Υποκινήθηκα από την Οσιότητα της Οικογένειάς μου στον Θεό
ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΦΗΓΗΘΗΚΕ Ο ΧΟΡΣΤ ΧΕΝΣΕΛ
«Αν πάρεις αυτό το γράμμα να χαρείς, επειδή θα έχω υπομείνει ως το τέλος. Σε δύο ώρες θα με εκτελέσουν». Με αυτά τα λόγια ξεκινούσε το τελευταίο γράμμα που μου έστειλε ο πατέρας. Στις 10 Μαΐου 1944, τον εκτέλεσαν επειδή αρνήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό του Χίτλερ. Η οσιότητά του στον Θεό καθώς και η οσιότητα της μητέρας μου και της αδελφής μου, της Ελφρίντε, επηρέασαν βαθιά τη ζωή μου.
ΤΟ 1932, περίπου την εποχή που γεννήθηκα, ο πατέρας άρχισε να διαβάζει τα έντυπα των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Μεταξύ των άλλων, διέκρινε την υποκρισία του κλήρου. Ως αποτέλεσμα έχασε κάθε ενδιαφέρον για τις εκκλησίες του Χριστιανικού κόσμου.
Λίγο μετά την έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου το 1939, ο γερμανικός στρατός επιστράτευσε τον πατέρα. «Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, δεν πρέπει να πάω», είπε στη μητέρα. «Αυτοί οι σκοτωμοί δεν είναι σωστοί».
«Θα σε σκοτώσουν αν δεν πας», απάντησε η μητέρα. «Και έπειτα τι θα γίνει η οικογένειά σου;» Έτσι ο πατέρας έγινε στρατιώτης.
Αργότερα, η μητέρα, η οποία μέχρι τότε δεν είχε μελετήσει την Αγία Γραφή, προσπάθησε να έρθει σε επαφή με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, ένα πολύ επικίνδυνο εγχείρημα εκείνη την εποχή. Βρήκε την Ντόρα, της οποίας ο σύζυγος ήταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης λόγω της πίστης του. Η Ντόρα τής έδωσε ένα αντίτυπο του περιοδικού Η Σκοπιά, αλλά είπε στη μητέρα ευθέως: «Να θυμάσαι ότι μπορεί να με σκοτώσουν αν η Γκεστάπο (η μυστική αστυνομία) ανακαλύψει ότι σου το έδωσα».
Τελικά, η μητέρα πήρε περισσότερα έντυπα των Μαρτύρων του Ιεχωβά και άρχισε να εκτιμάει τις Γραφικές αλήθειες που περιείχαν. Κατόπιν, ο Μαξ Ρούμπσαμ, από τη γειτονική Δρέσδη, άρχισε να μας επισκέπτεται στο σπίτι μας στο Μάισεν. Μελετούσε την Αγία Γραφή μαζί μας βάζοντας σε μεγάλο κίνδυνο τη δική του ασφάλεια. Πράγματι, προτού περάσει πολύς καιρός τον συνέλαβαν.
Η μητέρα, ως αποτέλεσμα της Γραφικής της μελέτης, πίστεψε στον Ιεχωβά, αφιέρωσε τη ζωή της σε εκείνον και το συμβόλισε αυτό με το βάφτισμα το Μάιο του 1943. Ο πατέρας και εγώ βαφτιστήκαμε λίγους μήνες αργότερα. Η 20χρονη αδελφή μου, η Ελφρίντε, η οποία εργαζόταν στη Δρέσδη, βαφτίστηκε περίπου την ίδια εποχή. Έτσι, ακριβώς στα μέσα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και οι τέσσερις αφιερώσαμε τη ζωή μας στον Ιεχωβά. Το 1943, η μητέρα γέννησε τη μικρότερη αδελφή μας, τη Ρενάτε.
