Γαιάνθρακας—Ένα Φλέγον Ζήτημα του Παρελθόντος
Η ΚΑΤΑΧΝΙΑ πριν από την αυγή αιωρείται βαριά πάνω στα βουνά, καθώς ο ήλιος που ανατέλλει προσπαθεί να κάνει την εμφάνισή του στον ανατολικό ουρανό. Το φως από τις λάμπες του πετρελαίου που τρεμοσβήνουν μπορεί να το δει κανείς μέσα από τα ξεθωριασμένα τετράγωνα παράθυρα κατά σειρές στις ετοιμόρροπες καλύβες που σκεπάζουν το βουνό. Στο ημίφως μέσα στα σπίτια, σύζυγοι και μητέρες προσπαθούν απεγνωσμένα να βρουν λίγο φαγητό για να το έχουν έτοιμο για τα άρρενα μέλη της οικογένειας.
Λίγο μετά, οι αποκαμωμένοι άρρενες βγαίνουν από το σπίτι τους. Αδύνατα φωτάκια φέγγουν από τα κράνη τους, δίνοντάς τους την εμφάνιση εκατοντάδων γιγαντιαίων πυγολαμπίδων, καθώς κατεβαίνουν όλοι μαζί προς τα κάτω στον βραχώδη δρόμο. Σιγά-σιγά, σαν να πηγαίνουν σε παρέλαση, προχωρούν—οι γέροι, οι μεσήλικες, οι νέοι, και οι πολύ νέοι. Είναι Αμερικάνοι, Άγγλοι και Μαύροι, Ιρλανδοί και Ουαλοί, Τσέχοι και Σλοβάκοι. Είναι Ιταλοί και Ούγγροι, Πολωνοί και Έλληνες—ένας συρφετός από κάθε σχεδόν εθνικότητα της Ευρώπης—όλοι τους ανθρακωρύχοι.
Η οδοιπορούσα παρέλαση σταματάει. Αρχίζει η αναμονή για τον ασταθή ανελκυστήρα που θα τους φέρει εκατοντάδες μέτρα μέσα στα έγκατα της γης. Η μουχλιασμένη μυρωδιά από ξύλο που στηρίζει τόννους βάρος πάνω από τα κεφάλια τους και η βλαβερή μυρωδιά από τους παρασιτικούς μύκητες γεμίζει τα ρουθούνια τους. Ο ήχος νερού που τρέχει είναι διαρκής. Πρέπει ακόμη να συνηθίσουν τον ήχο των καθιζήσεων.
Έτσι αρχίζει η κάθε μέρα του ανθρακωρύχου προκειμένου να εξάγει 16 τόννους γαιάνθρακα βαθιά μέσα από τη γη.
Η Ζήτηση για Γαιάνθρακα Γίνεται Παγκόσμια Αισθητή
Η Βιομηχανική Επανάσταση της δεκαετίας του 1800 είχε αρχίσει. Νέα εργοστάσια ξεπετάγονταν σ’ όλη τη χώρα και τα παλιά επεκτείνονταν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του αναπτυσσόμενου έθνους. Ο γαιάνθρακας ήταν το ορυκτό προϊόν που χρειαζόταν για να λειτουργήσουν οι λέβητες και να παράγουν την ενέργεια που διατηρεί ακμαία τη βιομηχανία. Η ζήτηση για γαιάνθρακα ήταν αισθητή σ’ όλο τον κόσμο, και από την Αμερική η ζήτηση ανθρώπων για να δουλέψουν στα ορυχεία της ακούστηκε πέρα από τους ωκεανούς.
Οι έμπειροι ανθρακωρύχοι της Αγγλίας και της Ουαλίας άκουσαν τη μακρινή φωνή για βοήθεια από την άλλη μεριά του ωκεανού. Σκεπτόμενοι ότι οι «αποικίες» ήταν μια χώρα ευκαιρίας, μετανάστευσαν στην Αμερική. Η ζήτηση εργατών ανθρακωρυχείου ακούστηκε επίσης στην Ιρλανδία όπου οι ιδιοκτήτες ανθρακωρυχείων είχαν στείλει εμπορικούς αντιπροσώπους για να διαπραγματευθούν για το «Αμερικανικό όνειρο» μιας ευημερούσας χώρας—μεγάλοι μισθοί, ωραία σπίτια, εκκλησίες και σχολεία, και ένα σύστημα βασισμένο στα ίσα δικαιώματα όλων των πολιτών. Το γεγονός ότι τα έξοδα μεταφοράς τους θα καταβάλλονταν από τους ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων απλώς υπογράμμιζε την πεποίθησή τους ότι πράγματι η Αμερική ήταν μια χώρα πλούτου και ευκαιριών.
