Καμπότζη—Επιβίωση από έναν Εφιάλτη
Όπως το Αφηγήθηκε ο Χεμ Σου
ΓΙΑ πολλά χρόνια η Καμπότζη (ή Καμπόντια) απολάμβανε ειρήνη. Κατόπιν, το 1970, ο Αντιστράτηγος Λο Νολ κατέλαβε την εξουσία. Σαν αποτέλεσμα, οι κομμουνιστές που είναι γνωστοί σαν Κόκκινοι Χμερ, επαναστάτησαν. Ο Λο Νολ κινητοποίησε όλους όσους μπορούσε σ’ όλη την Καμπότζη για να πολεμήσει τους κομμουνιστές.
Εκείνη την εποχή σπούδαζα νομική και ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πνομ Πενχ, και παράλληλα εργαζόμουν σαν συγγραφέας. Στην πραγματικότητα το πρώτο μου βιβλίο, Δακρυσμένα Ορφανά, το έγραψα όταν ήμουν μόνο 15 χρονών. Ήταν κυρίως μια συλλογή προσωπικών μου ημερολογίων που φύλαγα από τότε που ήμουν εφτά χρονών. Το βιβλίο πουλήθηκε πολύ καλά, και αφού δεν χρειαζόμουν χρήματα, πρόσφερα τα συγγραφικά μου δικαιώματα σ’ ένα ορφανοτροφείο.
Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, είχα αποκτήσει φήμη σαν συγγραφέας, στιχουργός και τραγουδιστής. Έγραψα συνολικά 20 βιβλία και πολλά τραγούδια. Η κλίση που είχα στο γράψιμο ίσως οφείλεται στην επιρροή της μητέρας μου, που ήταν καθηγήτρια της Γαλλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πνομ Πενχ. Ήθελε να γίνω δικηγόρος.
Ωστόσο, όταν ο Λο Νολ κινητοποιήθηκε για να πολεμήσει τους κομμουνιστές, αναγκάστηκα να διακόψω τις σπουδές μου και να αποφασίσω αν θα καταταγόμουν στο στρατό ή στην αστυνομία. Αν και ο πατριός μου ήταν ένας ‘υψηλά ιστάμενος’ στρατηγός, δεν ήθελα να έχω καμιά σχέση με το στρατό. Έτσι, κατατάχθηκα στην αστυνομία, και μέχρι το 1973, σε ηλικία 22 χρονών, είχα φτάσει στο βαθμό του ανθυπομοίραρχου.
Παρ’ όλα αυτά, ενώ εργαζόμουν στην αστυνομία, αυξανόταν η δυσαρέσκειά μου για τη ζωή. Αυτό με οδήγησε να γράψω ένα βιβλίο με τίτλο Η Ζωή Δεν Έχει Σκοπό. Το θλιβερό είναι ότι στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξα μετά από αρκετή μελέτη του Βουδισμού καθώς και μερικών Γαλλικών φιλοσοφιών, ενώ ταυτόχρονα επιδίωκα να σταδιοδρομήσω σαν συγγραφέας και αστυνομικός.
Τα Πρώτα Παιδικά μου Χρόνια
Όταν ήμουν πολύ μικρός, ζούσα με τη γιαγιά μου, ένα θείο και δυο θείες, και όχι με τους γονείς μου. Με τον καιρό, η μητέρα μου ξαναπαντρεύτηκε και έτσι, όταν ήμουν 12 χρονών, μπόρεσα τελικά να ζήσω με τη μητέρα μου, τον πατριό μου και τις δυο αδελφές μου.
Η γιαγιά μου με ανέθρεψε στο Βουδισμό. Σε ηλικία δέκα χρονών πήγα για τρεις μήνες σ’ ένα μοναστήρι για να πάρω θρησκευτική εκπαίδευση. Παρατήρησα ότι οι καλόγεροι, έξω από το μοναστήρι, βάδιζαν με το κεφάλι χαμηλωμένο και φαίνονταν σαν να ήταν η ίδια η προσωποποίηση της πραότητας, αλλά μέσα στο μοναστήρι δεν περνούσε μέρα που να μην καυγαδίσουν μεταξύ τους.
Στην παγόδα μας υπήρχε ένα μικρό χρυσό άγαλμα του Βούδα που κατά καιρούς εξαφανιζόταν. Πού πήγαινε; Οι καλόγεροι έλεγαν ότι το άγαλμα μπορούσε να πετάξει και ότι επισκεπτόταν διάφορες παγόδες στα περίχωρα. Αφού παρατήρησα προσεκτικά, ανακάλυψα ότι ένας καλόγερος έπαιρνε το άγαλμα και το έκρυβε. Με απογοήτευσε πάρα πολύ το γεγονός ότι οι καλόγεροι διέπρατταν τέτοια απάτη. Όταν το είπα στη γιαγιά μου, θύμωσε πάρα πολύ μαζί μου επειδή ήθελε να πιστεύει στο ιπτάμενο άγαλμα.
