Η Αρχαία Ελλάδα, η Ιερουσαλήμ και η Τύρος
Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Ελληνική Επιρροή στην Ιερουσαλήμ
Η Ιερουσαλήμ, ενώ πριν βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της Μηδοπερσίας, το 332 π.Χ. ήρθε κάτω από τον έλεγχο της Ελλάδας, όταν επέλασε μέσα από τον Ιούδα ο Μέγας Αλέξανδρος. Οι Έλληνες ιστορικοί δεν αναφέρουν καθόλου αν μπήκε ο Αλέξανδρος στην Ιερουσαλήμ. Η πόλη όμως ήρθε πράγματι κάτω από την ελληνική κυριαρχία και είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι δεν την παρέκαμψε εντελώς ο Αλέξανδρος. Τον πρώτο π.Χ. αιώνα, ο Ιώσηπος κατέγραψε την Ιουδαϊκή παράδοση, ότι όταν ο Αλέξανδρος πλησίασε στην Ιερουσαλήμ συναντήθηκε με τον Ιουδαίο αρχιερέα, ο οποίος του έδειξε τις θεόπνευστες προφητείες που είχαν γραφτεί από τον Δανιήλ και προέλεγαν τις αστραπιαίες κατακτήσεις που θα έκανε η Ελλάδα. [Jewish Antiquities (Ιουδαϊκές Αρχαιότητες), XI, 326-338 (viii, 4, 5)· Δανιήλ 8:5-7, 20, 21] Όπως κι αν έχουν όμως τα πράγματα, φαίνεται πως η Ιερουσαλήμ επέζησε απ’ αυτή την αλλαγή εξουσίας, χωρίς να πάθει καμιά ζημιά.
Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, η Ιερουσαλήμ και η Ιουδαία ήρθαν κάτω από την κυριαρχία των Πτολεμαίων, οι οποίοι κυβερνούσαν από την Αίγυπτο. Το 198 π.Χ. ο Αντίοχος ο Μέγας που κυβερνούσε τη Συρία, αφού κατέλαβε την οχυρωμένη πόλη Σιδώνα, κατέκτησε την Ιερουσαλήμ κι έτσι ο Ιούδας ήρθε κάτω από την κυριαρχία της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών. (Παράβαλε Δανιήλ 11:16.) Η Ιερουσαλήμ παρέμεινε 30 χρόνια κάτω από τη διακυβέρνηση των Σελευκιδών. Κατόπιν το έτος 168 π.Χ., ο Σύριος Βασιλιάς Αντίοχος Δ΄ (ο Επιφανής), στην προσπάθειά του να εξελληνίσει εντελώς τους Ιουδαίους, αφιέρωσε το ναό της Ιερουσαλήμ στον Δία και μόλυνε το θυσιαστήριο με μια ακάθαρτη θυσία. (1 Μακκαβαίων 1:57, 62· 2 Μακκαβαίων 6:1, 2, 5) Αυτό οδήγησε στην επανάσταση των Μακκαβαίων (Ασμονέων). Μετά από τριετή αγώνα, ο Ιούδας ο Μακκαβαίος απέκτησε τον έλεγχο της πόλης και του ναού και αφιέρωσε ξανά το θυσιαστήριο του Ιεχωβά στην αληθινή λατρεία, τη μέρα της επετείου της βεβήλωσής του, στις 25 Χισλεύ του 165 π.Χ.—1 Μακκαβαίων 4:52-54· 2 Μακκαβαίων 10:5· παράβαλε Ιωάννης 10:22.
Ο Μέγας Αλέξανδρος και η Τύρος
Η σύγκρουση της Τύρου με τον Ναβουχοδονόσορ, αν και ήταν μεγάλη, δεν επρόκειτο να αποτελέσει το ολοκληρωτικό τέλος της Τύρου. Μια μεταγενέστερη προφητική διακήρυξη καταδείκνυε ότι, μολονότι η Τύρος θα οικοδομούσε ένα οχύρωμα και θα συσσώρευε ασήμι και χρυσάφι, ο Ιεχωβά ο ίδιος θα την κατέστρεφε ολοσχερώς.—Ζαχαρίας 9:3, 4.
Η προφητεία του Ζαχαρία εκπληρώθηκε σχεδόν 200 χρόνια μετά από τότε που ειπώθηκε. Το 332 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος διέσχισε με το στρατό του τη Μικρά Ασία και, καθώς επέλαυνε προς το νότο, καθυστέρησε αρκετά έτσι ώστε να στρέψει την προσοχή του στην Τύρο. Όταν η πόλη αρνήθηκε να ανοίξει τις πύλες της, ο Αλέξανδρος εξοργίστηκε και έβαλε το στρατό του να συγκεντρώσει τα ερείπια της ηπειρωτικής πόλης και να τα ρίξει στη θάλασσα κατασκευάζοντας έτσι ένα δρόμο προς τη νησιωτική πόλη, κι όλ’ αυτά εκπλήρωσαν προφητεία. (Ιεζεκιήλ 26:4) Ενώ οι ναυτικές του δυνάμεις κρατούσαν τα πλοία της Τύρου αποκλεισμένα στο λιμάνι τους, ο Αλέξανδρος άρχισε να κατασκευάζει τους πιο ψηλούς πολιορκητικούς πύργους που χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στους πολέμους της αρχαιότητας. Τελικά, μετά από εφτά μήνες, τα τείχη που είχαν ύψος 46 μέτρα παραβιάστηκαν. Εκτός από τους 8.000 στρατιώτες που σκοτώθηκαν στη μάχη, θανατώθηκαν σε αντίποινα 2.000 εξέχοντες ηγέτες και πουλήθηκαν σκλάβοι 30.000 κάτοικοι.