Μπορούν να Σωθούν τα Δάση;
«ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ τσεκουριές τσακίζουν και τις ψηλότερες βελανιδιές». Αυτά έγραψε ο Άγγλος συγγραφέας του 16ου αιώνα, Τζων Λίλυ. Προφητικά, πράγματι, λόγια για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου ο αριθμός των ασθενικών γερμανικών βελανιδιών συνεχίζει να αυξάνει. Βέβαια, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που τα δέντρα αρρωσταίνουν και πεθαίνουν. Κι όμως, τα δάση κατάφεραν να επιβιώσουν για αιώνες. Γιατί, λοιπόν, να ανησυχούμε;
Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι ασθένειες των δασών προσβάλλουν μόνο ένα συγκεκριμένο είδος. Αλλά αυτή τη φορά περιλαμβάνονται όλα τα σημαντικά είδη δέντρων που φυτρώνουν στην κεντρική Ευρώπη. Ποτέ πριν ο θάνατος του δάσους δεν εμφανίστηκε σε τόσα πολλά μέρη ταυτόχρονα, ποτέ πριν δεν εξαπλώθηκε με τέτοια ταχύτητα. Ποτέ πριν η έκταση της ζημιάς δεν είχε τόσο μεγάλες διαστάσεις, ποτέ πριν τα δέντρα δεν προσβλήθηκαν χωρίς διάκριση, ανεξάρτητα από το αν αναπτύσσονταν σε φτωχό ή πλούσιο, σε αλκαλικό ή όξινο έδαφος, σε χαμηλό ή ψηλό υψόμετρο.
Επιπλέον, στο παρελθόν οι αιτίες επισημαίνονταν εύκολα—μια ξηρασία, ένα επιβλαβές έντομο, ένας μύκητας. Ή, αν έφταιγε ο μολυσμένος αέρας από κάποια κοντινή βιομηχανία, τότε η συγκεκριμένη δηλητηριώδης ουσία που έφερνε την ευθύνη μπορούσε εύκολα να εντοπιστεί. Έτσι, όταν οι δασολογικές αρχές είδαν τα πρώτα συμπτώματα της ασθένειας προς το τέλος της δεκαετίας του 1970, το πρώτο πράγμα που υποπτεύθηκαν ήταν αυτές οι «φυσιολογικές» αιτίες. Αλλά μετά είδαν την αρρώστια να εξαπλώνεται και να αγκαλιάζει όλο και περισσότερα είδη: στην αρχή έλατα· κατόπιν ερυθρελάτες και πεύκα· μετά οξιές, βελανιδιές, σφενδάμια και φλαμουριές. Γεμάτοι ανησυχία παρατήρησαν έναν αυξανόμενο αριθμό από δέντρα που η ανάπτυξή τους είχε σταματήσει, δέντρα με ελαττωματικό σύστημα ριζών, δέντρα με φύλλα και βελόνες που άρχιζαν να κιτρινίζουν και να πέφτουν. Αυτά κι άλλα άγνωστα μέχρι τότε συμπτώματα, απόδειξαν ότι είχαν να κάνουν μ’ ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο. Ποιος ήταν ο φονιάς που σκότωνε τα δάση τους; Σύντομα πίστεψαν ότι τον είχαν εντοπίσει: η όξινη βροχή.
Ο Ρόλος της Όξινης Βροχής
Το διοξείδιο του θείου και τα οξείδια του αζώτου παράγονται από ηλεκτροπαραγωγούς σταθμούς, από βιομηχανικούς καυστήρες και από κινητήρες αυτοκινήτων. Η όξινη βροχή σχηματίζεται όταν αυτά τα αέρια αλληλεπιδρούν με τη φυσική υγρασία σχηματίζοντας αραιά διαλύματα θειικών και νιτρικών οξέων. Αυτές οι επιβλαβείς ουσίες μπορούν να ταξιδέψουν σε πολύ μεγάλες αποστάσεις, ακόμα και να ξεπεράσουν τα διεθνή σύνορα.
Ο Καναδάς, για παράδειγμα, υποστηρίζει ότι οι εκπομπές καυσαερίων των ηλεκτροπαραγωγών σταθμών των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες είναι πλούσιες σε θείο, φέρνουν την κύρια ευθύνη για την όξινη βροχή που καταστρέφει τα δάση του και τα ποτάμια του. Η κατάσταση είναι παρόμοια στην Ευρώπη, όπου η όξινη βροχή, που πιθανόν να προέρχεται από την κεντρική Ευρώπη, καταστρέφει τις λίμνες και τα ποτάμια της Σκανδιναβίας, με το να αυξάνει την οξύτητά τους και να θανατώνει τα ψάρια.