Ακόμη κι αν υπήρχαν εκείνοι που πίστευαν ότι η Ιρλανδία (το Σμαραγδένιο Νησί) ήταν πολύ όμορφη για να την εγκαταλείψουν και ότι το ταξίδι των εννέα εβδομάδων μέσα στη θάλασσα ήταν πολύ μεγάλο προκειμένου να βρουν μια καλύτερη ζωή, η άποψή τους σύντομα επρόκειτο να αλλάξει—εξαιτίας της σοβαρής έλλειψης της πατάτας! Η πατάτα ήταν το στήριγμα της ζωής των Ιρλανδών. Ο μέσος όρος κατανάλωσης πατάτας από έναν ενήλικο ήταν 4-7 κιλά την ημέρα. Το 1845 χτύπησε τις σοδειές της πατάτας μια μυστηριώδης ασθένεια, η οποία επρόκειτο να διαρκέσει έξι χρόνια που χαρακτηρίστηκαν από πείνα. Πάνω από ένα εκατομμύριο Ιρλανδοί πέθαναν από την πείνα. Εκείνοι που διαφήμιζαν το Αμερικανικό όνειρο κατακλύστηκαν ξαφνικά από ανθρώπους που άρχισαν να τους εκλιπαρούν για μια θέση στο πλοίο. Κάθε πλοίο που υπήρχε ναυλώθηκε, συχνά με ανεπαρκείς ευκολίες και εγκαταστάσεις υγιεινής για τις εκατοντάδες ανθρώπους που συνωστίζονταν στα πλοία. Πολλοί πέθαναν. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν. Υπολογίζεται ότι πέντε χιλιάδες άτομα χάθηκαν στο ταξίδι προς την Αμερική και τα πτώματά τους πετάχτηκαν στη θάλασσα. Παρ’ όλα αυτά, στη διάρκεια των ετών της πείνας εξαιτίας της ασθένειας στην πατάτα, 1,2 εκατομμύρια Ιρλανδοί μετανάστες έφτασαν στις Αμερικανικές ακτές.
Εκεί για πολλούς η ψευδαίσθηση έσβησε. Το όνειρο έγινε εφιάλτης. Τα «ωραία σπίτια» ήταν πρόχειρα κακοφτιαγμένες καλύβες με ασοβάντιστους τοίχους, χωρίς ταβάνια και τοιχόστρωση, και όπου ο κρύος άνεμος έκανε την παρουσία του αισθητή το χειμώνα. Η επίπλωση αποτελούνταν από κακοφτιαγμένα κρεβάτια και τραπέζια και πρόχειρες καρέκλες. Ο «μεγάλος μισθός» ήταν μερικά σεντς την ώρα—λιγότερο από ένα δολάριο για μια πολύ μεγάλη ημέρα εργασίας. Δεν υπήρχε κανένα από τα υποσχεμένα σχολεία. Τα παιδιά μεγάλωναν χωρίς να μπορούν να διαβάσουν ή να γράψουν ακόμη και το όνομά τους. Πολλοί από τους ανθρακωρύχους και τις οικογένειές τους κατέληξαν σκλάβοι σχεδόν, με ελάχιστα μέσα διαφυγής.
