιακό στρατό στη μάχη της Χαρκεμίς, στον ποταμό Ευφράτη. Ο Ιωακείμ αργότερα εστασίασε εναντίον του Ναβουχοδονόσορος, απέτυχε, πέθανε, και ενώ εβασίλευε ο διάδοχος του Ιωαχείν, η πόλις έπεσε στα χέρια του μονάρχου της Βαβυλώνος, πολλές δε χιλιάδες σπουδαίων και σημαινόντων Ισραηλιτών μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα, μαζί με τον Ιωαχείν, το 618 π.Χ. Ετέθη στο θρόνο ο Σεδεκίας, ο τελευταίος βασιλεύς του Ιούδα· στη διάρκεια της βασιλείας του ο Ιούδας ποθούσε ζωηρά μια συμμαχία με την Αίγυπτο για να αποτινάξη το Βαβυλωνιακό ζυγό.
Μέσα στην κινδυνώδη αυτή δίνη των διεθνών ραδιουργιών, ο Ιερεμίας έπρεπε να προφητεύση ένα άγγελμα καταδίκης προς τη γενέτειρα χώρα του, ένα άγγελμα που του επέφερε μίσος και χλευασμό, διωγμό και βία. Αλλά έμεινε πιστός μέσα στην απιστία. Έκαμε ξυλίνους ζυγούς και τους έστειλε σε ξένους βασιλείς για να συμβολίση δουλεία στη Βαβυλώνα. Όταν δε ο ψευδόμενος Ανανίας έσπασε τον ξύλινο ζυγό του Ιερεμία αφού είπε ότι σε δύο χρόνια ο Ιεχωβά θα συνέτριβε το ζυγό της Βαβυλώνος που εβάρυνε τον τράχηλο του Ιούδα, ο Ιερεμίας έκαμε ένα σιδερένιο ζυγό και είπε στον Ανανία ότι θα πέθαινε μέσα σ’ ένα χρόνο. Σε δύο μήνες πέθανε ο ψευδοπροφήτης. Αλλ’ ακόμη ο Σεδεκίας και οι άρχοντες ήλπιζαν ότι η δύναμις της Αιγύπτου θα έσπαζε τα δεσμά της Βαβυλώνος, κατόπιν δε συνήφθη συμμαχία μεταξύ του Ιούδα και της Αιγύπτου.—Ιερεμίας κεφ. 27, 28· Ιεζεκιήλ 17:12-21.
Η συμμαχία έκαμε την σοβούσα κρίσι να κοχλάση ως ένα πόλεμο. Στο έτος 609 π.Χ. τα στρατεύματα του Ναβουχοδονόσορος επολιόρκησαν την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας δεν κατετάχθη ως στρατιωτικός ιερεύς για να διεγείρη τους Ιουδαίους στρατιώτες σε μια μανία σφαγής, ούτε συμβιβάσθηκε ή υπεχώρησε ως προς το άγγελμα λόγω της καταστάσεως επειγούσης ανάγκης στην οποία βρισκόταν το έθνος. Με θάρρος εβροντοφώνησε στον ίδιο τον βασιλέα ότι τα όπλα του Ιούδα θα ήταν ανίσχυρα εναντίον της Βαβυλώνος, ότι οι κάτοικοι της πόλεως, άνθρωποι και κτήνη, θα επατάσσοντο, και ότι όσοι δεν θα έπεφταν από μάχαιρα ή πείνα ή λοιμό, θα μετεφέροντο αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα. Όσοι θα παρεδίδοντο στη Βαβυλώνα θα ζούσαν· αλλιώς θα πέθαιναν ή θα ηχμαλωτίζοντο.—Ιερεμίας 21:1-10· 2 Βασιλέων 24:20· 25:1.
Τον καιρό αυτόν που η Βαβυλωνιακή απειλή είναι οξεία, ο Σεδεκίας και οι άρχοντες και ο λαός συνάπτουν διαθήκη να προκηρύξουν ελευθερία στους Εβραίους δούλους· όταν όμως τα πολιορκητικά στρατεύματα αποσύρονται προσωρινώς για ν’ αποκρούσουν ένα Αιγυπτιακό στράτευμα διασώσεως, οι Ιουδαίοι παραβιάζουν τη διαθήκη τους υποδουλώνοντας και πάλι τους προτέρους των δούλους. Το αίτιον αυτό διεγείρει τον Ιερεμία σ’ ένα νέο προφητικό ξέσπασμα εναντίον των απίστων υποκριτών: «Οι Χαλδαίοι θέλουσιν επαναστρέψει, και πολεμήσει κατά της πόλεως ταύτης, και θέλουσι κυριεύσει αυτήν, και κατακαύσει αυτήν εν πυρί.» (Ιερεμίας 37:5-10· 34:8-21) Κατόπιν, όταν ήρθη η πολιορκία, ο Ιερεμίας επεζήτησε να κάνη ένα ταξίδι για υποθέσεις του στην Αναθώθ, και συνελήφθη από τους άρχοντας, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι προσπαθούσε να λιποτακτήση στους Χαλδαίους. Εδάρη και ερρίφθη σε μια φυλακή. Απ’ εκεί ο προφήτης φέρεται ενώπιον του Σεδεκία, επαναλαμβάνει το άγγελμα της καταδίκης της πόλεως, υποδεικνύει τη μόνη διέξοδο, και κατόπιν τίθεται υπό περιορισμό στην αυλή της φυλακής.—Ιερεμίας 37:11-21.
