Τα Θύματα Αντιμέτωπα με τους Παραβάτες
ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ: Επιτροπή Θυμάτων που Πλήγηκαν από Άτομα που Οδηγούσαν σε Κατάσταση Μέθης, στην κομητεία του Τζένεσι, στα βόρεια της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Η σκηνή: Έξι άτομα, που τα ενώνει το πένθος, κρατούν φωτογραφίες των αγαπημένων τους και συμμετέχουν σε μια οδυνηρή προσπάθεια να ασκήσουν επίδραση πάνω σε παραβάτες που καταδικάστηκαν για οδήγηση σε κατάσταση μέθης.
Τα παρακάτω είναι αποσπάσματα από τις παρατηρήσεις τους, που το Ξύπνα! παρουσιάζει σε συνεπτυγμένη μορφή.
Τα Θύματα
Ένας πατέρας: «Αυτός είναι ο γιος μας, ο Έρικ. Ήταν εξαιρετικός γιος, γεμάτος χιούμορ, γεμάτος χαμόγελο. Τώρα εγώ είμαι ένας θλιμμένος πατέρας που πενθεί για το 17χρονο γιο του. Μέσα σε μια στιγμή, χάθηκαν τα όνειρά μας, οι ελπίδες μας για το μέλλον, η αγάπη μας—τα σκότωσε ένας μεθυσμένος οδηγός.
»Πηγαίνω με τη σύζυγό μου στο κοιμητήριο. Είναι το μόνο που μας έχει απομείνει να κάνουμε. Διαβάζουμε τα λόγια του Έρικ που είναι σκαλισμένα στην ταφόπετρα: ‘Η απουσία σας θα μου πονέσει την καρδιά, αλλά και χώρια ακόμη, ελπίζω να ’μαστε κοντά· κι αν όχι, θάν’ το δάκρυ μου πικρό, γιατί αντίο εγώ ποτέ δεν θέλησα να πω’. Ούτε κι εμείς θέλουμε να πούμε αντίο».
Μια νεαρή χήρα: «Αυτή είναι η οικογένειά μου. Ένας 22χρονος άντρας έφυγε από μια δεξίωση γάμου, επιμένοντας ότι δεν ένιωθε μεθυσμένος. Οδηγώντας το ημιφορτηγό του με μεγάλη ταχύτητα σ’ ένα σκοτεινό, άγνωστο δρόμο, πλησίασε μια προειδοποιητική πινακίδα και την αγνόησε, κι έπειτα πέρασε μια πινακίδα στοπ χωρίς να σταματήσει, και έπεσε πάνω μας. Το πρώτο που θυμάμαι έπειτα απ’ αυτό είναι ότι ξύπνησα με μια επώδυνη πίεση στο στήθος μου. Κάνοντας αγώνα για να ανοίξω τα μάτια μου, κατάφερα για λίγο να δω το σύζυγό μου που ήταν πεσμένος πάνω στο τιμόνι. Άκουσα το μωρό μου να κλαίει. Θυμάμαι ότι ρώτησα, ‘Τι συνέβη;’
»Κανένας δεν απάντησε. Ο σύζυγός μου, ο Μπιλ, 31 χρονών, ο μεγαλύτερός μου γιος, 6 χρονών, και οι δίδυμοι γιοι μου, 4 χρονών, ήταν νεκροί. Η μόνη ελπίδα που μου απέμενε ήταν το μικρό μου κοριτσάκι, εννέα μηνών, που χρειάστηκε να μπει στο νοσοκομείο με βαρύ εγκεφαλικό τραύμα.
