Το Παιδί του Βάτραχου
«Το παιδί του βάτραχου είναι βάτραχος».
Αυτή η ιαπωνική παροιμία σημαίνει ότι όταν το παιδί μεγαλώσει θα μοιάζει στους γονείς του. Η μητέρα μου ήταν γκέισα.
ΜΕΓΑΛΩΣΑ σε ένα σπίτι με γκέισες το οποίο διηύθυνε η μητέρα μου. Έτσι, από τότε που ήμουν μικρή, περιβαλλόμουν από όμορφες κυρίες οι οποίες φορούσαν πανάκριβα κιμονό. Ήξερα ότι, όταν μεγάλωνα, θα έμπαινα και εγώ στον κόσμο τους. Η εκπαίδευσή μου άρχισε το 1928, την έκτη μέρα του έκτου μήνα όταν ήμουν έξι ετών. Έλεγαν ότι ο αριθμός 666 αποτελούσε εγγύηση για επιτυχία.
Σπούδασα ιαπωνικές παραδοσιακές τέχνες—δηλαδή έμαθα χορό, τραγούδι, να παίζω μουσικά όργανα, να εκτελώ την τελετουργία του τσαγιού, κτλ. Κάθε μέρα ύστερα από το σχολείο, γύριζα τρέχοντας στο σπίτι, άλλαζα και πήγαινα στα μαθήματά μου. Εκεί έβρισκα πάλι τις φίλες μου από το σχολείο, επειδή οι μητέρες όλων μας ήταν γκέισες. Ήταν ένας καιρός γεμάτος δραστηριότητα, και μου άρεσε.
Εκείνη την εποχή, πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση τελείωνε στην ηλικία των 12 ετών, και έτσι τότε άρχισα να εργάζομαι. Ως πρωτόπειρη γκέισα, ντυνόμουν με υπέροχα κιμονό των οποίων τα μανίκια κρέμονταν σχεδόν μέχρι τους αστραγάλους μου. Ένιωθα ενθουσιασμένη καθώς πήγαινα στον πρώτο μου διορισμό.
Η Εργασία μου ως Γκέισα
Η εργασία μου βασικά περιλάμβανε το να ψυχαγωγώ άλλους και να φέρομαι ως οικοδέσποινα. Όταν πλούσιοι άντρες σχεδίαζαν ένα επίσημο γεύμα σε ειδικά εστιατόρια, τηλεφωνούσαν σε κάποιο σπίτι με γκέισες και ζητούσαν τις υπηρεσίες μερικών από αυτές. Η γκέισα έπρεπε να ζωντανεύει τη βραδιά και να εξασφαλίζει ότι κάθε καλεσμένος θα επέστρεφε στο σπίτι του ικανοποιημένος, νιώθοντας πως είχε περάσει ωραία.
Για να το πετύχουμε αυτό, έπρεπε να διακρίνουμε τις ανάγκες των καλεσμένων και να τις ικανοποιούμε—ακόμα και προτού οι καλεσμένοι συνειδητοποιήσουν ότι είχαν αυτή την ανάγκη. Το πιο δύσκολο μέρος, νομίζω, ήταν ότι έπρεπε ανά πάσα στιγμή να είμαστε ευπροσάρμοστες. Αν οι καλεσμένοι ξαφνικά ήθελαν να δουν χορό, τότε χορεύαμε. Αν επιθυμούσαν μουσική, παίρναμε τα μουσικά μας όργανα και παίζαμε όποια μουσική επιθυμούσαν ή τραγουδούσαμε ό,τι είδος τραγουδιού μάς ζητούσαν.
Μια συνηθισμένη παρανόηση είναι ότι όλες οι γκέισες αποτελούν ακριβοπληρωμένες πόρνες πολυτελείας. Αυτό δεν αληθεύει. Αν και υπάρχουν γκέισες που κερδίζουν τα προς το ζην πουλώντας τον εαυτό τους, δεν είναι ανάγκη να ξεπέσει κάποια γκέισα τόσο χαμηλά. Το γνωρίζω αυτό επειδή ποτέ δεν το έκανα. Η γκέισα ψυχαγωγεί τους άλλους, και αν είναι καλή, οι ικανότητές της τής φέρνουν εργασία, ακριβά δώρα και μεγάλα φιλοδωρήματα από τους πελάτες.