Και υπό περιορισμόν ακόμη εκήρυττε ο Ιερεμίας παρά την αυξανόμενη έντασι στην πόλι λόγω της επανόδου του πολιορκητικού στρατεύματος της Βαβυλώνος. Οι άρχοντες είπαν κλαυθμηρίζοντας στον βασιλέα: «Ας θανατωθή, παρακαλούμεν, ο άνθρωπος ούτος· διότι εκλύει ούτω τας χείρας των ανδρών των πολεμιστών, των εναπολειφθέντων εν τη πόλει ταύτη και τας χείρας παντός του λαού.» Ο ασθενούς θελήσεως Σεδεκίας εμουρμούρισε: «Ιδού, εις την χείρά σας είναι· διότι ο βασιλεύς δεν δύναται ουδέν εναντίον σας.» Κι έρριξαν τον προφήτη μέσα σ’ ένα βορβορώδη λάκκο για να πεθάνη, αλλά επακολούθησε διάσωσις από την πνιγηρή αυτή ακαθαρσία όταν εμεσολάβησε γι’ αυτόν ο Αιθίοψ Αβδέ-μέλεχ και τον ανέβασε από το βόρβορο. Ο Ιερεμίας διέμεινε και πάλι στην αυλή της φυλακής κι έμεινε εκεί ως την πτώσι της Ιερουσαλήμ, το 607 π.Χ.—Ιερεμίας κεφ. 38.
Με την πτώσι της Ιερουσαλήμ, η παραγγελία που είχε δοθή στον Ιερεμία όταν ήταν νέος πριν από σαράντα χρόνια, εξεπληρώθη σχεδόν. Έκαμε ακόμη λίγο κήρυγμα. Αφέθηκε ελεύθερος και του επετράπη να παραμείνη στη χώρα με λίγους από τους πιο φτωχούς κατοίκους, που δεν μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στη Βαβυλώνα μαζί με την πλειονότητα των Ιουδαίων που επέζησαν. Μετά δύο μήνες, παρά τις προειδοποιήσεις του Ιερεμία, ο λαός έφυγε από την Ιουδαία για να βρη καταφύγιο στην Αίγυπτο, ανάγκασαν δε και τον προφήτη να τους ακολουθήση στην Τάφνης. Ενόσω ήταν εκεί ο προφήτης εξακολούθησε να καταγγέλλη τις ειδωλολατρίες των Ιουδαίων και προειδοποίησε ότι τα Χαλδαϊκά στρατεύματα θα εισέδυαν και στην Αίγυπτο για να επιφέρουν καταστροφή, ανατρέποντας τον Φαραώ ουαφρή. Ο τρόπος του θανάτου του δεν είναι γνωστός, αν και υπάρχει μια παράδοσις ότι ελιθοβολήθη από τους Ιουδαίους στην Τάφνης της Αιγύπτου.—Ιερεμίας κεφ. 39-44.
Ο Ιερεμίας όχι μόνο πιστά διαλάλησε τους λόγους που του έβαλε ο Ιεχωβά στο στόμα, αλλά και τους κατέγραψε. Έγραψε το προφητικό βιβλίο που φέρει το όνομά του, καθώς και το βιβλίο των Θρήνων που υπενθυμίζει ζωηρά τους τρόμους της πολιορκίας της Ιερουσαλήμ και θρηνεί τη θλιβερή ερήμωσι που θα παρέμενε εβδομήντα χρόνια, υπάρχουν δε ισχυρές ενδείξεις ότι ο Ιερεμίας είναι εκείνος που συνεκρότησε τα βιβλία 1 και 2 Βασιλέων. Αναμφιβόλως ο Ιερεμίας ήταν ένας πιστός προφήτης σε άπιστα και αμετανόητα έθνη και λαούς. Απ’ τη νεότητά του έως το γήρας του και τον θάνατό του (το προφητικό βιβλίο που φέρει το όνομά του περιλαμβάνει μια περίοδο εξήντα έξη ετών), επροφήτευε σε καιρούς ταραχώδεις, και με άφοβο πρόσωπο αντιμετώπιζε τους διώκτας του και απήγγελλε την καταδίκη τους από τον Ιεχωβά.
Έτσι και οι μάρτυρες του Ιεχωβά σήμερα προλέγουν το άμεσο μέλλον διαλαλώντας στον «Χριστιανικό» και στον Ειδωλολατρικό κόσμο τις προφητείες του Θείου λόγου που φανερώνουν ότι η μάχη του Αρμαγεδδώνος πλησιάζει στην παρούσα γενεά. Σαν τον Ιερεμία, είναι πιστοί στην εντολή που έχουν, να κηρύξουν σε όλα τα έθνη. Όλα δε τα κοσμικά έθνη μένουν πιστά στους τυπικούς των προδρόμους με το ν’ αποδεικνύωνται άπιστα στον Θεό και σκληρά ως προς τη μετάνοια.