Για παράδειγμα: Οι πρόχειρες κωμοπόλεις ήταν ιδιοκτησία της εταιρίας των ανθρακωρυχείων. Το ίδιο και τα καταστήματα. Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες ανθρακωρυχείων αρνούνταν να επιτρέψουν σε οποιοδήποτε κατάστημα να λειτουργήσει μέσα στα όριά τους. Κατά συνέπεια, οι ανθρακωρύχοι εξαναγκάζονταν να αγοράσουν όλα τους τα αγαθά από τα καταστήματα της Εταιρίας—τρόφιμα, ρουχισμό, και εργαλεία—σε τιμές πάρα πολύ υψηλότερες απ’ ό,τι σε άλλα καταστήματα, μερικές φορές μέχρι τρεις φορές υψηλότερες. Αν λειτουργούσαν άλλα καταστήματα εκεί κοντά, τότε οι ανθρακωρύχοι δεν πληρώνονταν με μετρητά, αλλά με κουπόνια και κέρματα που ονομάζονταν προσωρινά χαρτονομίσματα και που μπορούσαν να εξαργυρωθούν μόνο στο κατάστημα της Εταιρίας. Αν ο ανθρακωρύχος αρνούνταν να αγοράσει από το κατάστημα, απολυόταν και έμπαινε στη μαύρη λίστα, και οι άλλοι ιδιοκτήτες ορυχείων αρνούνταν να τον πάρουν στην εργασία τους.
Δεν ήταν ασυνήθιστο το φαινόμενο τα παιδιά να δουλεύουν για να ξεπληρώνουν στα καταστήματα της Εταιρίας χρέη που είχαν κληρονομήσει από τους πατέρες τους. Σημειώστε, για παράδειγμα, το μέρος ενός κύριου άρθρου που δημοσιεύτηκε σε μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης το 1872: «Μερικές φορές η μια γενιά μετά την άλλη εργάζεται για να ξεπληρώσει τα χρέη που έβαλαν οι παππούδες τους. Εκείνοι που έχουν μερικά νομίσματα στην τσέπη τους τα κέρδισαν με σκληρό μόχθο μετά από πολλές ώρες εργασίας μέσα στη γη».
Έτσι συνέβη ώστε χωρίς να έχουν άλλο τόπο για να πάνε και χρήματα για να φύγουν, οι ανθρακωρύχοι γίνονταν σκλάβοι στους ιδιοκτήτες ορυχείων.
Επειδή δεν υπήρχαν τότε νόμοι εργασίας για τα παιδιά, οι ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων επωφελούνταν από τα αγόρια, και τα έστελναν στα ανθρακωρυχεία σε πολύ μικρή ηλικία για να εργάζονται πολλές ώρες σε στενούς χώρους όπου μόνο τα μικρά τους σώματα μπορούσαν να χωρέσουν. Μερικά παιδιά μέχρι πέντε ετών εργάζονταν στο επάνω μέρος ξεχωρίζοντας τον άνθρακα από τον σχιστόλιθο καθώς το ορυκτό κινούνταν πάνω στον ιμάντα του μεταφορέα, και τα δάχτυλα και τα χέρια τους συχνά συντρίβονταν και έχαναν το σχήμα τους. Άλλα παιδιά, εξαντλημένα από εργασία 14 ωρών, έπεφταν πάνω στους μεταφορείς αυτούς και συνθλίβονταν μέχρι θανάτου. Άλλα παιδάκια αφήνονταν να κάθονται μόνα τους μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους κάτω από το έδαφος επί 12 ώρες τη μέρα ανοίγοντας καταπακτές για να περνούν τα μουλάρια—τα μουλάρια τα φρόντιζαν καλύτερα από τους ανθρώπους.
Οι συνθήκες εργασίας για τους νέους και για τους ηλικιωμένους ήταν μια διαρκής απειλή για τη ζωή τους. Υπόγειες εκρήξεις, πυρκαγιές στο ορυχείο, κατακρημνίσεις, πλημμύρες, θάνατοι από δηλητηριώδη αέρια ή από ασφυξία, παγίδευση επί μέρες χωρίς φως, τροφή και νερό—αυτοί ήταν οι καθημερινοί κίνδυνοι που έφερναν όλεθρο στην υγεία τους.
Οι ανθρακωρύχοι αποφάσισαν ότι οι συνθήκες έπρεπε να βελτιωθούν, τόσο επάνω όσο και κάτω από το έδαφος. Έγιναν προσπάθειες να σχηματιστούν εργατικά συνδικάτα, και έγιναν παράπονα στους ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων, ζητώντας βελτιώσεις και ασφαλέστερες συνθήκες εργασίας, μεγαλύτερη αμοιβή, κατάργηση της τακτικής των καταστημάτων ιδιοκτησίας της εταιρίας, εξαίρεση των παιδιών από την εργασία μέσα στα ορυχεία, πράγματα που τα αγνόησαν οι ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων.