Όταν έφυγα από το μοναστήρι αυξήθηκε η απιστία μου. Στο γυμνάσιο, ακόμη και ο δάσκαλος των θρησκευτικών δίδασκε ότι ο Βουδισμός χωρίζεται σε πολλές σχολές και ότι δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια φιλοσοφία. Στράφηκα στις διδασκαλίες αρκετών Γάλλων φιλοσόφων ελπίζοντας να βρω απαντήσεις στα ερωτήματά μου για τη ζωή. Αλλά στην πραγματικότητα αυτοί αύξησαν τις αμφιβολίες μου για την ύπαρξη του Θεού. Τι μπορούσε να πιστέψει κανείς; Δεν είχα ιδέα, αλλά επανειλημμένα αναρωτιόμουν για ποιο λόγο ζούσα.
Τέλος στην Εξουσία του Λο Νολ
Στα χρόνια του 1973 και 1974 αυξήθηκε η αναταραχή του πολέμου, και άνθρωποι απ’ όλα τα στρώματα απελπίζονταν όλο και περισσότερο από τις αδικίες που έβλεπαν. Αφού σαν αστυνομικός δεν μπορούσα να κάνω και πολλά για τις αδικίες, προσπάθησα να βοηθήσω σαν συγγραφέας. Έγραψα ένα καυστικό κοινωνικό μυθιστόρημα με τίτλο Μαύρος Ουρανός.
Αυτό ήταν το τελευταίο βιβλίο της ζωής μου. Εξαιτίας αυτού πήγα φυλακή. Η ποινή ήταν δυο χρόνια, αλλά χάρη στη συγγένειά μου με τη βασιλική οικογένεια και με έναν από τους πρεσβευτές της Καμπότζης σε μια γειτονική Ασιατική χώρα, αφέθηκα ελεύθερος ύστερα από λίγες μέρες. Ο πρεσβευτής χρησιμοποίησε την επιρροή του για χάρη μου.
Οπωσδήποτε προτιμούσα την ελευθερία από τη φυλακή, αλλά δεν αισθανόμουν πραγματικά ελεύθερος. Το καθεστώς, που προσπαθούσε να επιβάλει σ’ όλους έναν ορισμένο τρόπο σκέψης και ζωής, μου ήταν σχεδόν το ίδιο αποκρουστικό όσο και η φυλακή. Η ζωή στην πρωτεύουσα, την Πνομ Πενχ, τον τόπο που γεννήθηκα, μου φαινόταν εντελώς αφύσικη. Σιχαινόμουν τη διεφθαρμένη, υλιστική και ηδονιστική κοινωνία και ήθελα κάπου να φύγω. Δεν ήθελα πια να εργάζομαι στην αστυνομία και γι’ αυτό παραιτήθηκα.
Σύντομα μετακόμισα στην περιοχή του Παϊλίν κοντά στα σύνορα με την Ταϋλάνδη. Για να κερδίσω τα αναγκαία της ζωής, άρχισα να εργάζομαι σε μια εταιρία που είχε ορυχεία πολύτιμων λίθων. Η ζωή στην ύπαιθρο με ικανοποιούσε περισσότερο, αλλά δεν μπόρεσα να την απολαύσω για πολύ καιρό. Αυτό συνέβη επειδή τον Απρίλιο του 1975 οι κομμουνιστές Κόκκινοι Χμερ μπήκαν στην Πνομ Πενχ, απομάκρυναν τον Λο Νολ, και αμέσως προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια εντελώς καινούρια κοινωνία.
Γι’ αυτόν το σκοπό, όλοι οι αξιωματούχοι που είχαν υπηρετήσει στο προηγούμενο καθεστώς έπρεπε να παρουσιαστούν έτσι ώστε να σταλούν σε ειδικά στρατόπεδα για να επανεκπαιδευτούν. Δεν παρουσιάστηκα γιατί δεν ήθελα να ξαναγίνω αξιωματικός της αστυνομίας. Αυτή η απροθυμία μου να παρουσιαστώ μου έσωσε τη ζωή. Αργότερα έμαθα ότι η «επανεκπαίδευση» στην ουσία σήμαινε εκτέλεση. Όλοι όσοι παρουσιάστηκαν σκοτώθηκαν.
