Ήμουν Καθολική Καλόγρια
ΤΟ 1960 πάνω στο Τουρκικό πλοίο που με έπαιρνε από τη Χάιφα στην Κύπρο, αναπολούσα σιωπηλά τα 30 χρόνια της ζωής που είχα περάσει στο μοναστήρι. Αν και ήμουν ακόμη ντυμένη σαν καλόγρια, είχα στην κατοχή μου μία επιστολή που με απάλλασσε από τις ευχές μου. Τον καιρό εκείνο, ένα πράγμα μόνο σκεπτόμουν: να φτάσω στη Βηρυτό του Λιβάνου και να βρω δουλειά.
Και γιατί είχα γίνει καλόγρια; Και γιατί, μετά από τόσα χρόνια, εγκατέλειπα το μοναχικό βίο;
Γίνομαι Καλόγρια
Σύντομα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ήμουν παιδί, ζούσα με τους θετούς γονείς μου στη νοτιοανατολική Γαλλία, μας επισκέφθηκε ένας Προτεστάντης κήρυκας. Αυτός πρόσεξε το ενδιαφέρον μου για το καθετί που έλεγε και μου άφησε μια μικρή «Καινή Διαθήκη». Το ενδιαφέρον μου για τη Βίβλο αυξήθηκε από τότε.
Αργότερα μίλησα σε μερικούς άλλους Καθολικούς σχετικά με την επιθυμία μου να κατανοήσω τις Γραφές, αλλά εκείνοι μου είπαν ότι ήταν θανάσιμο αμάρτημα να διαβάσω τη Βίβλο. Σκέφτηκα ότι εφόσον η Βίβλος ήταν ένα τέτοιο μεγάλο μυστικό, μόνο εκείνοι που βρίσκονται στα μοναστήρια επιτρέπεται να τη διαβάζουν. Από τότε αποφάσισα να γίνω καλόγρια.
Ήμουν μόλις 21 ετών όταν πήρα το τρένο για ένα μοναστήρι στη νότια Γαλλία, όπου είχα ραντεβού με την ηγουμένη του Ιεραποστολικού Τάγματος των Καρμελιτών. Το μοναστήρι ήταν χτισμένο σ’ ένα λόφο κοντά στο Ζινιάκ, μια μικρή κωμόπολη που βρισκόταν γύρω στα 25 χιλιόμετρα (15 μίλια) μακριά από την ακτή της Μεσογείου. Το κτίριο αποτελούνταν από δύο μέρη: Ένα ήταν για τις καλόγριες και ένα άλλο χρησιμοποιόταν σαν αναρρωτήριο για νεαρές κυρίες.
Την πρώτη μου νύχτα την πέρασα στο αναρρωτήριο—αλλά χωρίς τη βαλίτσα μου. Η νεαρή γυναίκα που με συνάντησε στο σταθμό του τρένου δεν μου την είχε επιστρέψει. Την επόμενη μέρα, ήμουν ήδη ανυπόμονη να φύγω, εφόσον δεν μου άρεσε η ατμόσφαιρα στο μοναστήρι. Όταν ζήτησα τη βαλίτσα μου, μού είπαν: «Η βαλίτσα σου σε περιμένει μέσα στο μοναστήρι». Είπα μέσα μου: ‘Αν περπατήσω και μπω μέσα, μπορώ να φύγω οποτεδήποτε θέλω’. Αλλά τα πράγματα δεν αποδείχτηκαν τόσο απλά όσο νόμιζα.
Όταν μπήκα στο θρησκευτικό-κοινοτικό τμήμα του μοναστηριού, αισθάνθηκα τρόμο από το αρχαίο κτίριο με τις βαριές, σιδερένιες πόρτες του και τα ψηλά ταβάνια του. Λίγο αργότερα είχα μια σύντομη συζήτηση με την ηγουμένη, αλλά δεν είχα το θάρρος να της πω ότι ήθελα να φύγω.
Μετά από μία εβδομάδα έγινα δεκτή σαν υποψήφια για είσοδο στο θρησκευτικό τάγμα. Λίγους μήνες αργότερα πήρα το άσπρο πέπλο της μαθητευόμενης. Δεν είχα μάθει πολλά σχετικά με τη Βίβλο, αλλά ήμουν υπομονετική, και φανταζόμουν ότι η γνώση αυτή δεν θα ήταν για μας που αρχίζαμε μόλις τότε. Σε λιγότερο από ένα χρόνο αφού μπήκα στο μοναστήρι, με έστειλαν στη Μασσαλία με δυο άλλες καλόγριες. Από εκεί αποπλεύσαμε για το Κάιρο της Αιγύπτου όπου φτάσαμε τον Ιανουάριο του 1931.