Όταν η όξινη βροχή απορροφιέται από το έδαφος, διαλύει ορισμένα ορυκτά όπως το ασβέστιο, το κάλιο και το αργίλιο, τις μεταφέρει βαθιά στο υπέδαφος, κι έτσι στερεί τα δέντρα και τα φυτά από μια ζωτική πηγή θρεπτικών ουσιών. Περαιτέρω έρευνες έδειξαν, όμως, ότι αυτός δεν είναι ο μοναδικός λόγος για τον σημερινό θάνατο του δάσους. Ωστόσο, η προσπάθεια να εντοπιστεί η ακριβής αιτία έχει αποδειχτεί απογοητευτική.
Το Άλυτο Αίνιγμα
Ένας μετεωρολόγος παραδέχτηκε: «Ψάχνουμε ψύλλους στα άχυρα». Πράγματι, ένας Σουηδός δασολόγος πρόσφατα απαρίθμησε 167 θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για να εξηγήσουν τις αιτίες του προβλήματος.
Ανεξάρτητα από το ποια είναι η αιτία, «το ‘εισαγόμενο’ διοξείδιο του θείου έχει κατά μέρος απαλλαχτεί από την ευθύνη», εξηγεί το περιοδικό των Η.Π.Α. Smithsonian, «τουλάχιστον όσον αφορά τον Μέλανα Δρυμό». Αυτό συμβαίνει επειδή τώρα υπάρχει λιγότερο διοξείδιο του θείου στην ατμόσφαιρα απ’ ό,τι υπήρχε πριν από 15 χρόνια, και, όπως παρατηρεί το Smithsonian, «τα χαμηλότερα επίπεδα θειικού οξέος παρατηρούνται εκεί όπου υπάρχουν τα πιο άρρωστα δέντρα».
Οι έρευνες τώρα φαίνεται να καταδεικνύουν ότι τα ίχνη των τοξικών μετάλλων που εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα από θερμοηλεκτρικούς σταθμούς και από τα καυσαέρια των αυτοκινήτων συνδυάζονται με την όξινη βροχή, με αποτέλεσμα να καταστρέφουν τις θρεπτικές ουσίες που είναι απαραίτητες για την επιβίωση των δέντρων. Μερικοί ειδικοί πιστεύουν ότι εξαιτίας της συνεχιζόμενης οξείδωσης του εδάφους, τα ιχνοστοιχεία μπορεί να διαλύονται και να απορροφιούνται από τις ρίζες με αποτέλεσμα να διακόπτουν την παροχή νερού ενός δέντρου.
Ο Χανς Μορ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Φράινμπουργκ, υποστηρίζει ότι όπως φαίνεται η δυσκολία δημιουργείται από το άζωτο, μια ουσία που συχνά λείπει από τα φυτά. Αναφέρεται σε έρευνες που δείχνουν ότι οι χημικές ενώσεις του αζώτου στην ατμόσφαιρα έχουν αυξηθεί κατά 50 τοις εκατό στα περασμένα 20 χρόνια. Αυτή η αύξηση οφείλεται κυρίως στα καυσαέρια των αυτοκινήτων· στη στατική εκπομπή· στις κεντρικές θερμάνσεις που χρησιμοποιούν σαν καύσιμο το αέριο, το πετρέλαιο και τον άνθρακα και στις εκπομπές αμμωνίας από αγροτικές εγκαταστάσεις και από χώρους απόρριψης βιομηχανικών αποβλήτων. Ο Μπέρναντ Ούλριχ, του Πανεπιστημίου του Κέτινγκεν, υποστηρίζει ότι τα δέντρα δεν καταστρέφονται μόνο από τις ουσίες που βρίσκονται στον αέρα αλλά επίσης δηλητηριάζονται και από τις ουσίες του εδάφους. Άλλοι κατηγορούν τα επίπεδα του όζοντος, το επίπεδο του νερού που όλο και κατέρχεται ή τις αναποτελεσματικές μεθόδους προστασίας των δασών.
Όπως παρατηρεί το περιοδικό Smithsonian, «νέες έρευνες υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να κατηγορηθεί ένας και μόνο ρυπαντής του αέρα, αλλά αντίθετα την ευθύνη τη φέρνουν άγνωστες μέχρι τώρα αλληλεπιδράσεις που λαβαίνουν χώρα ανάμεσα σε αρκετές ουσίες, ώστε η γενική επίπτωση είναι μεγαλύτερη από τις επί μέρους επιδράσεις αυτών των ουσιών». Είναι πολύ πιθανόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Υπάρχουν σχεδόν 3.000 χημικές ενώσεις που ονομάζονται ρυπαντές του αέρα. Αυτές οι ουσίες συσσωρεύονται για αρκετές δεκαετίες, και τα δάση υποβάλλονται σε συνεχή καταπόνηση.