Μια Εποχή Τρόμου
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, στη διάρκεια των επόμενων μηνών, εκτελέστηκαν ένα με δυο εκατομμύρια Καμποτζιανοί. Είδα με τα μάτια μου εκτελέσεις, ομαδικούς τάφους, καθώς επίσης και ποτάμια και λίμνες που στην κυριολεξία ήταν κόκκινες από το αίμα και γεμάτες πτώματα. Οικογένειες ολόκληρες ξεκληρίστηκαν και διώχτηκαν από τα σπίτια τους και τη γη τους. Μια επανάσταση χωρίς προηγούμενο σάρωσε τις παραδόσεις της Καμπότζης που είχαν ιστορία πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια. Κανένας Καμποτζιανός δεν είχε σκεφτεί ποτέ ότι θα ήταν δυνατό να γίνουν τέτοιες ριζικές αλλαγές.
Αναστατωμένος και γεμάτος τρόμο, αναρωτήθηκα αν είχε μείνει κάποιος λόγος για να συνεχίσω να ζω μέσα σε μια τέτοια απάνθρωπη κοινωνία. Αποφάσισα να καταφύγω σε μια ξένη χώρα. Οι Κόκκινοι Χμερ ήδη έψαχναν να με βρουν· ήμουν στη μαύρη λίστα τους. Από τότε που έφυγα από την αστυνομία, ζούσα με ένα ψεύτικο όνομα, και γι’ αυτό δεν με ανακάλυψαν γρήγορα. Ωστόσο, αφού ήμουν γνωστός σαν στιχουργός και συγγραφέας, πολλοί άνθρωποι γνώριζαν ποιος ήμουν και μερικές φορές με φώναζαν ακόμη και με το πραγματικό μου όνομα. Έτσι, αντιλήφθηκα ότι βρισκόμουν σε μεγάλο κίνδυνο.
Αλλά ακόμη και αν έτσι είχαν τα πράγματα, η απόφαση να καταφύγω στην Ταϋλάνδη δεν ήταν με κανέναν τρόπο εύκολη. Συνέχιζα να αγαπώ την πατρίδα μου ανεξάρτητα από το καθεστώς της. Επίσης, γνώριζα ότι έτσι και έφευγα, δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να γυρίσω πίσω για να δω τους γονείς μου, τον αδελφό μου και τις αδελφές μου. Εξάλλου, δεν υπήρχε τρόπος να βρω το δρόμο προς την Ταϋλάνδη. Δεν μπορούσα να ρωτήσω. Είχα δει το πτώμα ενός άντρα που είχε πυροβοληθεί και είχε εγκαταλειφθεί στο έδαφος επειδή έγινε γνωστό ότι σχεδίαζε να εγκαταλείψει τη χώρα.
Φυγή—και Πίστη στον Θεό
ΑΚΡΙΒΩΣ δύο μήνες από τότε που κατέλαβαν την εξουσία οι Κόκκινοι Χμερ, ένας άλλος άντρας και εγώ επιχειρήσαμε να διαφύγουμε. Όμως, χαθήκαμε και αναγκαστήκαμε να επιστρέψουμε. Αλλά δεν τα παράτησα. Λίγες μέρες αργότερα, ξεκίνησα και πάλι μαζί με έναν πρώην συνεργάτη μου στην αστυνομία. Αργότερα ενώθηκαν μαζί μας άλλοι εφτά, περιλαμβανομένου και ενός τρίχρονου παιδιού.
Μέσα στη ζούγκλα, ακούγαμε τους φρικιαστικούς βρυχηθμούς των τίγρεων. Αλλά ακόμη πιο φοβεροί από τις τίγρεις και τα δηλητηριώδη φίδια ήταν οι υποστηρικτές των Κόκκινων Χμερ, οι οποίοι συνεχώς χτένιζαν τις ζούγκλες ψάχνοντας για πρόσφυγες. Μερικές φορές μπορέσαμε να τους δούμε. Και ο παραμικρός θόρυβος θα μπορούσε να προσελκύσει την προσοχή τους, πράγμα που θα σήμαινε το τέλος μας. Μέναμε άυπνοι από το φόβο.