Η Ζωή του Μοναστηριού στο Κάιρο
Το μοναστήρι μας και το σχολείο που υπήρχε δίπλα βρίσκονταν σ’ ένα σύγχρονο κτίριο με ωραίο σχέδιο στην εξοχή έξω από το Κάιρο. Εκεί σηκωνόμαστε στις 4.45 κάθε πρωί και πηγαίναμε στο παρεκκλήσι όπου δαπανούσαμε 45 λεπτά σε στοχασμό. Κατόπιν, επί 15 λεπτά, μας επέτρεπαν να τακτοποιήσουμε τα κελιά μας πριν από τη Λειτουργία.
Τρώγαμε τα γεύματά μας σε πλήρη ησυχία ενώ ακούγαμε την ανάγνωση του «Βίου των Αγίων». Η πρώτη που τελείωνε το γεύμα της συνέχιζε την ανάγνωση. Συζήτηση ανάμεσα στις καλόγριες ήταν απαγορευμένη στη διάρκεια της μέρας, εκτός από ερωτήσεις που είχαν να κάνουν με την εργασία, και ακόμη και τότε έπρεπε να πάμε σ’ ένα ειδικό μέρος που ονομαζόταν αίθουσα υποδοχής. Η πραγματική μονή ήταν ένα κλειστό ίδρυμα. Για παράδειγμα, όταν κάποιος ξένος έμπαινε στη διάρκεια της μέρας, η καλόγρια που είχε υπηρεσία χτυπούσε ένα μικρό καμπανάκι προειδοποιώντας τις άλλες καλόγριες να μη φύγουν από τα κελιά τους.
Τις Παρασκευές, και επίσης τις Τετάρτες στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής μια περίοδος αυτοπειθαρχίας συνοδευόταν από την ανάγνωση του Ψαλμού 51. Όλες οι καλόγριες συγκεντρώνονταν σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, και τους ζητούνταν να μαστιγωθούν με ένα μαστίγιο που είχε τρεις άκρες. Τότε νόμιζα ότι τα παθήματα αυτά ήταν απαραίτητα προκειμένου να ευαρεστηθεί ο Θεός. Μερικές φορές δεν έπινα τίποτα όλη τη μέρα, πράγμα που δεν ήταν εύκολο στην ύπαιθρο της ζεστής Αιγύπτου, ή φορούσα μία ζώνη πλάτους τριών εκατοστομέτρων διακοσμημένη με λεπτά μεταλλικά καρφιά.
Παράλληλα, είχα πολλές αμφιβολίες σχετικά με τις θεμελιώδεις Καθολικές διδασκαλίες, όπως είναι η μετουσίωση και ο νηπιοβαπτισμός. Επίσης δεν μπορούσα να δεχτώ τη Μαρία σαν Μεσίτρια. Ποτέ δεν είχα συναντήσει τέτοιου είδους διδασκαλίες στην ανάγνωση της Βίβλου μου. Μια μέρα μια άλλη καλόγρια είπε: «Αν απαγγείλεις 25 ροζάρια, η Παρθένος θα σου χαρίσει ό,τι θέλεις». Αποφάσισα να δοκιμάσω, και άρχισα να απαγγέλω τα 25 ροζάριά μου (περίπου 1.300 προσευχές). Αλλά αυτή η προσπάθεια με άφησε με το ίδιο άδειο συναίσθημα που είχα και πριν. Μου επιβεβαίωσε αυτό που είχα διαβάσει στα ευαγγέλια, ότι ο Ιησούς είχε πει στους μαθητές του να ζητούν όλα τα πράγματα από τον Πατέρα ‘στο όνομά του’ προκειμένου να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους.—Ιωάννης 16:24.
Συμπλήρωσα τα τρία χρόνια που απαιτούνταν σαν νεοκατηχούμενη και τώρα είχε έρθει ο καιρός για να δώσω τους ισόβιους όρκους μου. Δεν ήθελα να δεσμευτώ, αλλά τι επρόκειτο να απογίνω, τόσο μακριά από τη Γαλλία, αν θα έφευγα από το μοναστήρι; Τελικά υπέγραψα τη συμφωνία μου και πήγα στο παρεκκλήσι όπου υποσχέθηκα να ζήσω σε φτώχεια, αγαμία, και υπακοή για το υπόλοιπο της ζωής μου. Ενδόμυχα, σκεφτόμουν πάντοτε ότι θα μπορούσα να λύσω τα προβλήματά μου με τη βοήθεια του Θεού, σε περίπτωση που θα παραβίαζα τις ευχές μου. Γνώριζα άλλες καλόγριες στις οποίες είχε χορηγηθεί άφεση από τον πάπα.