Διωκόμαστε για την Πίστη Μας
Προτού βαφτιστώ, αποχώρησα από τη Χιτλερική Νεολαία. Όταν αρνιόμουν να χρησιμοποιήσω το χιτλερικό χαιρετισμό, μια καθημερινή απαίτηση στο σχολείο, οι δάσκαλοί μου με χτυπούσαν. Ωστόσο χαιρόμουν επειδή γνώριζα ότι, ενισχυμένος από τους γονείς μου, είχα παραμείνει πιστός.
Μερικές φορές όμως, εξαιτίας της σωματικής τιμωρίας ή εξαιτίας του φόβου, έλεγα «Χάιλ Χίτλερ!». Τότε πήγαινα στο σπίτι με τα μάτια μου γεμάτα δάκρυα, και οι γονείς μου προσεύχονταν μαζί μου για να πάρω θάρρος και να αντισταθώ στις επιθέσεις του εχθρού την επόμενη φορά. Πάνω από μία φορά, φοβήθηκα να κάνω το καλό, αλλά ο Ιεχωβά ποτέ δεν με εγκατέλειψε.
Μια μέρα ήρθε η Γκεστάπο και ερεύνησε το σπίτι μας. «Είσαι Μάρτυρας του Ιεχωβά;» ρώτησε ένας πράκτορας της Γκεστάπο τη μητέρα. Είναι σαν να τη βλέπω ακόμα να ακουμπάει στον παραστάτη της πόρτας και να λέει σταθερά: «Ναι»—αν και γνώριζε πως αυτό σήμαινε ότι τελικά θα την συνελάμβαναν.
Δύο εβδομάδες αργότερα η μητέρα φρόντιζε τη Ρενάτε, η οποία δεν ήταν ούτε ενός έτους, όταν ήρθε η Γκεστάπο για να τη συλλάβει. Η μητέρα διαμαρτυρήθηκε: «Μα απλώς ταΐζω το παιδί μου!» Ωστόσο, η γυναίκα που είχε έρθει μαζί με τον αστυνομικό πήρε το μωρό από την αγκαλιά της και διέταξε: «Ετοιμάσου! Πρέπει να φύγεις». Ασφαλώς, αυτό δεν ήταν εύκολο για τη μητέρα.
Επειδή ο πατέρας δεν είχε συλληφθεί ακόμα, η μικρή μου αδελφή και εγώ παραμείναμε στη φροντίδα του. Ένα πρωινό, περίπου δύο εβδομάδες αφότου πήραν τη μητέρα, αγκάλιασα τον πατέρα σφιχτά προτού φύγω για το σχολείο. Εκείνη την ημέρα τον συνέλαβαν επειδή αρνήθηκε να επιστρέψει και να υπηρετήσει στο στρατό. Έτσι, όταν γύρισα στο σπίτι εκείνο το απόγευμα είχε φύγει, και δεν τον ξαναείδα ποτέ.
Οι παππούδες μου και άλλοι συγγενείς μας—οι οποίοι εναντιώνονταν στους Μάρτυρες του Ιεχωβά και μερικοί μάλιστα ήταν μέλη του ναζιστικού κόμματος—πήραν την επιμέλεια της μικρής μου αδελφής και τη δική μου. Δεν μου επέτρεπαν να διαβάζω την Αγία Γραφή. Αλλά αφού πήρα κρυφά μία από κάποια γειτόνισσα, τη διάβαζα. Επίσης γονάτιζα μπροστά στο κρεβάτι της αδελφούλας μου και προσευχόμουν.
Στο μεταξύ, η αδελφή μου η Ελφρίντε είχε υπομείνει δοκιμασίες της πίστης της. Αρνήθηκε να συνεχίσει να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο της Δρέσδης το οποίο κατασκεύαζε πυρομαχικά, αλλά κατάφερε να βρει μια εργασία που περιλάμβανε το να φροντίζει πάρκα και κήπους στο Μάισεν. Όταν πήγαινε στο γραφείο να πληρωθεί, αρνούνταν να χρησιμοποιήσει το χαιρετισμό «Χάιλ Χίτλερ!». Αργότερα, τη συνέλαβαν και τη φυλάκισαν.