Κατόπιν ήρθε η άρνηση των ανθρακωρύχων να δουλέψουν. Οι απεργίες ανθρακωρύχων ήταν στην ημερήσια διάταξη. Τα ανθρακωρυχεία αναγκάστηκαν να κλείσουν, και οι ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων έφεραν μισθωμένους κακοποιούς για να σπάσουν την απεργία. Έδιωξαν οικογένειες ολόκληρες από τις ετοιμόρροπες καλύβες στο δριμύ κρύο. Άντρες δάρθηκαν, και ετοιμόγεννες γυναίκες διώχτηκαν από το σπίτι τους. Κατά διαταγή των ιδιοκτητών, οι γιατροί της εταιρίας αρνούνταν να δώσουν οποιαδήποτε ιατρική βοήθεια.
Οι Μόλλυ Μαγκουάιερς
Πολύ προτού μεταναστεύσουν οι Ιρλανδοί στην Αμερική, υπήρχε μια βαθιά ριζωμένη πικρία ανάμεσα στους Προτεστάντες Άγγλους και στους Καθολικούς Ιρλανδούς. Έτσι όταν οι Ιρλανδοί βρέθηκαν στο Αμερικανικό έδαφος, αλλά κάτω από Άγγλους ιδιοκτήτες ορυχείων και αφεντικά, ήταν πολύ σκληρό το πράγμα γι’ αυτούς. Στη διάρκεια της μεγάλης διαμάχης ανάμεσα στους ανθρακωρύχους και στους ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων, οι Ιρλανδοί σχημάτισαν μία μυστική εταιρία που ονομαζόταν οι Μόλλυ Μαγκουάιερς. Ήταν μια μικρή ομάδα από Ιρλανδούς ανθρακωρύχους που εκδικούνταν τους ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων, τα αφεντικά, και τους επιστάτες, σκοτώνοντάς τους στα σπίτια τους, στους δρόμους, και στα ανθρακωρυχεία.
Μια περίοδος τρομοκρατίας απλώθηκε σε όλες τις ανθρακουπόλεις. Ορυχεία ανατινάχτηκαν, σιδηροδρομικά βαγόνια που μετέφεραν γαιάνθρακα ανατινάχτηκαν και καταστράφηκαν. Οι αξιωματούχοι των Αγγλικών ανθρακωρυχείων υπέφεραν πάρα πολύ. Μετά από μακρά περίοδο, αφού ένας κατάσκοπος είχε μπει μέσα στις τάξεις τους, οι Μόλλυ Μαγκουάιερς έφτασαν σε φοβερό τέλος—20 από τα μέλη τους κρεμάστηκαν, οι 10 σε μια μέρα.
Οι «Μόλλυς» δεν ήταν παρά απλώς ένα δόντι γραναζιού στο μηχανισμό της εξέγερσης των ανθρακωρύχων που έκρουε τον κώδωνα του θανάτου για τη δικτατορική εξουσία των ιδιοκτητών των ανθρακωρυχείων πάνω στους ανθρακωρύχους. Τελικά σχηματίστηκε ένα ισχυρό εργατικό συνδικάτο το οποίο διοίκησε τους ανθρακωρύχους σε όλο το έθνος, εξασφαλίζοντας καλύτερο μισθό, πιο ασφαλείς συνθήκες εργασίας, κατάργηση της εργασίας των παιδιών, και άλλα. Σήμερα, ο ανθρακωρύχος είναι ένα σεβαστό επάγγελμα με ωφέλειες που δελεάζουν χιλιάδες ανθρώπους μέσα στη γη που ψάχνουν για γαιάνθρακα.
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 16]
Εκρήξεις, πυρκαγιές, κατακρημνίσεις, δηλητηριώδη αέρια—αυτοί ήταν οι καθημερινοί κίνδυνοι
[Εικόνα στη σελίδα 15]
Ένα κατάστημα εταιρίας με μερικά κέρματα που χρησιμοποιούνταν για νομίσματα