Την τρίτη μέρα της πορείας μας διαφυγής, κατά λάθος νομίσαμε ότι είχαμε περάσει τα σύνορα. Ήμαστε τόσο ευτυχισμένοι που μαγειρέψαμε και φάγαμε όλο το ρύζι που είχαμε. Αυτό ήταν ένα σοβαρό λάθος! Για τις επόμενες τέσσερις μέρες δεν είχαμε καθόλου φαγητό. Είχαμε αρχίσει να χάνουμε και την ελπίδα μας και τη δύναμή μας, όταν ξαφνικά είδαμε μια ομάδα από πιθήκους να πηδούν από το ένα δέντρο στο άλλο κρατώντας τσαμπιά από μπανάνες. Έτσι όπως ήμαστε πεινασμένοι, παρακαλέσαμε τους πιθήκους να μας δώσουν τις μπανάνες τους. Και είτε το πιστεύετε είτε όχι, ένας από τους πιθήκους μάς πέταξε μια μπανάνα! Κατόπιν οι άλλοι άρχισαν να τον μιμούνται, έτσι ώστε τελικά μας έδωσαν 20 μπανάνες.
Εξαιτίας των συναρπαστικών γεγονότων της μέρας, δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα. Ατένιζα τον αίθριο ουρανό και έβλεπα μια γεμάτη σελήνη να αιωρείται στο βελουδένιο στερέωμα. Μυριάδες αστέρια τρεμόσβηναν. Εκείνη η νύχτα επρόκειτο να μείνει βαθιά χαραγμένη στο μυαλό μου.
Για αρκετή ώρα έκανα σκέψεις πάνω σε ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη του Θεού. Όταν σκέφτηκα όλες τις θαυμαστές και περίπλοκες διεργασίες της φύσης, κατάλαβα ότι είναι λογικό να αποδώσουμε την τιμή για όλα αυτά σ’ έναν σοφό Δημιουργό. Τώρα, καθώς θαύμαζα την ομορφιά εκείνης της νύχτας, υποκινήθηκα να προσευχηθώ. Γνωρίζοντας ότι ο Θεός θα πρέπει να είναι πολύ ψηλά στους ουρανούς, έστρεψα το βλέμμα μου προς τα εκεί, και με το ίδιο αίσθημα στοργής που θα είχα αν μιλούσα στον ίδιο μου τον πατέρα, προσευχήθηκα από την καρδιά μου για πρώτη φορά στη ζωή μου. Εκείνη η προσευχή αποδείχτηκε ότι ήταν ένα σημαντικό σημείο στροφής.
Όταν άνοιξα την πόρτα της καρδιάς μου στον Θεό, τα πράγματα άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους, και είχα πλήρως πειστεί ότι (1) ο Θεός πραγματικά υπάρχει και ότι (2) η ζωή πράγματι έχει νόημα. Η λογική που ακολούθησα ήταν ότι όλες οι διεργασίες της φύσης μάς δίνουν απόδειξη ενός νοήμονος σχεδίου. Δεν θα έπρεπε, επομένως, ο Νομοθέτης όλων αυτών των γεμάτων σκοπό νόμων να έχει βάλει τον άνθρωπο πάνω στη γη για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό;
Κατόπιν, ήρθε μόνο του το ερώτημα: Αφού είναι φανερό ότι ο Θεός κατέχει τη δύναμη και τη σοφία να εξαλείψει τα ανθρώπινα παθήματα, γιατί έχει επιτρέψει τόση αθλιότητα μέχρι τις μέρες μας; Επίσης επιθυμούσα να γνωρίσω ποια θρησκεία λατρεύει αληθινά τον ζωντανό Θεό. Η έρευνα για απαντήσεις σ’ αυτά τα καυτά ερωτήματα επρόκειτο να γίνει το πρώτο πράγμα στη ζωή μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ο Θεός ήταν τόσο άστοργος ώστε να αποκρύψει αυτές τις απαντήσεις από τον άνθρωπο.
Καθώς συνεχίζαμε την εξαντλητική πορεία μας μέσα στη ζούγκλα, σκέφτηκα τη μητέρα μου. Είχε δείξει λίγο ενδιαφέρον για τη Χριστιανοσύνη. Ιεραπόστολοι από τη Γαλλία επισκέπτονταν συχνά το σπίτι μας. Μερικές φορές η μητέρα μου μού μιλούσε για μια παράξενη θρησκεία της οποίας οι οπαδοί δεν έτρωγαν αίμα. Έλεγε επίσης για κάποια «καλά νέα» σχετικά με τη δικαιοσύνη, και ακόμα για έναν παράδεισο, συνθήκες που θα έφερνε ο Θεός. Εκείνη την εποχή δεν είχα πιστέψει ούτε λέξη απ’ όλα αυτά. Αλλά τώρα αναρωτήθηκα: ‘Είχα πραγματικούς λόγους για να αρνούμαι να πιστέψω; Η μητέρα μου είναι μια έξυπνη γυναίκα που ζυγίζει και εξετάζει αυτά τα πράγματα’. Επιθυμούσα να ερευνήσω. Αλλά πρώτα απ’ όλα έπρεπε να βγω ζωντανός από την Καμπότζη.