Το τραγικό ήταν ότι η Ελφρίντε αρρώστησε με διφθερίτιδα και οστρακιά και πέθανε λίγες εβδομάδες μετά τη φυλάκισή της. Ήταν μόνο 21 ετών. Σε ένα από τα τελευταία της γράμματα, παρέθετε το εδάφιο Λουκάς 17:10: «Αφού κάνετε όλα όσα σας έχουν ανατεθεί, να λέτε: “Άχρηστοι δούλοι είμαστε. Κάναμε αυτό που οφείλαμε να κάνουμε”». Η οσιότητά της στον Θεό αποτελούσε πάντοτε ενισχυτική βοήθεια για εμένα.—Κολοσσαείς 4:11.
Η Δοκιμασία του Πατέρα
Όταν ο πατέρας ήταν στη φυλακή, ο παππούς μου—ο πατέρας της μητέρας μου—τον επισκέφτηκε και προσπάθησε να τον κάνει να αλλάξει γνώμη. Οδήγησαν τον πατέρα μπροστά του δεμένο χειροπόδαρα με αλυσίδες. Ο πατέρας απέρριψε σταθερά την πρόταση να υπηρετήσει στο στρατό για χάρη των παιδιών του. Ένας από τους δεσμοφύλακες είπε στον παππού: «Ακόμα και αν αυτός ο άντρας είχε δέκα παιδιά, δεν θα ενεργούσε διαφορετικά».
Ο παππούς γύρισε στο σπίτι φοβερά θυμωμένος. «Τον εγκληματία!» ούρλιαξε. «Τον άχρηστο! Πώς μπορεί να εγκαταλείπει τα ίδια του τα παιδιά;» Αν και ο παππούς ήταν αναστατωμένος, χάρηκα μαθαίνοντας ότι ο πατέρας παρέμενε σταθερός.
Τελικά, ο πατέρας καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστηκε. Έπειτα από λίγο καιρό, έλαβα εκείνο το τελευταίο του γράμμα. Επειδή δεν ήξερε πού είχαν φυλακίσει τη μητέρα, έγραψε σε εμένα. Ανέβηκα στο δωμάτιό μου, στη σοφίτα, και διάβασα εκείνα τα αρχικά λόγια που αναφέρονται στην εισαγωγή αυτού του άρθρου. Στενοχωρήθηκα και έκλαψα, αλλά ήμουν χαρούμενος επειδή ήξερα ότι είχε παραμείνει πιστός στον Ιεχωβά.
Η Λύπη της Μητέρας
Τη μητέρα την είχαν μεταφέρει σε μια φυλακή στη νότια Γερμανία μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή της. Κάποια μέρα ένας φύλακας ήρθε στο κελί της και της είπε φιλικά να παραμείνει καθιστή. Αλλά η μητέρα σηκώθηκε και είπε: «Ξέρω ότι σκότωσαν τον άντρα μου». Αργότερα, της έστειλαν τα ματωμένα ρούχα του, μια σιωπηρή μαρτυρία των βασανιστηρίων που είχε υποφέρει προτού πεθάνει.
Μια άλλη φορά κάλεσαν τη μητέρα στο γραφείο της φυλακής και της είπαν απότομα: «Η κόρη σου πέθανε στη φυλακή. Πώς θέλεις να ταφεί;» Η ανακοίνωση ήταν τόσο ξαφνική και απρόσμενη ώστε η μητέρα αρχικά δεν ήξερε τι να πει. Αλλά η ισχυρή πίστη της στον Ιεχωβά τη στήριξε.
