ΜΙΝΙΑΜΙΝ
(Μινιαμίν) [Από το Δεξί Χέρι].
1. Ένας από τους Λευίτες που υπηρετούσαν υπό τον Κορί σε θέσεις ευθύνης για τη διανομή των αγίων συνεισφορών στους αδελφούς τους στις πόλεις των ιερέων, κατά τις ημέρες του Βασιλιά Εζεκία.—2Χρ 31:14, 15.
2. Ένας από τους ιερατικούς πατρικούς οίκους που υπήρχαν την εποχή του Αρχιερέα Ιεχωακείμ. (Νε 12:12, 17) Ιδρυτής του ίσως ήταν ο «Μιαμίν» του εδαφίου Νεεμίας 12:5.
3. Ιερέας μεταξύ εκείνων που κρατούσαν σάλπιγγες συμμετέχοντας στις τελετουργικές εκδηλώσεις για την εγκαινίαση του ανοικοδομημένου τείχους της Ιερουσαλήμ στις ημέρες του Νεεμία. (Νε 12:40, 41) Πιθανόν να είναι ο ιερέας που ονομάζεται «Μιαμίν» στο εδάφιο Νεεμίας 10:7.