Είναι αλήθεια ότι λίγες είναι αρκετά καλές ώστε να φτάσουν στην κορυφή. Οι περισσότερες γκέισες γίνονται επαγγελματίες μόνο σε μία ιαπωνική παραδοσιακή τέχνη. Ωστόσο, εγώ είχα πάρει διπλώματα σε εφτά τέτοιες τέχνες· συγκεκριμένα, στον ιαπωνικό χορό, στην ανθοδετική, στην τελετουργία του τσαγιού, στο ιαπωνικό τύμπανο που είναι γνωστό ως ταϊκό και σε τρία είδη μουσικής που παίζονται με το τρίχορδο σαμιζέν. Χωρίς αυτά τα προσόντα για να κερδίζω τα προς το ζην, πιθανώς να ένιωθα αναγκασμένη να κάνω ό,τι μου ζητούσαν οι πελάτες.
Όταν η Ιαπωνία διένυε καιρούς οικονομικής αστάθειας, τα κορίτσια μερικές φορές διάλεγαν να γίνουν γκέισες για να συντηρούν την οικογένειά τους. Δανείζονταν χρήματα προκειμένου να πληρώνουν για την εκπαίδευση και για τα κιμονό τους. Άλλα κορίτσια τα πουλούσε η οικογένειά τους σε σπίτια με γκέισες. Οι ιδιοκτήτες τους, έχοντας πληρώσει μεγάλα χρηματικά ποσά, απαιτούσαν ανταπόδοση από τα κορίτσια. Οι γκέισες σε αυτές τις περιπτώσεις βρίσκονταν σε πολύ μειονεκτική θέση, εφόσον η εκπαίδευσή τους άρχιζε αργά και ξεκινούσαν καταχρεωμένες. Πολλές από αυτές τις γκέισες κατέφευγαν ή εξωθούνταν στην ανηθικότητα για να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.
Οι υπηρεσίες μου έγιναν περιζήτητες από διάσημους ανθρώπους στον κόσμο των σπορ, της διασκέδασης, των επιχειρήσεων και της πολιτικής. Υπουργοί και πρωθυπουργοί ήταν ανάμεσα στους πελάτες μου. Αυτοί οι άντρες μού φέρονταν με σεβασμό και με ευχαριστούσαν για την εργασία μου. Μολονότι δεν συμμετείχα στη γενική συζήτηση αν δεν με προσκαλούσαν, μερικές φορές ζητούσαν τη γνώμη μου. Γι’ αυτό, διάβαζα εφημερίδες και άκουγα ραδιόφωνο καθημερινά προκειμένου να είμαι ενημερωμένη για τις ειδήσεις. Οι συνεστιάσεις στις οποίες εργαζόμουν συχνά γίνονταν με σκοπό τις διαπραγματεύσεις, γι’ αυτό έπρεπε να είμαι διακριτική και να μη διαδίδω ό,τι άκουγα.
Ποια Είναι η Μητέρα Μου;
Κάποια μέρα το 1941, όταν ήμουν 19 ετών, με κάλεσαν σε ένα εστιατόριο και εκεί βρήκα δύο γυναίκες να με περιμένουν. Η μια από αυτές μου ανακοίνωσε ότι ήταν η φυσική μου μητέρα και ότι είχε έρθει για να με πάρει σπίτι. Η άλλη γυναίκα είχε στην υπηρεσία της γκέισες και μου πρόσφερε εργασία. Πίστευε ότι έπρεπε να εργάζομαι για να συντηρώ τη φυσική μου μητέρα και όχι τη θετή. Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό μου η σκέψη ότι η γυναίκα που με είχε αναθρέψει δεν ήταν η πραγματική μου μητέρα.
Αναστατωμένη, έτρεξα στο σπίτι και είπα στη θετή μου μητέρα ό,τι είχε συμβεί. Εκείνη έλεγχε πάντοτε τα συναισθήματά της, αλλά τώρα δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Μου είπε ότι ήθελε να είναι η ίδια εκείνη που κάποια μέρα θα μου έλεγε πως όταν ήμουν ενός έτους με είχαν δώσει σε ένα σπίτι με γκέισες. Όταν άκουσα την αλήθεια, έχασα εντελώς την εμπιστοσύνη μου στους ανθρώπους και κλείστηκα στον εαυτό μου και στη σιωπή.