Σε γενικές γραμμές οι συγγενείς μου φρόντιζαν καλά την αδελφή μου και εμένα. Μας συμπεριφέρονταν με μεγάλη καλοσύνη. Μάλιστα, ένας από αυτούς πλησίασε τους δασκάλους μου και τους ζήτησε να είναι υπομονετικοί μαζί μου. Έτσι, οι δάσκαλοι επίσης έγιναν πολύ φιλικοί και δεν με τιμωρούσαν όταν τους χαιρετούσα χωρίς να λέω «Χάιλ Χίτλερ!». Αλλά μου έδειχναν όλη αυτή την καλοσύνη με σκοπό να με κάνουν να αλλάξω τις πεποιθήσεις μου που βασίζονταν στην Αγία Γραφή. Και, δυστυχώς, το πέτυχαν σε κάποιο βαθμό.
Λίγους μόνο μήνες πριν από το τέλος του πολέμου, το Μάιο του 1945, παρακολούθησα με τη θέλησή μου κάποιες εκδηλώσεις της Ναζιστικής Νεολαίας. Έγραψα στη μητέρα σχετικά με αυτό, και εκείνη νόμιζε διαβάζοντας τα γράμματά μου ότι είχα εγκαταλείψει το στόχο μου να υπηρετώ τον Ιεχωβά. Αργότερα, μου είπε πως αυτά τα γράμματα την καταρράκωσαν περισσότερο από ό,τι τα νέα για το θάνατο του πατέρα και της Ελφρίντε.
Σύντομα έπειτα από αυτό, ο πόλεμος τέλειωσε, και η μητέρα επέστρεψε από τη φυλακή. Με τη βοήθειά της ανέκτησα την πνευματική μου ισορροπία.
Αρχίζω την Ολοχρόνια Διακονία
Στα τέλη του 1949, τέσσερα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ένας περιοδεύων επίσκοπος ανέλυσε το Γραφικό εδάφιο Μαλαχίας 3:10: «“Φέρτε όλα τα δέκατα στην αποθήκη, για να υπάρξει τροφή στον οίκο μου· και δοκιμάστε με, παρακαλώ, από αυτή την άποψη”, είπε ο Ιεχωβά των στρατευμάτων». Υποκινήθηκα να συμπληρώσω μια αίτηση για το ολοχρόνιο έργο κηρύγματος. Έτσι, την 1η Ιανουαρίου 1950, έγινα σκαπανέας, όπως ονομάζονται οι ολοχρόνιοι διάκονοι. Αργότερα, μετακόμισα στο Σπρέμπεργκ, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη για σκαπανείς.
Τον Αύγουστο εκείνου του έτους, έλαβα μια πρόσκληση για να υπηρετήσω στο γραφείο τμήματος των Μαρτύρων του Ιεχωβά στο Μαγδεμβούργο, στην Ανατολική Γερμανία. Ωστόσο, μόλις δύο μέρες μετά την άφιξή μου, στις 31 Αυγούστου, αστυνομικοί όρμησαν στις εγκαταστάσεις μας, με τον ισχυρισμό ότι εκεί κρύβονταν εγκληματίες. Οι περισσότεροι Μάρτυρες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή, αλλά εγώ κατάφερα να ξεφύγω και να πάω στο Δυτικό Βερολίνο, όπου η Εταιρία Σκοπιά είχε ένα γραφείο. Εκεί, αφηγήθηκα όσα είχαν συμβεί στο Μαγδεμβούργο. Τότε μου είπαν ότι πολλοί Μάρτυρες συλλαμβάνονταν σε όλη την Ανατολική Γερμανία. Μάλιστα, έμαθα ότι η αστυνομία με έψαχνε στο Σπρέμπεργκ!
Σύλληψη και Φυλάκιση
Διορίστηκα στο έργο σκαπανέα στο Ανατολικό Βερολίνο. Λίγους μήνες αργότερα, ενώ υπηρετούσα μεταφέροντας Βιβλικά έντυπα από το Δυτικό Βερολίνο στην Ανατολική Γερμανία, με συνέλαβαν και με πήγαν στην πόλη Κότμπους όπου πέρασα από δίκη και καταδικάστηκα σε 12 χρόνια φυλάκιση.