Τα πάντα βάδιζαν θαυμάσια για όσο καιρό το οικολογικό σύστημα παράμενε ανέπαφο και αρκετά ισχυρό για να αντιδράσει στην επίδραση της μόλυνσης. Αλλά τώρα, όταν κάνουν την εμφάνισή τους νοσογόνες αιτίες όπως η παγωνιά, η ξηρασία και τα έντομα, τα δέντρα δεν είναι πια ανθεκτικά για να αντισταθούν.
Προφανώς, πολλοί παράγοντες περιλαμβάνονται στο ‘τσάκισμα’ των περήφανων βελανιδιών της Γερμανίας. Το να καθοριστεί ακριβώς ποιος συγκεκριμένος ρυπαντής φέρνει την κύρια ευθύνη για την καταστροφή τους είναι τόσο δύσκολο και τόσο άσκοπο όσο να προσπαθεί κανείς να καθορίσει ποια από τις δέκα ανοιχτές κάνουλες που χρησιμοποιούνται για να γεμίσει μια δεξαμενή είναι εκείνη που τελικά προκάλεσε την υπερχείλιση της δεξαμενής.
Ποιες Προσπάθειες Γίνονται;
Επειδή οι αρχές, σε τοπικό, επαρχιακό και ομοσπονδιακό επίπεδο αντιλαμβάνονται ότι κάτι πρέπει να γίνει γρήγορα, αν πρόκειται να αποφευχθεί το χειρότερο, καταφεύγουν σε «βραχυπρόθεσμες λύσεις για να κρατηθούν τα δέντρα στη ζωή μέχρι να βρεθεί μια μακροπρόθεσμη απάντηση», όπως το διατύπωσε ένα περιοδικό. Στο μεταξύ, γίνονται εκτενείς μελέτες, περιλαμβανομένης και της λήψης υπέρυθρων αεροφωτογραφιών, για να καθοριστεί η έκταση της ζημιάς καθώς και η λύση του προβλήματος.
‘Γιατί δεν φυτεύουν απλώς καινούρια δέντρα για να αντικαταστήσουν τα καταστραμμένα;’, μπορεί να ρωτήσετε. Αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, γιατί τα νεοφυτεμένα δέντρα έχουν ήδη αρχίσει να δείχνουν τα ίδια συμπτώματα των ασθενειών όπως και τα μεγαλύτερα σε ηλικία δέντρα. Ακόμα κι η χρήση λιπασμάτων που καταπολεμούν τις ανεπάρκειες του εδάφους είχε περιορισμένη μόνο επιτυχία.
Ιδιαίτερη προτεραιότητα δίνεται στις προσπάθειες να περιοριστεί η μόλυνση του αέρα. Οι νόμοι που ρυθμίζουν τη βιομηχανία έχουν γίνει πιο αυστηροί, και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ελπίζεται ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 αυτοί οι κανονισμοί θα μειώσουν την ποσότητα του διοξειδίου του θείου κατά δύο τρίτα περίπου, και του οξειδίου του αζώτου περίπου κατά το μισό.
Τα άτομα που είναι πρόθυμα να αγοράσουν αυτοκίνητα που είναι εξοπλισμένα με συσκευές, όπως οι καταλύτες-μετατροπείς, οι οποίες μειώνουν κατά πολύ τους ρυπαντές του αέρα, απολαμβάνουν μεγάλες φορολογικές απαλλαγές. Επίσης, ένα πρόσθετο κίνητρο αποτελεί το γεγονός ότι η βενζίνη χωρίς μόλυβδο πουλιέται φτηνότερα από τη βενζίνη με μόλυβδο. Στην Αυστρία, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η βενζίνη χωρίς μόλυβδο είναι διαθέσιμη παντού. Στην Ελβετία, στο τέλος του 1986, μπήκαν σε εφαρμογή νέοι νόμοι ελέγχου της εκπομπής καυσαερίων, που επίσης σχεδιάστηκαν για να προωθήσουν την πώληση αυτοκινήτων με καταλύτες-μετατροπείς.