Αρνήθηκα να δεχτώ τη φυσική μου μητέρα. Ήταν προφανές από τη σύντομη συνάντησή μας ότι γνώριζε την επιτυχία μου και ήθελε να εργάζομαι για να τη συντηρώ. Από το χώρο της επιχείρησης της φίλης της, γνώριζα ότι η δουλειά εκεί περιλάμβανε ανηθικότητα. Εγώ ήθελα να πουλάω τα καλλιτεχνικά μου ταλέντα, όχι το σώμα μου. Έτσι, τότε πίστευα, και πιστεύω ακόμα, ότι πήρα τη σωστή απόφαση.
Μολονότι ήμουν θυμωμένη με τη θετή μου μητέρα, έπρεπε να παραδεχτώ ότι με είχε εκπαιδεύσει έτσι ώστε να μπορώ πάντοτε να κερδίζω τα προς το ζην. Όσο περισσότερο το σκεφτόμουν, τόσο περισσότερο ένιωθα υποχρεωμένη απέναντί της. Διάλεγε προσεκτικά και με συνέπεια το χώρο της εργασίας μου, προστατεύοντάς με από άντρες που ζητούσαν τις υπηρεσίες κάποιας γκέισας μόνο για ανήθικους σκοπούς. Μέχρι σήμερα, της είμαι ευγνώμων για αυτό.
Με δίδαξε αρχές. Μία που τόνιζε ιδιαίτερα ήταν ότι το ναι μου έπρεπε να σημαίνει ναι και το όχι μου, όχι. Επίσης με δίδαξε να αναλαμβάνω τις ευθύνες μου και να είμαι αυστηρή με τον εαυτό μου. Ακολουθώντας τις αρχές που δίδαξε, είχα επιτυχία στην εργασία μου. Αμφιβάλλω αν θα είχα λάβει τέτοια βοήθεια από τη φυσική μου μητέρα. Η υιοθεσία μου πιθανότατα με έσωσε από μια πολύ σκληρή ζωή, και μέσα μου ήμουν πολύ χαρούμενη που συνέβησαν έτσι τα πράγματα.
Ένας Γιος στα Μέσα του Πολέμου
Γέννησα ένα γιο το 1943. Σύμφωνα με τον παραδοσιακό ιαπωνικό πολιτισμό, ο οποίος δεν αναγνωρίζει την «αμαρτία», δεν πίστευα ότι είχα κάνει κάτι κακό ή επαίσχυντο. Ήμουν ενθουσιασμένη με το γιο μου. Ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχα—κάποιος για τον οποίο να ζω και να εργάζομαι.
Το 1945 οι βομβαρδισμοί ήταν πολύ έντονοι στο Τόκιο, και αναγκάστηκα να φύγω από την πόλη με το γιο μου. Υπήρχε ελάχιστη τροφή, και ο γιος μου ήταν πολύ άρρωστος. Οι άνθρωποι συνωστίζονταν στο σιδηροδρομικό σταθμό μέσα σε κλίμα γενικής σύγχυσης, αλλά με κάποιον τρόπο καταφέραμε να επιβιβαστούμε σε ένα τρένο που πήγαινε βόρεια προς το Φουκουσίμα. Διανυκτερεύσαμε εκεί σε κάποιο πανδοχείο, αλλά προτού μπορέσω να πάω το αγοράκι μου στο νοσοκομείο, πέθανε από υποσιτισμό και αφυδάτωση. Ήταν μόνο δύο ετών. Ένιωθα ράκος. Ο θερμαστής του πανδοχείου αποτέφρωσε το σώμα του γιου μου στη φωτιά με την οποία ζέσταινε το νερό για το μπάνιο.
Έπειτα από λίγο καιρό ο πόλεμος τελείωσε και επέστρεψα στο Τόκιο. Η πόλη είχε ισοπεδωθεί από τους βομβαρδισμούς. Το σπίτι μου και όλη η περιουσία μου είχαν χαθεί. Πήγα στο σπίτι κάποιας φίλης μου. Εκείνη μου δάνεισε τα κιμονό της και άρχισα ξανά να εργάζομαι. Η θετή μου μητέρα, η οποία είχε καταφύγει σε κάποιο μέρος έξω από το Τόκιο, απαίτησε να της στέλνω χρήματα και να της χτίσω ένα σπίτι στο Τόκιο. Αυτές οι απαιτήσεις με έκαναν να νιώθω πιο μόνη από ποτέ άλλοτε. Θρηνούσα ακόμα για το γιο μου και αποζητούσα παρηγοριά, ωστόσο εκείνη ποτέ δεν ανέφερε το παιδί μου. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν ο εαυτός της.