Στην Παλαιστίνη και στη Βηρυτό
Το 1940 μαινόταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, και τα Γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδιζαν το Κάιρο. Τον καιρό εκείνο μετατέθηκα σε μια μονή στη Χάιφα της Παλαιστίνης. Αφού διέσχισα το Κανάλι του Σουέζ, πήρα το νυχτερινό τρένο. Νωρίς το πρωί είχα μια υπέροχη θέα της ανατολής του ήλιου σε μια όαση, που δεν ήταν παρά μια πρόγευση μόνο του μαγευτικού σκηνικού που επρόκειτο να δω στην Παλαιστίνη. Αισθανόμουν μια ιδιαίτερη έλξη γι’ αυτή τη γη όπου είχαν περάσει τη ζωή τους ο Ιησούς, οι μαθητές του, και πολλοί άλλοι δούλοι του Θεού που αναφέρονται στη Βίβλο.
Η μονή στη Χάιφα είχε επιταχθεί από το Βρετανικό Στρατό και χρησιμοποιόταν σαν γραφεία. Γι’ αυτό με έστειλαν στην Ισφίγια, ένα μικρό χωριό γύρω στα 25 χιλιόμετρα (15 μίλια) από τη Χάιφα, πάνω στην οροσειρά του Κάρμηλου. Εκεί ήμουν απομονωμένη επί ένα μήνα, φτιάχνοντας μαρμελάδα στην κουζίνα.
Με τον καιρό μετατέθηκα στη Βηρυτό του Λιβάνου, που απείχε μόνο δυο ώρες από τη Χάιφα. Η Παλαιστίνη βρισκόταν τότε κάτω από Βρετανική διοίκηση και ο Λίβανος κάτω από Γαλλική, καθιστώντας έτσι ευκολότερο το να περάσω τα σύνορα. Στη διάρκεια των επόμενων ετών, συχνά περνούσα τις διακοπές μου στην Ισφίγια, αλλά ένα χρόνο αρρώστησα, και αντί να επιστρέψω στη Βηρυτό, έμεινα στην Παλαιστίνη.
Όταν ήμουν στην Ισφίγια, πάνω στο Όρος Κάρμηλος, απολάμβανα να παίρνω τα παιδιά σε περιπάτους πάνω στους λόφους γύρω από τη μονή μαζί με τον Καίσαρα, το γάιδαρο, τον οποίο αγαπούσαν επειδή τους έκανε βόλτες με τη σειρά. Περνώντας ανάμεσα από τα πεύκα και τα ελαιόδεντρα, τελικά φτάναμε σε ένα μεγάλο υψίπεδο, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, ο Ηλίας προκάλεσε τους ψευδοπροφήτες του Βάαλ. Προς τα κάτω μπορούσαμε να δούμε το φαράγγι του Κισσών, όπου θανατώθηκαν όλοι εκείνοι οι προφήτες του Βάαλ. (1 Βασιλέων, κεφάλαιο 18) Είχα μάθει σχετικά με τον Ηλία όταν διάβαζα την ιστορία της «Παλαιάς Διαθήκης» και ιδιαίτερα θαύμαζα το θάρρος του και το ζήλο του στην υπηρεσία του Θεού. Κατά συνέπεια, σαν καλόγρια, πήρα το όνομα Ελίζα Μαρία σαν ένα δείγμα της αφοσίωσής μου σ’ αυτόν.