Ήμουν πολύ ελαφρά ντυμένος, φορώντας μόνο ένα σαρόνγκ (ένδυμα των κατοίκων της Ινδοκίνας). Τα γυμνά μου πόδια είχαν πρηστεί άσχημα. Όλοι μας ήμαστε εξαντλημένοι και πεθαίναμε της πείνας. Για να μείνουμε ζωντανοί μασούσαμε φύλλα δέντρων. Τη δέκατη μέρα της οδοιπορίας μας, χρειάστηκε να σκαρφαλώσουμε ένα βουνό. Από την κορυφή του κοιτάξαμε την πίσω μεριά και νομίσαμε ότι βλέπαμε την Ταϋλάνδη. Κατηφορίζοντας το βουνό πλησιάσαμε σε μια καλύβα που βρωμούσε σάπιο κρέας. Μέσα στην καλύβα υπήρχε ένα μισοσαπισμένο ανθρώπινο πτώμα καθώς επίσης και ένας σκελετός! Γύρω από την καλύβα υπήρχαν πατημασιές από παπούτσια που φορούσαν οι Κόκκινοι Χμερ, πράγμα που έδειχνε ότι είχαν περάσει αυτοί από εκεί. Τρομοκρατημένοι το βάλαμε στα πόδια! Δεν ήμαστε ακόμη ασφαλείς. Αυτά τα πτώματα πρέπει να ανήκαν σε θύματα που είχαν προσπαθήσει να δραπετεύσουν από την Καμπότζη.
Προχωρώντας περισσότερο μέσα στη ζούγκλα, φτάσαμε σ’ ένα ποτάμι που νομίζαμε ότι τελικά ήταν τα σύνορα. Αλλά μπροστά μας βρισκόταν ένας καταρράκτης ύψους περίπου 30 μέτρων! Εκεί ξέσπασε ένας καυγάς ανάμεσα στο φίλο μου και εμένα. Έχοντας υπόψη τους κινδύνους, αυτός επέμενε ότι μόνο οι ενήλικες θα έπρεπε να επιχειρήσουν να περάσουν απέναντι. Παρ’ όλα αυτά, τον αγνόησα, περίμενα να πέσει το σκοτάδι, και έχοντας δεμένο στην πλάτη μου το κοριτσάκι, προχώρησα με αποφασιστικότητα προς την άλλη πλευρά. Το νερό ήταν βαθύ και με κάλυψε, αλλά τελικά τα κατάφερα! Όλοι μας ήμαστε ασφαλείς!
Την επόμενη μέρα φτάσαμε σ’ ένα μικρό χωριό όπου υπήρχαν χωράφια με καλαμπόκι. Για να κορέσουμε την πείνα μας αρχίσαμε να τρώμε ωμά καλαμπόκια. Εκεί κοντά βρισκόταν μια μικρή παράγκα, και μέσα σ’ αυτήν βρήκαμε ένα κουτί σπίρτα. Η ετικέτα πάνω στο κουτί έδειχνε ότι είχε κατασκευαστεί στην Ταϋλάνδη, όχι στην Καμπότζη. Μπορείτε να φανταστείτε πώς αισθανθήκαμε! Να η απόδειξη! Επιτέλους βρισκόμασταν στην Ταϋλάνδη!
Πόσο όμορφα μας φαίνονταν τώρα τα βουνά και τα ποτάμια! Λίγο μετά μου ήρθε υψηλός πυρετός και έπεσα σε κώμα για τρεις μέρες. Προφανώς είχα κολλήσει ελονοσία μέσα στη ζούγκλα. Αλλά παρ’ όλα αυτά, πιστεύαμε ότι θα έπρεπε να είμαστε οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι στον κόσμο.
Να Πώς Βρήκα το Σκοπό της Ζωής
ΣΤΟ προσφυγικό στρατόπεδο στην Ταϋλάνδη, μέναμε μαζί με άλλους 200 Καμποτζιανούς. Εδώ μπόρεσα να μελετήσω την Αγία Γραφή μαζί με ένα μέλος ενός Προτεσταντικού δόγματος που ονομαζόταν Τα Παιδιά του Θεού. Αυτή η θρησκευτική ομάδα διέκρινε το ενδιαφέρον μου για τη Χριστιανοσύνη και ήθελαν να με βαφτίσουν αμέσως. Αρνήθηκα να βαφτιστώ, γιατί ακόμη δεν ήμουν πλήρως πεπεισμένος. Πολλοί Καμποτζιανοί βαφτίζονταν γρήγορα επειδή μετά το βάφτισμα τους έδιναν ρούχα.