Οικογενειακά Καθήκοντα
Σύμφωνα με την παράδοση, ό,τι έχουμε το οφείλουμε στους γονείς μας και στους προγόνους μας, και είναι καθήκον των παιδιών να ξεπληρώσουν τους γονείς τους υπακούοντας πρόθυμα σε αυτούς και φροντίζοντάς τους μέχρι να πεθάνουν. Έτσι έκανα το καθήκον μου, αλλά οι απαιτήσεις της θετής μου μητέρας ήταν υπερβολικές. Περίμενε επίσης να συντηρώ τα δύο παιδιά του αδελφού της τα οποία είχε υιοθετήσει. Μέχρι τα 19 μου χρόνια, πίστευα ότι αυτά ήταν ο αδελφός και η αδελφή μου.
Πολλές γκέισες δεν παντρεύτηκαν ποτέ και απέφευγαν να αποκτήσουν δικά τους παιδιά. Συνήθως υιοθετούσαν κοριτσάκια βρεφικής ηλικίας από φτωχές οικογένειες και τα εκπαίδευαν ως γκέισες, με μόνο σκοπό να έχουν οικονομική υποστήριξη ώστε να απολαμβάνουν μια άνετη ζωή στα γηρατειά τους. Δυστυχώς, άρχισα να καταλαβαίνω ποιος ήταν ο σκοπός όλης της φροντίδας και της εκπαίδευσης που είχα λάβει. Ήταν απλώς οικονομική εξασφάλιση για το μέλλον.
Τα δέχτηκα όλα αυτά, αν και αναρωτιόμουν γιατί, εκτός από τη θετή μου μητέρα, έπρεπε να συντηρώ τον «αδελφό» και την «αδελφή» μου, οι οποίοι ήταν και οι δύο υγιείς και ικανοί να εργαστούν. Παρ’ όλα αυτά, τους συντηρούσα και τους τρεις, κάνοντας ό,τι μου ζητούσαν. Τελικά, μια μέρα πριν πεθάνει, το 1954, η μητέρα μου γονάτισε στο κρεβάτι της, υποκλίθηκε και με ευχαρίστησε επίσημα. Είπε ότι είχα κάνει αρκετά. Αυτή η μοναδική αναγνώριση και έκφραση ευχαριστιών με αποζημίωσε για όλα τα χρόνια της εργασίας μου. Η ικανοποίηση που νιώθω γνωρίζοντας πως είχα εκπληρώσει όλες μου τις ευθύνες μού φέρνει ακόμα δάκρυα στα μάτια.
Προνοώ για την Κόρη Μου
Το 1947, έγινα μητέρα ενός κοριτσιού, και αποφάσισα να εργαστώ σκληρά ώστε να συγκεντρώσω πλούτη για αυτό. Εργαζόμουν κάθε βράδυ. Άρχισα επίσης να παίζω στα μεγαλύτερα θέατρα της Ιαπωνίας, όπως είναι το Καμπούκι-ζα στη Ζίνζα. Αυτό μου απέφερε πολλά κέρδη.
Είτε χόρευα είτε έπαιζα το σαμιζέν, πάντοτε μου έδιναν τους πρώτους ρόλους. Εντούτοις, παρά το ότι είχα τέτοια επιτυχία την οποία άλλες γκέισες είχαν δει μόνο στο όνειρό τους, δεν ήμουν ευτυχισμένη. Ίσως να μην ένιωθα τόση μοναξιά αν είχα παντρευτεί, αλλά η ζωή της γκέισας και ο γάμος δεν συμβιβάζονται. Η μόνη μου παρηγοριά ήταν η Άικο, το κοριτσάκι μου, και αυτή έγινε το επίκεντρο της ζωής μου.
Φυσιολογικά, οι γκέισες εκπαιδεύουν τις κόρες τους, είτε φυσικές είτε υιοθετημένες, για να κάνουν την ίδια εργασία. Ακολούθησα αυτό το έθιμο, αλλά αργότερα άρχισα να σκέφτομαι τι είδους ζωή της ετοίμαζα. Αν συνέχιζα, αυτό θα σήμαινε ότι η μια γενιά μετά την άλλη δεν θα γνώριζε ποτέ τι σημαίνει να έχει κάποιος πραγματική οικογένεια. Ήθελα να σπάσω αυτή την αλυσίδα. Ήθελα η Άικο και, κατ’ επέκταση, τα παιδιά της να απολαύσουν το γάμο και μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή. Δεν ήθελα το παιδί αυτού του βάτραχου να γίνει βάτραχος!