Μεταξύ άλλων με κατηγόρησαν ως πολεμοκάπηλο. Όταν δικαζόμουν, είπα στην απολογία μου: «Πώς είναι δυνατόν εγώ, ένας Μάρτυρας του Ιεχωβά, να καταδικαστώ ως πολεμοκάπηλος, τη στιγμή που ο πατέρας μου αρνήθηκε να συμμετάσχει στον πόλεμο επειδή ήταν Μάρτυρας του Ιεχωβά και γι’ αυτό αποκεφαλίστηκε;» Ασφαλώς, όμως, εκείνους τους ανθρώπους δεν τους ενδιέφερε η αλήθεια.
Σε ηλικία 19 ετών δεν ήταν εύκολο να σκεφτώ ότι θα έμενα στη φυλακή 12 χρόνια. Ωστόσο, γνώριζα ότι σε πολλούς άλλους είχαν επιβληθεί παρόμοιες ποινές. Ορισμένες φορές, οι αρχές χώριζαν τους Μάρτυρες· αλλά τότε συζητούσαμε τις Βιβλικές αλήθειες με άλλους φυλακισμένους, και μερικοί από αυτούς έγιναν Μάρτυρες.
Άλλες φορές, έβαζαν εμάς τους Μάρτυρες στην ίδια πτέρυγα κελιών. Τότε συγκεντρώναμε την προσοχή μας στο να μάθουμε καλύτερα την Αγία Γραφή μας. Μαθαίναμε ολόκληρα κεφάλαια της Αγίας Γραφής απέξω, και μάλιστα προσπαθούσαμε να απομνημονεύσουμε ολόκληρα βιβλία της Αγίας Γραφής. Θέταμε συγκεκριμένους στόχους για τον εαυτό μας όσον αφορά το τι θα κάναμε και το τι θα μαθαίναμε κάθε μέρα. Μερικές φορές ήμασταν τόσο απασχολημένοι ώστε λέγαμε ο ένας στον άλλον: «Δεν έχουμε χρόνο», αν και περνούσαμε όλη τη μέρα στα κελιά μας χωρίς να μας έχει ανατεθεί κάποια εργασία!
Οι ανακρίσεις από τη μυστική αστυνομία μερικές φορές ήταν εξοντωτικές. Μπορούσαν να συνεχίζονται μέρα νύχτα, σε συνδυασμό με όλων των ειδών τις απειλές. Κάποια φορά, κουράστηκα και απογοητεύτηκα τρομερά, σε σημείο που δυσκολευόμουν ακόμα και να προσευχηθώ. Έπειτα από δύο ή τρεις μέρες, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, έβγαλα από τον τοίχο του κελιού μου ένα κομμάτι χαρτόνι που είχε γραμμένους τους κανόνες της φυλακής. Όταν το γύρισα από την άλλη πλευρά, είδα ότι υπήρχε γραμμένο κάτι. Κρατώντας το κοντά στο λιγοστό φως που υπήρχε, είδα τα εξής λόγια: «Μη φοβάσαι για τη βλάβη», και «Τους πιστούς μου θα φυλάξω σαν την κόρη του ματιού». Αυτά αποτελούν τώρα μέρος του ύμνου 27 στο υμνολόγιο των Μαρτύρων του Ιεχωβά!
Προφανώς, ένας άλλος αδελφός που ήταν σε παρόμοια κατάσταση είχε βρεθεί σε αυτό το κελί και ο Ιεχωβά Θεός τον είχε ενισχύσει. Αμέσως ανέκτησα πνευματική δύναμη και ευχαρίστησα τον Ιεχωβά για αυτή την ενθάρρυνση. Δεν θέλω ποτέ να ξεχάσω αυτό το μάθημα, επειδή με δίδαξε ότι, μολονότι δεν μπορώ να τα καταφέρνω με τη δική μου δύναμη, τίποτα δεν είναι αδύνατον αν υπάρχει η βοήθεια του Ιεχωβά Θεού.