Από «Τα Παιδιά του Θεού» απόκτησα μια μετάφραση της Αγίας Γραφής στη μητρική μου γλώσσα, την Καμποτζιανή. Από αυτήν έμαθα ότι ο Θεός έχει το προσωπικό όνομα Ιεχωβά και ότι αυτός ο Θεός που αποκάλυψε τον εαυτό του με έναν ειδικό τρόπο στους αρχαίους Ιουδαίους είναι επίσης ο Θεός των Χριστιανών. Αυτός ήταν ο Θεός για τον οποίο επιθυμούσα να μάθω περισσότερα.
Τον Δεκέμβριο του 1975, αφού είχα περάσει πέντε μήνες στην Ταϋλάνδη, η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού με βοήθησε να μεταναστεύσω στην Αυστρία. Στην αρχή με έβαλαν σε ένα προσφυγικό στρατόπεδο όπου μελέτησα τη Γερμανική γλώσσα. Μετά από έξι μήνες μεταφέρθηκα στο Λιντς, όπου έπιασα ένα διαμέρισμα. Συνέχισα να μελετώ τη Γερμανική στη διάρκεια της νύχτας ενώ την ημέρα εργαζόμουν σ’ ένα εργοστάσιο συσκευασίας.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, ασχολήθηκα με μερικές Ευαγγελικές και Καθολικές εκκλησίες, αλλά κανένας δεν μπορούσε να μου δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στα ερωτήματά μου, όπως, «Τι συμβαίνει μετά το θάνατο;» και «Τι είναι η Βασιλεία του Θεού;» Ρώτησα έναν Καθολικό ιερέα για τη σημασία των «καλών νέων» και αν ήξερε τίποτα για μια «θρησκεία των καλών νέων». Δεν είχε καμιά απάντηση. Αναρωτιόμουν, ‘Ποια ήταν τα καλά νέα για τα οποία προσπαθούσε να μου μιλήσει η μητέρα μου;’
Δυο φορές, ενώ βρισκόμουν μόνος στο σπίτι μου, προσευχήθηκα στον Θεό, και κάθε φορά μετά την προσευχή μου έβρισκα φυλλάδια κάτω από την πόρτα μου. Αυτά τα φυλλάδια ήταν προσκλήσεις για να παρακολουθήσω συναθροίσεις σε ένα χώρο που ονομαζόταν Αίθουσα Βασιλείας των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Γνώριζα ήδη κάτι για το όνομα Ιεχωβά, αλλά ποιοι ήταν οι «Μάρτυρες του Ιεχωβά»; Τίνος πράγματος ήταν μάρτυρες; Γεμάτος από ερωτήματα και περιέργεια, και τις δυο φορές ξεκίνησα για να βρω την Αίθουσα Βασιλείας. Και τις δυο φορές κατέληξα σε ναούς. Η Αίθουσα Βασιλείας βρισκόταν στο δεύτερο πάτωμα πάνω από μια ντισκοτέκ, και δεν τα κατάφερα να τη βρω.
Λίγες μέρες μετά από τη δεύτερη προσπάθειά μου, βρισκόμουν για επίσκεψη στο σπίτι ενός φίλου μου από την Ταϋλάνδη όταν ήρθαν στην πόρτα του δυο άτομα που συστήθηκαν σαν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Όταν είδα το φίλο μου να τους διώχνει, του είπα ότι θα ήθελα να τους μιλήσω. Στην αρχή, τους ρώτησα τι είναι η Βασιλεία του Θεού. Μου εξήγησαν από την Αγία Γραφή ότι είναι μια ουράνια κυβέρνηση από τον Χριστό που θα κυβερνήσει τη γη. Κατόπιν και πάλι χρησιμοποίησαν την Αγία Γραφή για να δώσουν απάντηση στο δεύτερο ερώτημά μου σχετικά με την κατάσταση του ανθρώπου μετά το θάνατο. Είχα εντυπωσιαστεί βαθιά από τις λογικές απαντήσεις τους που βασίζονταν στην Αγία Γραφή και ζήτησα αμέσως μια Γραφική μελέτη. Την ίδια μέρα, ο φίλος μου και εγώ πήγαμε στη συνάθροιση στην Αίθουσα Βασιλείας.