Όταν η Άικο μπήκε στην εφηβεία, έγινε ανεξέλεγκτη. Οι μοναδικές φίλες της Άικο στο σπίτι, από τότε που είχε πεθάνει η θετή μου μητέρα λίγα χρόνια προηγουμένως, ήταν οι υπηρέτριες τις οποίες είχα προσλάβει. Χρειαζόταν απεγνωσμένα το χρόνο μου και την προσοχή μου. Έτσι, αν και ήμουν γύρω στα 35 και στο απόγειο της καριέρας μου, αποφάσισα να αφήσω το επάγγελμα της γκέισας και δεχόμουν μόνο να εργάζομαι ως χορεύτρια και να παίζω το σαμιζέν. Σταμάτησα για χάρη της Άικο. Αρχίσαμε να τρώμε μαζί τα βράδια, και σχεδόν αμέσως ηρέμησε. Το γεγονός ότι της αφιέρωνα το χρόνο μου έκανε θαύματα.
Με τον καιρό μετακομίσαμε σε μια ήσυχη συνοικία όπου άνοιξα ένα μικρό εστιατόριο. Η Άικο μεγάλωσε, και ησύχασα όταν παντρεύτηκε τον Κιμιχίρο, έναν ευγενικό άντρα ο οποίος έδειξε κατανόηση για την προηγούμενη ζωή μου.
Εγείρεται το Ζήτημα της Θρησκείας
Το 1968, η Άικο γέννησε το πρώτο μου εγγόνι. Λίγο αργότερα άρχισε να μελετάει την Αγία Γραφή με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά. Αυτό με εξέπληξε επειδή είχαμε ήδη κάποια θρησκεία. Είχα τοποθετήσει ένα μεγάλο Βουδιστικό βωμό στο σπίτι μας έπειτα από το θάνατο της μητέρας—της θετής μου μητέρας—και γονάτιζα τακτικά μπροστά του αποδίδοντας λατρεία σε εκείνη. Επίσης, επισκεπτόμουν τον οικογενειακό τάφο κάθε μήνα για να της αναφέρω όλα όσα είχαν συμβεί.
Η λατρεία των προγόνων με ικανοποιούσε. Ένιωθα ότι έκανα το σωστό φροντίζοντας τους προγόνους μου και δείχνοντάς τους την ευγνωμοσύνη μου, και έμαθα την Άικο να κάνει το ίδιο. Έτσι, τρομοκρατήθηκα όταν η Άικο μου είπε ότι δεν θα συμμετείχε πλέον στη λατρεία των προγόνων ούτε θα με λάτρευε όταν θα πέθαινα. ‘Μα πώς είναι δυνατόν’, αναρωτήθηκα, ‘να ανέθρεψα ένα τέτοιο παιδί, και πώς είναι δυνατόν να προσχωρήσει σε μια θρησκεία που διδάσκει τους ανθρώπους να είναι τόσο αγνώμονες απέναντι στους προπάτορές τους;’ Τα επόμενα τρία χρόνια, ένιωθα να με τυλίγει ένα μαύρο σύννεφο.
Ένα σημείο στροφής παρουσιάστηκε όταν η Άικο βαφτίστηκε ως Μάρτυρας του Ιεχωβά. Μια Μάρτυρας, φίλη της Άικο, απορώντας για το ότι δεν παρευρέθηκα στο βάφτισμα της κόρης μου, είπε στην Άικο ότι θα με επισκεπτόταν. Ήμουν οργισμένη, αλλά, απλώς και μόνο επειδή οι καλοί τρόποι ήταν βαθιά ριζωμένοι μέσα μου, την καλωσόρισα όταν ήρθε. Για τον ίδιο λόγο, δεν μπόρεσα να αρνηθώ όταν είπε ότι θα επέστρεφε την επόμενη εβδομάδα. Αυτές οι επισκέψεις συνεχίζονταν επί εβδομάδες, εξοργίζοντάς με τόσο πολύ ώστε αρχικά δεν μάθαινα τίποτα από όσα έλεγε. Σταδιακά, όμως, οι συζητήσεις με έβαλαν σε σκέψεις.