Προσπάθειες να Φύγω
Καθώς περνούσαν τα χρόνια η απόφασή μου να φύγω από τη θρησκευτική κοινότητα γινόταν ισχυρότερη. Το 1953, όταν με κάλεσαν πίσω στη Λυών της Γαλλίας, έγραψα μια επιστολή στον τοπικό καρδινάλιο. Αλλά προτού μπορέσει να έρθει να με δει ο εκπρόσωπος του καρδινάλιου, η ηγουμένη, γνωρίζοντας τα σχέδιά μου να φύγω, με έστειλε στο Σαιντ Μαρτίν Μπελλερός, κάπου 100 χιλιόμετρα (60 μίλια) μακριά. Έγραψα κι άλλες επιστολές στον καρδινάλιο ζητώντας απαλλαγή—αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Το 1958 με έστειλαν πίσω στο Λίβανο. Μετά από λίγους μήνες μπόρεσα να επιστρέψω στη μονή της Χάιφας, που ήταν η αγαπημένη μου πόλη. Επειδή γνώριζα Εβραϊκά, επιλέχτηκα για να κάνω θελήματα και έτσι βρήκα την ευκαιρία να ταχυδρομήσω μια επιστολή στον τοπικό επίσκοπο. Από τότε και μετά τα πράγματα εξελίχτηκαν γρήγορα.
Δύο μέρες αργότερα ο επίσκοπος, έχοντας λάβει την επιστολή μου, ήρθε για να συζητήσει τα πράγματα μαζί μου. Του είπα ότι ήθελα να φύγω, επειδή η υγεία μου δεν ήταν καλή. Χρειαζόμουν ιατρική θεραπεία, και η ζωή στη μονή αποδεικνυόταν ότι ήταν πολύ σκληρή για μένα. Έδειξε μεγάλη κατανόηση, και μετά από συνομιλία μιας ώρας, είπε: «Μπορείς να φύγεις και απόψε αν θέλεις». Κράτησα την επαφή μαζί του, και αυτό αποδείχτηκε ότι ήταν μεγάλη βοήθεια αργότερα.
Μετά από λίγες μέρες ο επίσκοπος με πληροφόρησε ότι η γενική ηγουμένη της Γαλλίας μου είχε στείλει μια επιστολή, όμως εγώ δεν την είχα λάβει. Έτσι πήγα να δω την ηγουμένη της μονής: «Πιστεύω ότι υπάρχει μια επιστολή για μένα», είπα. Ψάχνοντας βαθιά μέσα στο συρτάρι της, έβγαλε ένα φάκελλο και μου τον έδωσε. Η επιστολή αυτή με πληροφορούσε ότι απαλλασσόμουν από τις ευχές μου.
Στη διάρκεια του ησυχαστηρίου (μια περίοδος που σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να μιλάει), βρήκα την ευκαιρία για να φτιάξω τις βαλίτσες μου και να φύγω. Έτσι, ένα Αυγουστιάτικο πρωινό του 1960, βρέθηκα έξω στον μεγάλο ευρύχωρο κόσμο με τη βαλίτσα μου και λίγες Ισραηλινές λίρες που με βοήθησαν για λίγο. Πήγα στο σπίτι ενός ατόμου που γνώριζα, και αυτή με φιλοξένησε για μερικές μέρες.
Μια Νέα Ζωή
Σχεδίαζα να επιστρέψω στη Βηρυτό, όπου σκεφτόμουν ότι θα ήταν ευκολότερο να βρω δουλειά. Αλλά γι’ αυτό το λόγο χρειαζόμουν θεώρηση. Φαινόταν αδύνατο να πάρω θεώρηση από τις διάφορες πρεσβείες της Χάιφα και της Ιερουσαλήμ. Ένας αξιωματούχος ακόμη μου είπε: «Η ηγουμένη της μονής σας μάς ζήτησε να μην βοηθούμε καθόλου καλόγριες που πηγαίνουν σε Αραβικές χώρες». Η φίλη μου στη Χάιφα μου είπε ότι θα ήταν ευκολότερο να ταξιδέψω στη Βηρυτό μέσω της Κύπρου.
Έτσι συνέβη ώστε το 1960 να επιβιβαστώ σ’ ένα Τουρκικό πλοίο που με πήρε από τη Χάιφα στην Κύπρο. Ακολουθώντας τη συμβουλή του επισκόπου, εξακολουθούσα να φοράω το ένδυμα της καλόγριας, κυρίως λόγω των φωτογραφιών του διαβατηρίου μου. Είχα ήδη αποκτήσει μια θεώρηση για την Κύπρο από τις Βρετανικές αρχές, χάρη σε μια επιστολή του επίσκοπου με τον οποίο επικοινωνούσα. Αργότερα πήγα με αεροπλάνο στη Βηρυτό.