Η μητέρα είχε τότε μετακομίσει στη Δυτική Γερμανία, έτσι δεν είχε καμιά επαφή μαζί μου εκείνον τον καιρό. Ωστόσο, υπήρχε η Χάνα, με την οποία είχαμε μεγαλώσει στην ίδια εκκλησία και η οποία ήταν πολύ δεμένη με την οικογένειά μας. Με επισκεπτόταν όλα αυτά τα χρόνια που ήμουν στη φυλακή και επίσης μου έγραφε ενθαρρυντικά γράμματα και μου έστελνε πολύτιμα δέματα με τρόφιμα. Την παντρεύτηκα όταν αποφυλακίστηκα το 1957, αφού εξέτισα 6 από τα 12 χρόνια της ποινής μου.
Η αγαπημένη μου σύζυγος, η Χάνα, έχει υπηρετήσει πιστά στο πλευρό μου στους διάφορους διορισμούς μας, παρέχοντάς μου πάντοτε μεγάλη υποστήριξη. Μόνο ο Ιεχωβά Θεός μπορεί να της ανταποδώσει τα όσα έχει κάνει για εμένα όσον καιρό βρισκόμαστε μαζί στην ολοχρόνια υπηρεσία.
Διακονία Μετά τη Φυλακή
Η Χάνα και εγώ αρχίσαμε μαζί την ολοχρόνια διακονία στο γραφείο που είχε τότε η Εταιρία Σκοπιά στο Δυτικό Βερολίνο. Εκεί διορίστηκα να ασχολούμαι με οικοδομικές εργασίες ως ξυλουργός. Αργότερα, αρχίσαμε να κάνουμε σκαπανικό μαζί στο Δυτικό Βερολίνο.
Ο Βίλι Πολ, ο οποίος είχε τότε την επίβλεψη του έργου μας στο Δυτικό Βερολίνο, με ενθάρρυνε να συνεχίσω να μαθαίνω αγγλικά. «Δεν έχω χρόνο», του απαντούσα. Ωστόσο, πόσο ευτυχισμένος είμαι που συνέχισα υπάκουα να μαθαίνω αγγλικά! Ως αποτέλεσμα, το 1962, με προσκάλεσαν να παρακολουθήσω τη δεκάμηνη σειρά μαθημάτων της 37ης τάξης της Σχολής Γαλαάδ, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Μετά την επιστροφή μου στη Γερμανία, στις 2 Δεκεμβρίου 1962, η Χάνα και εγώ υπηρετήσαμε 16 χρόνια στο έργο περιοδεύοντα επισκόπου, επισκεπτόμενοι εκκλησίες σε όλη τη Γερμανία. Κατόπιν, το 1978, μας προσκάλεσαν να υπηρετήσουμε στο γραφείο τμήματος στο Βισμπάντεν. Όταν οι εργασίες που γίνονταν στο τμήμα μεταφέρθηκαν σε καινούριες μεγαλύτερες εγκαταστάσεις στο Ζέλτερς στα μέσα της δεκαετίας του 1980, υπηρετήσαμε σε αυτές τις υπέροχες εγκαταστάσεις μερικά χρόνια.
Ένα Πολύτιμο Προνόμιο Υπηρεσίας
Το 1989 συνέβη κάτι εντελώς αναπάντεχο—έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης άρχισαν να απολαμβάνουν ελευθερία λατρείας. Το 1992, προσκάλεσαν τη Χάνα και εμένα στη Λβιφ της Ουκρανίας για να βοηθήσουμε λόγω της ταχείας αύξησης του αριθμού των διαγγελέων της Βασιλείας σε εκείνη την περιοχή.
