Η Ελληνική Γλώσσα
Είναι μια γλώσσα που ανήκει στην Ινδο–Ευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών, η γλώσσα εκείνων που πιστεύεται ότι κατοικούσαν στην ανατολικο–κεντρική Ασία ή στη Δυτικο−κεντρική Ευρώπη. (Η Εβραϊκή είναι από τη Σημιτική, μια άλλη οικογένεια γλωσσών.) Η Ελληνική είναι η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν αρχικά οι Χριστιανικές Γραφές (εκτός από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, που μπορεί να γράφτηκε πρώτα στην Εβραϊκή γλώσσα) και στην οποία γράφτηκε η πρώτη πλήρης μετάφραση των Εβραϊκών Γραφών, δηλαδή, η Μετάφραση των Εβδομήκοντα.
Διάρθρωση
Υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι γλωσσών: (1) «μονωτικός τύπος», χωρίς κλίση των λέξεων, και με χρήση ιδιομορφίας όπως η φθογγοταξία για ποικιλία εκφράσεως, όπως είναι η Κινεζική· (2) «συνθετικός τύπος» (συγκολλητικός τύπος), που κάνει χρήση χωρισίμων προθεμάτων (προσυνθετικών), ενθεμάτων και προσφυμάτων (επισυνθετικών), όπως είναι η Τουρκική γλώσσα· (3) «κλιτικός τύπος» (διακαμπτικός τύπος), που κάνει μια ποικιλία έκφρασης μέσω των ριζών, των προθεμάτων και των καταλήξεων. Η Ελληνική είναι μια «κλιτική» γλώσσα.
Ιστορία
Δεν είναι πολλά πράγματα γνωστά από την ιστορία της Ελληνικής γλώσσας πριν από το έτος 1500 π.Χ. Πραγματικά, η ιστορία της γλώσσας αυτής είναι πολύ σκοτεινή πριν από το έτος 1000 π.Χ. περίπου. Λόγω απομόνωσης που έγινε από γεωγραφικές διαιρέσεις, σχηματίζονταν διάφορες διάλεκτοι από τις τρεις διαλέκτους που φαίνονταν σαν πρωταρχικές, δηλαδή την Αιολική, τη Δωρική και την Ιωνική. Η Αττική διάλεκτος των Αθηνών, εξελίχθηκε απ’ αυτές, που βασίζονταν κυρίως, όπως λένε μερικοί έγκυροι κύκλοι, στην Ιωνική διάλεκτο. Η Αττική διάλεκτος ήταν η κλασσική Ελληνική. Από το έτος 330 π.Χ. έως το 330 μ.Χ. ήταν ο αιώνας της «κοινής» Ελληνικής, ένα μίγμα από διάφορες Ελληνικές διαλέκτους, από τις οποίες η Αττική διάλεκτος ήταν η πιο ουσιώδης. Η σύνθεση της «κοινής» διαλέκτου προήλθε από τις στρατιωτικές εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στου οποίου το στρατό αντιπροσωπεύονταν όλες οι Ελληνικές φυλές, και του οποίου οι κατακτήσεις έκαναν την «κοινή» διάλεκτο να γίνει μια διεθνής γλώσσα. Από το έτος 330 μ.Χ., όταν η έδρα της Ρωμαϊκής κυβέρνησης μεταφέρθηκε από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, έως το έτος 1453, οπότε οι Τούρκοι κατέλαβαν αυτή την πόλη, μιλιόταν η Βυζαντινή Ελληνική γλώσσα. Από τότε επικράτησε η νεότερη Ελληνική γλώσσα. Μερικοί αρχαιολόγοι έχουν μια διαφορετική σκιαγραφία της ιστορίας της Ελληνικής γλώσσας, αλλά πιστεύεται γενικά ότι πρόκειται γι’ αυτές τις εποχές.
«Κοινή»
Η «κοινή» είχε ένα πολύ σαφές πλεονέκτημα από τις άλλες γλώσσες της εποχής εκείνης, στο ότι ήταν γνωστή σχεδόν σε όλο τον κόσμο. «Κοινή» σημαίνει γλώσσα όλων, ή διάλεκτος που είναι γενική σε όλους. Το πόσο ευρεία ήταν η χρήση της «κοινής» Ελληνικής γλώσσας μπορούμε να το διακρίνουμε από το γεγονός ότι τα διατάγματα των αυτοκρατορικών κυβερνητών και της Ρωμαϊκής γερουσίας μεταφράζονταν στην «κοινή» γλώσσα για να διανεμηθούν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Γι’ αυτό και η κατηγορία που επικολλήθηκε στο ξύλο πάνω από το κεφάλι του Ιησού Χριστού όταν τον καθήλωσαν, ήταν γραμμένη, όχι μόνο στην επίσημη Λατινική και στην Εβραϊκή , αλλά και στην «κοινή» Ελληνική γλώσσα.—Ματθ. 27:37· Ιωάν. 19:19,20.
Σχετικά με τη χρήση της Ελληνικής γλώσσας στη χώρα του Ισραήλ, ένας αρχαιολόγος δίνει τα εξής σχόλια: «Μολονότι ο κύριος όγκος του Ιουδαϊκού λαού απέρριπτε τον Ελληνισμό και τις μεθόδους του, η επικοινωνία με τους Ελληνικούς λαούς και η χρήση της Ελληνικής γλώσσας διόλου δεν αποφευγόταν. . . . Οι Παλαιστίνιοι δάσκαλοι έβλεπαν την Ελληνική μετάφραση των Γραφών, με εύνοια, σαν ένα μέσον μεταδόσεως της αλήθειας στους Εθνικούς». (Βιβλίο Ελληνισμός, από Βέντουιτς 1919, σελ 115-117) Φυσικά, ο πρώτιστος λόγος έκδοσης της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα ήταν προς όφελος των Ιουδαίων, ιδιαίτερα εκείνων της Διασποράς, που δε μιλούσαν πια καθαρά την Εβραϊκή, αλλ’ ήταν εξοικειωμένοι με την Ελληνική γλώσσα. Οι αρχαίες Εβραϊκές λέξεις που σχετίζονταν με την Ιουδαϊκή λατρεία αντικαταστάθηκαν από λέξεις Ελληνικής προέλευσης. Η λέξη «συναγωγή» που σημαίνει «συνάθροιση», αποτελεί παράδειγμα της υιοθέτησης Ελληνικών λέξεων από τους Ιουδαίους.
Συνεχίζεται