Επιθυμώντας να προσαρμοστώ προοδευτικά στην εξωτερική ζωή, δέχτηκα εργασία στις κουζίνες μιας Δομινικανής μονής χωρίς θρησκευτική ιδιότητα. Έμεινα εκεί επί δύο χρόνια. Μια μέρα μια Καρμελίτισσα ηγουμένη με προσκάλεσε να ξαναγυρίσω στο τάγμα των καλογρεών, λέγοντας: «Ξέχασε μόνο τη μικρή σου περιπέτεια και θα διατηρήσεις τη θέση σου ανάμεσα στις παλιές καλόγριες». Αφού αντιμετώπισα χίλια δυο προβλήματα, εξάπαντος δεν είχα καμία διάθεση να ξαναγυρίσω!
Μετά απ’ αυτό δούλεψα για λίγο σαν παιδαγωγός για πλούσιες οικογένειες, και όταν βρισκόμουν μαζί με άλλες παιδαγωγούς, τις ρωτούσα αν γνώριζαν κανέναν που μελετούσε τη Βίβλο. «Αλλά όχι ιερέα!» επέμενα.
Η Έρευνά μου Ανταμείφθηκε
Μια μέρα, τον Φεβρουάριο του 1964, οι προσευχές που έκανα μια ολόκληρη ζωή βρήκαν απάντηση. Με τη βοήθεια μιας Γαλλίδας νοσοκόμου η οποία είχε συναντήσει Μάρτυρες του Ιεχωβά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τελικά μελετούσε τη Βίβλο με Μάρτυρες στη Βηρυτό, άρχισα κι εγώ επίσης Γραφική μελέτη. Μετά από τέσσερα απογευματινά συζήτησης, γνώριζα ότι είχα βρει την αλήθεια την οποία έψαχνα για τόσα πολλά χρόνια.
Οι Μάρτυρες δεν μελετούσαν απλώς τη Βίβλο αλλά εφάρμοζαν επίσης αυτά που μάθαιναν και δίδασκαν στους άλλους. Φαινόταν σαν να είχε καταπέσει από μπροστά μου ένα τεράστιο εμπόδιο. Θα μπορούσα να είχα κλάψει από χαρά. Τα λίγα που είχα διαβάσει αρκούσαν για να με πείσουν ότι το δόγμα της Τριάδας, της αθανασίας της ψυχής, και άλλα παρόμοια δόγματα δεν βρίσκονταν σε αρμονία με τη Βίβλο.
Παρ’ όλ’ αυτά, ένα πράγμα κατέπνιγε τον ενθουσιασμό μου: το όνομα Μάρτυρες του Ιεχωβά. Έλεγα μέσα μου: ‘Είναι σαν να πηγαίνεις γυρεύοντας δυσκολίες στις Αραβικές χώρες· θα νομίζουν πως είμαστε Εβραίοι!’ Ωστόσο αυτό δεν με εμπόδισε από του να μελετήσω, και τον Οκτώβριο του 1964 βαφτίστηκα συμβολίζοντας την αφιέρωσή μου στον Ιεχωβά.
Πάνω από 20 χρόνια έχουν περάσει από τότε που βρήκα την αλήθεια η οποία ‘με απελευθέρωσε’. (Ιωάννης 8:32) Ναι, η ματαιότητα της συνήθειας της καταστολής των παθών με αυτοτιμωρία, που υπάρχει σε πολλές μονές, είναι πια σαφής για μένα. Πόσο αληθινά είναι τα λόγια του αποστόλου Παύλου: Τα πράγματα αυτά, πράγματι, «έχουσι φαινόμενον μόνον σοφίας εις εθελοθρησκείαν και ταπεινοφροσύνην και σκληραγωγίαν του σώματος, εις ουδεμίαν τιμήν έχοντα την ευχαρίστησιν της σαρκός».—Κολοσσαείς 2:23.
Τι χαρά είχα να μοιράζομαι τη γνώση με τους άλλους και να κάνω γνωστή τη θαυμαστή ελπίδα που περιέχεται στο Λόγο του Θεού μάλλον αντί να απομακρύνομαι από τον κόσμο! Με το να είμαι καλόγρια επί 30 χρόνια, μπορώ να μιλάω με Καθολικούς με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων τους. Επί αρκετά χρόνια τώρα, υπηρετώ σαν σκαπανέας (ολοχρόνια διάκονος των Μαρτύρων του Ιεχωβά), φέρνοντας έτσι σε πέρας την εντολή που μας εμπιστεύτηκε ο Ιησούς να κηρύξουμε ‘αυτά τα καλά νέα της βασιλείας’. (Ματθαίος 24:14)—Από συνεργάτη μας.
[Εικόνα στη σελίδα 18]
Η Μονή Gignac