Πρόσεχα στην ομιλία, αν και τελικά δεν κατάλαβα το μεγαλύτερο μέρος της, αφού ακόμη μάθαινα Γερμανικά. Ωστόσο, κατάλαβα ότι μιλούσε για τα καλά νέα, τα καλά νέα της Βασιλείας του Θεού. Μέσω της Βασιλείας του Ιεχωβά η γη επρόκειτο να γίνει ένας παράδεισος όπου οι άνθρωποι δεν θα έχυναν πια δάκρυα πένθους και όπου ο Θεός θα ‘έκανε όλα τα πράγματα νέα’. (Αποκάλυψις 21:3-5) Θυμήθηκα ότι η μητέρα μου κάποτε μου είχε διαβάσει αυτά ακριβώς τα λόγια από την Αγία Γραφή. Ένας κόσμος απαλλαγμένος από όλα τα κακά αυτού του κόσμου ήταν ακριβώς εκείνο που περίμενα από έναν ισχυρό και δίκαιο Θεό.
Τώρα, ωστόσο, ήθελα να μάθω γιατί ο Ιεχωβά δεν είχε δημιουργήσει έναν τέτοιο κόσμο αρκετό καιρό πριν. Αυτά και αρκετά άλλα ερωτήματα απαντήθηκαν ικανοποιητικά καθώς συνεχίζαμε τις τακτικές Γραφικές συζητήσεις. Χάρηκα που βρήκα μια θρησκεία που δεν απαιτούσε τυφλή πίστη από μένα. Επιπλέον, οι διδασκαλίες του Ιησού Χριστού και ο τρόπος της ζωής του ήταν πολύ ελκυστικά για μένα.
Σε χτυπητή αντίθεση με την εμπειρία μου με «Τα Παιδιά του Θεού», οι Μάρτυρες δεν μου ζήτησαν να βαφτιστώ μετά από μια σύντομη περίοδο εκπαίδευσης. Καταλάβαινα ότι το βάφτισμα ήταν μια Χριστιανική απαίτηση, γι’ αυτό και τους ζήτησα αν θα μπορούσαν να με βαφτίσουν. Περίμενα να το κάνουν αυτό πριν αλλάξω γνώμη. Προς έκπληξή μου, ήθελαν να δαπανήσω χρόνο πριν πάρω την απόφασή μου, έτσι ώστε να είμαι πεπεισμένος ότι πραγματικά ήθελα να κάνω αυτό το βήμα. Αντιλήφθηκα ότι αυτό που μετρούσε για τους Μάρτυρες ήταν η ποιότητα μάλλον παρά η ποσότητα. Τελικά, αφού μελέτησα την Αγία Γραφή στη Γερμανική γλώσσα, για εφτά μήνες περίπου βαφτίστηκα τον Ιούλιο του 1977 στη συνέλευση των Μαρτύρων του Ιεχωβά στο Λιντς.
Κατάλαβα το Σκοπό της Ζωής
Σ’ αυτήν την ίδια συνέλευση, παρουσιάστηκε ένα καινούριο βιβλίο. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχα εκδώσει το βιβλίο μου με τίτλο Η Ζωή Δεν Έχει Σκοπό. Τώρα οι Μάρτυρες του Ιεχωβά παρουσίαζαν το βιβλίο Η Ζωή Πράγματι Έχει Σκοπό, που ήταν σχεδόν σαν μια απάντηση στο δικό μου. Αναγνωρίζοντας τις ανοησίες που είχα γράψει, καλωσόρισα αυτό το καινούριο βιβλίο με όλη μου την καρδιά.
Τώρα η βαθιά επιθυμία μου ήταν να κάνω γνωστά αυτά τα καλά νέα στο λαό της Καμπότζης που υπέφερε σκληρά! Αυτά τα καλά νέα θα τους πρόσφεραν μια βέβαιη ελπίδα και ένα θαυμάσιο σκοπό στη ζωή. Μια και δεν ήταν δυνατόν να επιστρέψω σ’ αυτήν τη χώρα, έκανα το καλύτερο που μπορούσα για να διαδώσω τα καλά νέα στους Καμποτζιανούς που ζούσαν στην Αυστρία. Προσευχήθηκα όπως έκανε και ο Ησαΐας, «Ιδού, εγώ, απόστειλόν με», ελπίζοντας ότι ο Ιεχωβά θα με χρησιμοποιούσε για να βοηθήσω τους συμπατριώτες μου.—Ησαΐας 6:8.