»Ενώ ήμουν στο κρεβάτι του νοσοκομείου, ένα μελαγχολικό πρωινό μιας βροχερής Τετάρτης, έγινε η κηδεία του άντρα μου και των τριών αγοριών μου. Σκεφτόμουν τα τέσσερα φέρετρα, τα τέσσερα κομματιασμένα σώματα, τα τέσσερα πρόσωπα που ποτέ μου δεν θα τα έβλεπα, δεν θα τα άκουγα, δεν θα τα άγγιζα ξανά. Με τι κουράγιο να συνεχίσω;
»Η κορούλα μου κι εγώ αναγκαστήκαμε να αρχίσουμε μια καινούρια ζωή. Πούλησα το σπίτι μου, γιατί μου ήταν αδύνατον να ζω με τις αναμνήσεις. Μου είναι δύσκολο να δεχτώ το γεγονός ότι ο σύζυγός μου και τα τρία όμορφα αγόρια μου βρίσκονται στο νεκροταφείο. Όλη η φροντίδα, η ανησυχία, η αγάπη δεν στάθηκαν ικανές να τα προστατέψουν. Δεν γίνεται να εκφράσω με λόγια τον πόνο, την απελπισία και το κενό που νιώθω. Έζησαν τόσο λίγο.
»Το άτομο που πήρε τη ζωή της οικογένειάς μου δεν ήταν πωρωμένος εγκληματίας ούτε αλκοολικός ούτε κατ’ εξακολούθηση παραβάτης—ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος που βγήκε για να απολαύσει μια βραδιά κοινωνικής συναναστροφής. Πληρώνω αυτό το φριχτό τίμημα επειδή κάποιος αποφάσισε να πιει και μετά να οδηγήσει. Εύχομαι αυτό ποτέ να μη συμβεί σ’ εσάς ή σε κάποιο αγαπημένο σας πρόσωπο».
Μια μητέρα: «Την κόρη μου τη λένε Ρόντα Λιν. Θα αποφοιτούσε από το γυμνάσιο στις 21 Ιουνίου. Στις 10 Ιουνίου έκανε το τελευταίο της μάθημα για να πάρει άδεια οδήγησης. Εκείνη τη μέρα, δυο άτομα, έπειτα από γλέντι και πολύ πιοτό, πήραν την ανεύθυνη απόφαση να οδηγήσουν. Μέσα σε μια στιγμή, έκαναν τη μέρα εκείνη να είναι η τελευταία μέρα της ζωής της Ρόντα, καθώς και του δασκάλου οδήγησης και δυο συμμαθητριών της.
»Εκείνο το απόγευμα δέχτηκα ένα τηλεφώνημα που με πληροφορούσε ότι η Ρόντα είχε κάποιο δυστύχημα. Η μόνη μου σκέψη ήταν να βρεθώ κοντά της. Όταν έφτασα στο νοσοκομείο, μου είπαν να μην μπω μέσα να δω τη Ρόντα. Αλλά ήθελα να βεβαιωθώ. Επέμεινα να τραβήξουν το σεντόνι. Το πρόσωπό της ήταν πολύ πρησμένο και γεμάτο χαρακιές. Έμεινα να κοιτάζω τα όμορφά της μάτια και να αγγίζω το χέρι της, αλλά δεν μπορούσα να κάνω το συνθλιμμένο σώμα της καλά. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να στρώνω τα όμορφα μαλλιά της. Καμιά αντίδραση. Ήταν νεκρή.
»Είχα το θλιβερό καθήκον να πω στον πατέρα της και στα αδέλφια της ότι ήταν νεκρή. Τώρα οι μέρες μας δεν είναι πια οι ίδιες, εξαιτίας του φοβερού κενού. Ας μπορούσαμε μόνο να την αγκαλιάσουμε, να την κρατήσουμε στα χέρια μας άλλη μια φορά. Η ζωή ποτέ ξανά δεν θα είναι όπως πριν. Το μόνο που μας απέμεινε είναι οι αναμνήσεις».