Σύμφωνα με το διευθυντή του Ινστιτούτου Δασολογίας της Σχολής Εδαφοκαλλιεργειών του Πανεπιστημίου της Βιέννης, αυτές οι προσπάθειες γίνονται επειδή ο θάνατος του δάσους μπορεί να σταματήσει μόνο αν μειωθεί η μόλυνση του αέρα στα επίπεδα που βρισκόταν το 1950. Αλλά πόσο ρεαλιστικό είναι αυτό, αν σκεφτούμε ότι στη Γερμανία και μόνο, όπου υπάρχουν τα περισσότερα αυτοκίνητα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο, ο αριθμός των κινητήρων αυτοκινήτων είναι πάνω από 19 φορές περισσότερος από ό,τι ήταν το 1950;
Έρευνες δείχνουν επίσης ότι η επιβολή ορίου ταχύτητας θα μείωνε αισθητά τις εκπομπές καυσαερίων που προκαλούν μόλυνση. Όμως αυτή η πρόταση έχει συναντήσει σκληρή αντίσταση. Μερικοί οδηγοί, ωστόσο, ακόμα και στη Γερμανία, που οι δρόμοι της προσφέρονται για μεγάλες ταχύτητες, έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι για χάρη των δασών τους—ας μη μιλήσουμε για την ίδια τη ζωή τους—θα πρέπει να οδηγούν πιο αργά. Άλλοι βέβαια, εγωιστικά απορρίπτουν οποιοδήποτε τέτοιο περιορισμό. Χαρακτηριστικοί τύποι αυτού του είδους των οδηγών είναι εκείνοι που έχουν κολλήσει στον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου τους το σήμα «Το αυτοκίνητό μου τρέχει και χωρίς δάση».
Έτσι, ένας σημαντικός παράγοντας για να λυθεί το πρόβλημα είναι να πειστούν τα άτομα και οι κυβερνήσεις να συνεργαστούν. Αφού η μόλυνση του αέρα αγνοεί τα εθνικά σύνορα, υπάρχει ανάγκη για διεθνή πολιτική πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα. Οι απόπειρες που έχουν γίνει μέχρι τώρα μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τη σύνταξη ενός ενιαίου προγράμματος, έχουν οδηγήσει σε απογοητευτικά αποτελέσματα.
Μπορούν να Γίνουν Περισσότερα;
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι πρέπει να γίνουν περισσότερα. Στην πραγματικότητα, αυτή η πεποίθηση έχει συμβάλει στην άνοδο ενός νέου πολιτικού κόμματος στη Γερμανία, των Πράσινων. Αυτό το κόμμα, που ένας από τους κύριους στόχους του είναι η προστασία του περιβάλλοντος, προς το τέλος της δεκαετίας του 1970 άρχισε να κερδίζει αναγνώριση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Τελικά, το 1983 κατάφερε να μπει στο γερμανικό Κοινοβούλιο, βγάζοντας 27 αντιπροσώπους και κερδίζοντας το 5,6 τοις εκατό του εκλογικού σώματος.
Σύμφωνα μ’ ένα γερμανικό ρητό το πράσινο είναι το χρώμα της ελπίδας. Αλλά προσφέρουν πραγματικά οι Πράσινοι ελπίδα για τα δάση; Αν και οι προθέσεις τους είναι θαυμάσιες και οι στόχοι τους ιδανικοί, αυτό το κόμμα έχει κάνει πολύ λίγη πρόοδο. Πολλοί πολίτες τούς θεωρούν πολιτικά ανώριμους και νομίζουν ότι προτείνουν απλοϊκές λύσεις για περίπλοκα προβλήματα.
Παρ’ όλα αυτά, πολλοί άνθρωποι παίρνουν πρακτικά μέτρα για να μειώσουν τη μόλυνση του αέρα στο βαθμό που είναι λογικά δυνατόν. Οδηγούν με μικρότερη ταχύτητα, ταξιδεύουν λιγότερο, πηγαίνουν πολλοί μαζί με το ίδιο αυτοκίνητο αντί να πηγαίνει ο καθένας με το δικό του, χρησιμοποιούν βενζίνη χωρίς μόλυβδο και υπακούν στους κανονισμούς περιορισμού της μόλυνσης που έχουν τεθεί από την κυβέρνηση. Αλλά προφανώς αυτά δεν είναι αρκετά.
Η εναλλακτική πρόταση να μειωθεί δραστικά η χρήση των αυτοκινήτων, των αεροπλάνων, και των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, αν και συμβάλλει στη λύση του προβλήματος της μόλυνσης του αέρα, οπωσδήποτε θα δημιουργούσε καινούρια προβλήματα. Στην πραγματικότητα, η λύση για το θάνατο του δάσους—η λύση για όλα τα προβλήματα του περιβάλλοντος—πρέπει να βρεθεί κάπου αλλού.
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 8]
Ένας σημαντικός παράγοντας για να λυθεί το πρόβλημα είναι να πειστούν τα άτομα και οι κυβερνήσεις να συνεργαστούν
[Εικόνα στη σελίδα 7]
Οι επιστήμονες είναι διαιρεμένοι σχετικά με το πώς ακριβώς οι ρυπαντές προκαλούν το θάνατο των δασών