Τον επόμενο χρόνο, μας ζητήθηκε να πάμε στη Ρωσία για να βοηθήσουμε στην οργάνωση του έργου της Βασιλείας εκεί. Στο Σόλνετσνόγιε, ένα χωριό περίπου 40 χιλιόμετρα έξω από την Αγία Πετρούπολη, ιδρύθηκε τότε ένα γραφείο προκειμένου να φροντίζει για το έργο κηρύγματος σε όλη τη Ρωσία και στις περισσότερες από τις άλλες δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Όταν φτάσαμε, είχαν ήδη αρχίσει να οικοδομούνται κτίρια κατοικιών καθώς και ένα μεγάλο συγκρότημα γραφείων και χώρων αποθήκευσης.
Η χαρά μας ήταν απερίγραπτη όταν έγινε η αφιέρωση των νέων μας εγκαταστάσεων τμήματος στις 21 Ιουνίου 1997. Συνολικά 1.492 άτομα από 42 χώρες συγκεντρώθηκαν στο Σόλνετσνόγιε για το ειδικό πρόγραμμα. Την επομένη, ένα πλήθος 8.400 και πλέον ατόμων συγκεντρώθηκε στο Στάδιο Πετρόβσκι της Αγίας Πετρούπολης για να ακούσει την ανασκόπηση του προγράμματος αφιέρωσης καθώς και ενθαρρυντικές εκθέσεις που αφηγήθηκαν επισκέπτες από άλλες χώρες.
Τι θαυμάσιες αυξήσεις απολαμβάνουμε στις 15 δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης! Το 1946, περίπου 4.800 διαγγελείς της Βασιλείας κήρυτταν σε αυτή την περιοχή. Σχεδόν 40 χρόνια αργότερα, το 1985, ο αριθμός είχε αυξηθεί σε 26.905 άτομα. Σήμερα, υπάρχουν πάνω από 125.000 διαγγελείς της Βασιλείας σε δέκα δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης για τις οποίες φροντίζει το γραφείο τμήματός μας εδώ στο Σόλνετσνόγιε, και πάνω από 100.000 κηρύττουν στις άλλες πέντε πρώην σοβιετικές δημοκρατίες! Πόσο ενθουσιαστήκαμε όταν μάθαμε ότι στις 15 πρώην σοβιετικές δημοκρατίες πάνω από 600.000 άτομα παρακολούθησαν την Ανάμνηση του θανάτου του Χριστού τον περασμένο Απρίλιο!
Γεμίζω θαυμασμό όταν βλέπω με πόσο μεγαλειώδη τρόπο έχει κατευθύνει ο Ιεχωβά Θεός τη συγκέντρωση και την οργάνωση του λαού του σε αυτές τις «τελευταίες ημέρες». (2 Τιμόθεο 3:1) Όπως λέει και ο Βιβλικός ψαλμωδός, ο Ιεχωβά δίνει στους υπηρέτες του ενόραση, τους διδάσκει την οδό στην οποία πρέπει να πηγαίνουν και δίνει συμβουλή έχοντας το μάτι του στραμμένο πάνω τους. (Ψαλμός 32:8) Θεωρώ προνόμιο το γεγονός ότι ανήκω στη διεθνή οργάνωση του λαού του Ιεχωβά!
[Εικόνα στη σελίδα 13]
Με τις δύο αδελφές μου το 1943
[Εικόνα στη σελίδα 14]
Ο πατέρας αποκεφαλίστηκε
[Εικόνα στη σελίδα 14]
Η μητέρα με βοήθησε να ανακτήσω την πνευματική μου ισορροπία
[Εικόνα στη σελίδα 15]
Με τη σύζυγό μου Χάνα
[Εικόνα στη σελίδα 16]
Στη διάρκεια της ομιλίας αφιέρωσης στην Αίθουσα Βασιλείας στο τμήμα της Ρωσίας
[Εικόνες στη σελίδα 17]
Η αυλή και τα παράθυρα της τραπεζαρίας στο νέο μας τμήμα στη Ρωσία