Ένας Παραβάτης
Ένας νεαρός άντρας: «Η ιστορία μου είναι διαφορετική απ’ αυτές που ακούσατε μέχρι τώρα. Άρχισε πριν από 23 μήνες. Το θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Εκείνο το βράδυ, η φίλη μου έπαιρνε μέρος σε μια διοργάνωση πρωταθλήματος μπόουλινγκ, κι έτσι αποφάσισα να πιω μερικά ποτήρια καθώς την παρακολουθούσα να αγωνίζεται. Ήπια πέντε-έξι ποτήρια μπίρα στις επόμενες δυόμισι ώρες. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να ενεργήσω υπεύθυνα και να περιμένω μια ώρα πριν πάρω το αυτοκίνητό μου για να επιστρέψω στο σπίτι.
»Αφού είχαν περάσει περίπου 30 λεπτά από τότε που ξεκίνησα για το σπίτι, συνάντησα στο δρόμο ένα ασθενοφόρο, και στη μέση του δρόμου ήταν ένας άντρας που ρύθμιζε την κυκλοφορία. Όταν κατάφερα να τον διακρίνω ήταν ήδη πολύ αργά. Προσπάθησα να τον παρακάμψω και πάτησα φρένο. Την ώρα που το παρμπρίζ του αυτοκινήτου μου γινόταν κομμάτια, είπα μέσα μου: ‘Ας είναι κάποιο ελάφι ή σκύλος!’ Ήξερα όμως ότι δεν ήταν. Βγήκα από το αυτοκίνητο και πήγα από πάνω του φωνάζοντας, ‘Είσαι καλά; Είσαι καλά;’ Δεν μου απάντησε. Θυμάμαι που στεκόμουν από πάνω του και κοίταζα το πρόσωπό του. Ήταν όλα τόσο μακάβρια.
»Η πολιτειακή αστυνομία ήρθε και μου έκανε ερωτήσεις. Μετά είπαν: ‘Είσαι πολύ συνεργάσιμος, αλλά περπατάς με περίεργο τρόπο και μιλάς περίεργα. Μήπως έχεις πιει;’ Με πήγαν στο αστυνομικό τμήμα και μου έκαναν τεστ. Η ένδειξη ήταν 0,08 [ποσοστό αλκοόλ στο αίμα που στα περισσότερα μέρη των Ηνωμένων Πολιτειών θεωρείται παράνομο]. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συνέβαινε. Νόμιζα ότι ποτέ δεν θα συνέβαινε κάτι τέτοιο σ’ εμένα. Κι όμως, τώρα αντιμετώπιζα την κατηγορία ανθρωποκτονίας από βαριά αμέλεια λόγω οδήγησης με περιορισμένες ικανότητες.
»Σ’ ένα μόλις μήνα θα έπαιρνα το πτυχίο μου ως δάσκαλος. Σκεφτείτε πώς βλέπει η κοινωνία τους δασκάλους. Περιμένει απ’ αυτούς να είναι άψογοι από ηθική άποψη. Έκανα τόσες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση και τώρα έβλεπα ότι έχανα τα πάντα.
»Μου επιβλήθηκε περιορισμός ενός έτους, μου αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης για 19 μήνες, πλήρωσα πρόστιμο 250 δολάρια, πέρασα ένα σαββατοκύριακο στη φυλακή, πρόσφερα 600 ώρες κοινωνική υπηρεσία και πέρασα από ένα συμβουλευτικό σεμινάριο για το αλκοόλ που κράτησε εννιά εβδομάδες. Περισσότερο απ’ αυτά όμως, θυμάμαι τις νύχτες που ξυπνούσα τρέμοντας, με την εικόνα του προσώπου εκείνου του άντρα στο μυαλό μου. Και ήμουν αναγκασμένος να επιστρέψω και να αντικρίσω όλους τους φίλους μου και την οικογένειά μου. Η ζωή μου από εκεί κι έπειτα μου φαινόταν μεγάλος αγώνας. Δεν ήμουν σίγουρος ότι άξιζε τον κόπο. Ήμουν αναγκασμένος να επιστρέψω στην τάξη που δίδασκα και να αντικρίσω όλα εκείνα τα παιδιά. Μου ήταν αδύνατον να μη σκέφτομαι πόσα απ’ αυτά τα παιδιά ήξεραν τι είχα κάνει. Και ήμουν επίσης γεμάτος ενοχή και τύψεις απέναντι στην οικογένεια εκείνου του άντρα.