Άρχισα να θυμάμαι πράγματα που συνήθιζε να λέει η μητέρα. Αν και ήθελε να τη λατρεύουν μετά το θάνατό της, δεν ήταν πεπεισμένη για τη μετά θάνατο ζωή. Αυτό που θέλουν περισσότερο οι γονείς από τα παιδιά τους, έλεγε, είναι να τους φέρονται με καλοσύνη και να συζητάνε εγκάρδια μαζί τους όταν είναι ακόμα ζωντανοί. Μόλις διάβασα κάποια εδάφια, όπως τα εδάφια Εκκλησιαστής 9:5, 10 και Εφεσίους 6:1, 2, και είδα ότι η Αγία Γραφή ενθαρρύνει το ίδιο πράγμα, ένιωσα σαν να άνοιξαν τα μάτια μου. Άλλα πράγματα που με είχε διδάξει η μητέρα υπήρχαν επίσης στην Αγία Γραφή, όπως το ότι το ναι μου θα έπρεπε να σημαίνει ναι και το όχι μου, όχι. (Ματθαίος 5:37) Επειδή αναρωτιόμουν τι άλλο δίδασκε η Αγία Γραφή, συμφώνησα να κάνω μια τακτική Γραφική μελέτη.
Η θλίψη και η αναστάτωση που ένιωθα στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου χάνονταν σιγά σιγά καθώς προόδευα στην απόκτηση Βιβλικής γνώσης. Όταν άρχισα να παρακολουθώ τις συναθροίσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά, εντυπωσιάστηκα βαθιά. Εδώ υπήρχε ένας διαφορετικός κόσμος. Οι άνθρωποι ήταν ειλικρινείς, καλοσυνάτοι και φιλικοί, και η καρδιά μου ανταποκρίθηκε. Ιδιαίτερα συγκινήθηκα όταν έμαθα για το έλεος του Ιεχωβά. Αυτός συγχωρεί στοργικά όλους τους μετανοημένους αμαρτωλούς. Ναι, αυτός θα συγχωρούσε όλα τα παλιά μου σφάλματα και θα με βοηθούσε να απολαύσω μια καινούρια ζωή!
Αλλαγές στη Ζωή Μου
Μολονότι ήθελα να υπηρετώ τον Ιεχωβά, είχα ισχυρούς δεσμούς με τον κόσμο της διασκέδασης. Είχα περάσει τα 50, αλλά εμφανιζόμουν ακόμα στο θέατρο. Ήμουν επίσης πρωταγωνίστρια, και μία από τους δύο οργανωτές των μουσικών που έπαιζαν το σαμιζέν όταν ο Ντανγιουρό Ιτσικάβα είχε ανεβάσει το έργο Σουκερόκου (Sukeroku) στο Καμπούκι-ζα. Εφόσον πολύ λίγα άτομα από εκείνα που παίζουν το σαμιζέν μπορούσαν να συνοδεύσουν το Σουκερόκου με τη μουσική υπόκρουση κατουμπούσι, δεν υπήρχε κανείς να με αντικαταστήσει αν παραιτούμουν. Έτσι, ένιωθα παγιδευμένη.
Εντούτοις, ένας ηλικιωμένος Μάρτυρας, ο οποίος είχε επίσης σχέση με κάποια παραδοσιακή μορφή ιαπωνικής διασκέδασης, με ρώτησε γιατί νόμιζα ότι έπρεπε να παραιτηθώ. «Οι άνθρωποι πρέπει να εργάζονται για να συντηρούνται», μου εξήγησε. Με βοήθησε να καταλάβω ότι δεν έκανα τίποτα αντιγραφικό και ότι μπορούσα να υπηρετώ τον Ιεχωβά και να συνεχίζω τις παραστάσεις μου.
Για λίγο καιρό συνέχισα να εργάζομαι στο Καμπούκι-ζα, το αρχαιότερο θέατρο της Ιαπωνίας. Κατόπιν, οι παραστάσεις άρχισαν να συμπίπτουν με τα βράδια των συναθροίσεων, έτσι ζήτησα να με αντικαθιστούν εκείνα τα βράδια. Σύντομα, ωστόσο, άλλαξαν οι ώρες των συναθροίσεών μας, και μπορούσα να συνδυάζω εργασία και συναθροίσεις. Για να φτάνω, όμως, στις συναθροίσεις στην ώρα μου, συνήθως έπρεπε αμέσως μετά το τέλος της παράστασης να μπαίνω βιαστικά στο ταξί που με περίμενε αντί να χαλαρώνω με τους άλλους ηθοποιούς όπως ήταν το έθιμο. Τελικά, αποφάσισα να παραιτηθώ.
