ΜΙΑΜΙΝ
(Μιαμίν) [Από το Δεξί Χέρι].
1. Απόγονος του Ααρών που κληρώθηκε να είναι ο επικεφαλής της έκτης υποδιαίρεσης ιερατικής υπηρεσίας στις ημέρες του Βασιλιά Δαβίδ.—1Χρ 24:1, 3, 5, 9.
2. Ένας από τους επικεφαλής των ιερέων που επέστρεψαν από τη Βαβυλώνα με τον Ζοροβάβελ. (Νε 12:1, 5, 7) Ίσως ίδρυσε τον πατρικό οίκο του Μινιαμίν που αναφέρεται στο εδάφιο Νεεμίας 12:17 (όπου το όνομα του επικεφαλής αυτού του οίκου φαίνεται ότι παραλείφθηκε ακούσια κατά την αντιγραφή του εβραϊκού κειμένου).
3. Ένας από «τους γιους του Φαρώς» οι οποίοι εξαπέστειλαν αλλοεθνείς «συζύγους και γιους» σύμφωνα με τη συμβουλή του Έσδρα.—Εσδ 10:25, 44.
4. Ιερέας (ή πιθανόν ο πρόγονος κάποιου ιερέα) ο οποίος αναφέρεται μεταξύ εκείνων που επικύρωσαν με σφραγίδα την «αξιόπιστη συμφωνία» της εποχής του Νεεμία. (Νε 9:38· 10:1, 7, 8) Φαίνεται ότι ταυτίζεται με τον Μινιαμίν του εδαφίου Νεεμίας 12:41.
Στην εβραϊκή, ο τύπος Μιαμίν φαίνεται ότι είναι σύντμηση του ονόματος Μινιαμίν.