»Τη νύχτα του δυστυχήματος, χρειάστηκε να κάνω το δυσκολότερο πράγμα που έκανα ποτέ στη ζωή μου—να τηλεφωνήσω στη μητέρα μου και να της πω: ‘Μαμά, σκότωσα έναν άντρα σε δυστύχημα. Χρειάζομαι κάποιον να με φέρει στο σπίτι’. Όταν ήρθε, απλώς αγκαλιαστήκαμε και κλάψαμε. Ούτε στο χειρότερο εχθρό μου δεν θα ευχόμουν να περάσει αυτά που πέρασα εγώ. Πολλοί άνθρωποι πίνουν και κατόπιν οδηγούν—σ’ αυτό το πρόβλημα θέλω να βοηθήσω. Όταν φύγετε απ’ αυτήν εδώ τη συνάντηση, πάρτε μας μαζί σας, στη μνήμη σας. Μη μας ξεχάσετε ποτέ».
Η Επιτροπή Ολοκληρώνει
Η Πατρίσια Τζόνστον, συντονίστρια αυτής της επιτροπής θυμάτων, ολοκλήρωσε με την προσωπική της τραγική εμπειρία από τη μοιραία σύγκρουση που είχε ο αλκοολικός πατέρας της. Είπε: «Αν μπορούσα να βάλω σε μπουκάλι τη θλίψη που προξενεί το αλκοόλ και να την κάνω ‘ένα ποτηράκι για το δρόμο’, ποτέ ξανά δεν θα παρουσιαζόταν ανάγκη για άλλο πρόγραμμα σαν αυτό εδώ!»
Τελικά, ο εισηγητής της συζήτησης ρώτησε αν υπήρχαν ερωτήσεις. Δεν υποβλήθηκε καμιά. Πολλοί, όμως, είπαν με δάκρυα στα μάτια: «Ποτέ ξανά δεν πρόκειται να πιω και μετά να οδηγήσω».
Μόνο ο χρόνος θα δείξει τι αποτελέσματα θα έχουν τέτοιου είδους επιτροπές στη μείωση του αριθμού των παραβατών που συλλαμβάνονται και μετά επιστρέφουν στο δρόμο και οδηγούν μεθυσμένοι και πάλι. Αλλά αυτό που δίνει τρομακτικές διαστάσεις στο πρόβλημα είναι ο τεράστιος αριθμός, τα εκατομμύρια, αυτών που οδηγούν με περιορισμένες ικανότητες και δεν συλλαμβάνονται ποτέ.
Πρόσφατες εκθέσεις από τη Στατιστική Υπηρεσία Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης των Η.Π.Α. δείχνουν ότι, σ’ ένα από τα πρόσφατα χρόνια, συνελήφθηκαν σχεδόν δυο εκατομμύρια άτομα επειδή οδηγούσαν υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Αλλά οι στατιστικές έδειξαν επίσης ότι για κάθε σύλληψη οδηγού σε κατάσταση μέθης, μέχρι και 2.000 ακόμα οδηγοί μπορεί να διαφεύγουν σε περιοχές που δεν έχουν τεθεί υπό επιτήρηση, οδηγοί που αναμένεται να προξενήσουν δυστυχήματα.
Πώς δημιουργήθηκε το περιβάλλον που υποθάλπει τέτοιες θανατηφόρες και ανεύθυνες ενέργειες; Γιατί, ενώ ο πόλεμος εναντίον του συνδυασμού ποτού και οδήγησης συνεχίζεται δεν μπορεί να κερδηθεί; Ας εξετάσουμε μερικές απαντήσεις.
[Εικόνα στη σελίδα 7]
Αναπαράσταση της συνάντησης ενός παραβάτη με την επιτροπή θυμάτων