Τότε είχαμε κάνει ήδη αρκετές πρόβες για μια εξάμηνη περιοδεία στις μεγαλύτερες πόλεις της Ιαπωνίας. Το να αναφέρω το ζήτημα της παραίτησης θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα. Έτσι, χωρίς να αναφέρω τις προθέσεις μου, άρχισα να εκπαιδεύω κάποια για να με αντικαταστήσει. Όταν τελείωσε η περιοδεία, εξήγησα σε όλους όσους περιλαμβάνονταν ότι είχα εκπληρώσει τις ευθύνες μου και ότι επρόκειτο να παραιτηθώ. Μερικοί θύμωσαν. Άλλοι με κατηγόρησαν ότι είμαι ματαιόδοξη και ότι εσκεμμένα τους δημιουργώ προβλήματα. Αυτός ο καιρός δεν ήταν καθόλου εύκολος για εμένα, αλλά έμεινα προσκολλημένη στην απόφασή μου και παραιτήθηκα έπειτα από 40 χρόνια ηθοποιίας. Από τότε, διδάσκω το σαμιζέν, και αυτό μου αποφέρει ένα μικρό εισόδημα.
Ζώντας Σύμφωνα με την Αφιέρωσή Μου
Λίγα χρόνια νωρίτερα, είχα αφιερώσει τη ζωή μου στον Ιεχωβά Θεό. Βαφτίστηκα στις 16 Αυγούστου 1980. Το αίσθημα που υπερισχύει τώρα στη ζωή μου είναι βαθιά ευγνωμοσύνη στον Ιεχωβά. Σκέφτομαι ότι μοιάζω κάπως σαν τη Σαμαρείτισσα που αναφέρεται στην Αγία Γραφή, στα εδάφια Ιωάννης 4:7-42. Ο Ιησούς της μίλησε με καλοσύνη, και εκείνη μετάνιωσε. Παρόμοια, ο Ιεχωβά, ο οποίος ‘βλέπει την καρδιά’, μου έδειξε με καλοσύνη το δρόμο και, χάρη στο έλεός του, μπόρεσα να αρχίσω μια καινούρια ζωή.—1 Σαμουήλ 16:7.
Το Μάρτιο του 1990, όταν ήμουν σχεδόν 68 χρονών, έγινα σκαπάνισσα, όπως λέγονται οι ολοχρόνιοι διάκονοι των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Η Άικο και τα τρία παιδιά της είναι επίσης σκαπανείς. Αυτά μεγαλώνοντας έμοιασαν στη μητέρα τους, σύμφωνα με την ιαπωνική παροιμία: «Το παιδί του βάτραχου είναι βάτραχος». Ο σύζυγος της Άικο είναι Χριστιανός πρεσβύτερος στην εκκλησία. Πόσο ευλογημένη είμαι που περιβάλλομαι από την οικογένειά μου η οποία βαδίζει όλη στην αλήθεια και που έχω στοργικούς πνευματικούς αδελφούς και αδελφές στην εκκλησία!
Αν και είμαι ευγνώμων στους προγόνους μου, οι μεγαλύτερες ευχαριστίες μου ανήκουν στον Ιεχωβά ο οποίος έχει κάνει περισσότερα για εμένα από οτιδήποτε θα μπορούσε να κάνει κάποιος άνθρωπος. Συγκεκριμένα, η ευγνωμοσύνη για το άφθονο έλεός του και την παρηγοριά του είναι αυτό που με παρακινεί να θέλω να τον αινώ για όλη την αιωνιότητα.—Όπως το αφηγήθηκε η Σαβάκο Τακαχάσι.
[Εικόνα στη σελίδα 19]
Εξασκούμαι, σε ηλικία οχτώ ετών
[Εικόνα στη σελίδα 20]
Με τη θετή μου μητέρα
[Εικόνα στη σελίδα 21]
Η κόρη μου ήταν το καμάρι της ζωής μου
[Εικόνα στη σελίδα 23]
Απέδιδα λατρεία στη μητέρα μου μπροστά σε αυτόν τον οικογενειακό βωμό
[Εικόνα στη σελίδα 24]
Με την κόρη μου, το σύζυγό της και τα εγγόνια μου