Το 1980 παντρεύτηκα στη Βιέννη μια μάρτυρα από την Ιαπωνία. Τη συνάντησα σε ένα γάμο των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Η σύζυγός μου, επίσης, είχε βρει αυτό που ερευνούσε, όταν ένας συμπατριώτης της που σπούδαζε στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης, και ο οποίος ήταν Μάρτυς του Ιεχωβά, τη βοήθησε να κατανοήσει την Αγία Γραφή. Μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού μας, η σύζυγός μου είχε προβλήματα υγείας, και φάνηκε ότι το καλύτερο που έπρεπε να κάνει ήταν να επιστρέψει στην Ιαπωνία. Το 1983 μετακομίσαμε και εγκατασταθήκαμε στο Τόκιο.
Η ειλικρινής μου επιθυμία να βοηθήσω τους Καμποτζιανούς πρόσφυγες δεν έχει αλλάξει. Υπάρχουν περίπου 600 απ’ αυτούς στην Ιαπωνία, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονται διασκορπισμένοι στα προάστια του Τόκιο. Αποτελεί μεγάλη χαρά για μένα να εργάζομαι ανάμεσά τους και να τους βοηθώ να κατανοήσουν τον στοργικό σκοπό του Ιεχωβά για το ανθρώπινο γένος. Έχω το μεγάλο προνόμιο να προσφέρω βοήθεια σε δέκα περίπου οικιακές Γραφικές μελέτες με Καμποτζιανούς, είτε διεξάγοντας τις μελέτες ο ίδιος είτε βοηθώντας τους Ιάπωνες αδελφούς που τις διεξάγουν. Δυο φορές το μήνα ολόκληρη η οικογένειά μας δαπανά ολόκληρες μέρες υπηρετώντας μόνο Καμποτζιανούς. Αν και αυτό απαιτεί να οδηγούμε περίπου 300 χιλιόμετρα (180 μίλια), παίρνουμε μεγάλη ενθάρρυνση από τη σταθερή πνευματική πρόοδο που βλέπουμε να κάνουν μερικοί απ’ αυτούς.
Μετά από ένα μεγάλο διάστημα στη διάρκεια του οποίου δεν είχα καμιά επικοινωνία με την οικογένειά μου στην πατρίδα μου, έλαβα απάντηση σε ένα γράμμα που είχα γράψει το 1981. Έμαθα ότι ο πατριός μου και μια αδελφή μου σκοτώθηκαν στον εμφύλιο πόλεμο. Τρεις από την οικογένειά μου, η μητέρα μου, ο αδελφός μου, και μια αδελφή μου είναι ακόμη ζωντανοί. Καταφέρνουμε να αλληλογραφούμε λίγες φορές το χρόνο τώρα, αλλά είναι δύσκολο να καταλάβω από τα γράμματά τους ποια είναι ακριβώς η θρησκευτική κατάσταση στην Καμπότζη.
Μπορώ να πω με πεποίθηση ότι η έρευνά μου για το σκοπό της ζωής σίγουρα ανταμείφτηκε πλούσια. Έχοντας βρει το αληθινό νόημα και το σκοπό της ζωής, είμαι πάρα πολύ ευτυχισμένος που έχω μια στοργική οικογένεια που είναι ενωμένη στην υπηρεσία του μεγάλου Θεού μας, του Ιεχωβά. Αποβλέπω με λαχτάρα στη μέρα που θα μπορέσω να ενωθώ και πάλι με τη μητέρα μου, τον αδελφό μου και την αδελφή μου! Στο μεταξύ, είναι μεγάλο προνόμιο να συμμετέχω στο να φέρνω τα καλά νέα της Βασιλείας του Θεού στους καταδυναστευμένους και καταπιεσμένους!
[Χάρτες στη σελίδα 16]
(Για το πλήρως μορφοποιημένο κείμενο, βλέπε έντυπο)
Η Καμπότζη και οι γειτονικές χώρες· μέσα στο ένθετο η πορεία της διαφυγής μου προς την Ταϋλάνδη
ΚΙΝΑ
ΒΙΕΤΝΑΜ
ΛΑΟΣ
ΤΑΫΛΑΝΔΗ
ΚΑΜΠΟΤΖΗ
Θάλασσα Ανδαμάνων
[Χάρτης]
ΤΑΫΛΑΝΔΗ
Μπατταμπάνγκ
Παϊλίν
ΚΑΜΠΟΤΖΗ
[Εικόνα στη σελίδα 15]
Ένα από τα κτίρια του βασιλικού παλατιού στην Πνομ Πενχ. Όταν ήμουν μικρός, χόρεψα εδώ μπροστά στο βασιλιά
[Εικόνα στη σελίδα 18]
Η σύζυγός μου και εγώ μελετούμε με τα δυο παιδιά μας