Ελλάδα, Έλληνες
(συνέχεια)
Η Ελληνική Θρησκεία
Η ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΗ γνώση για την Ελληνική θρησκεία που έχουμε είναι από την επική ποίηση του Ομήρου. Στην πραγματικότητα δεν είναι βέβαιο ότι ο Όμηρος υπήρξε πραγματικά. Μεταγενέστερες περιγραφές για τη ζωή του φαίνεται ότι είναι φανταστικές. Αλλά τα δύο επικά ποιήματα που αποδίδονται σ’ αυτόν, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, απαγγέλλονταν κάθε τέσσερα χρόνια στην Αθήνα στη διάρκεια της κλασσικής περιόδου. Τα αρχαιότερα αποσπάσματα σε πάπυρους από τα ποιήματα αυτά πιστεύεται ότι χρονολογούνται λίγο πριν από το 150 π.Χ. Όπως λέει ο Καθηγητής της Ελληνικής Τζωρτζ Τζ. Α. Μιούρρεϋ γι’ αυτά τα αρχαία κείμενα, «διαφέρουν ‘πολύ’ από το κοινό μας κείμενο», δηλαδή, από το κείμενο το οποίο ήταν κοινά αποδεκτό στους περασμένους αιώνες. Ώστε, αντίθετα από τη Βίβλο, τα Ομηρικά κείμενα δεν διατηρήθηκαν στην ολότητά τους, αλλά υπήρχαν «σε εξαιρετικά ρευστή κατάσταση», όπως αποδεικνύει ο Καθηγητής Μιούρρεϋ.
Τα Ομηρικά ποιήματα πραγματεύονταν πολεμικούς ήρωες και θεούς οι οποίοι έμοιαζαν πάρα πολύ με τους ανθρώπους. Μερικοί λόγιοι πιστεύουν ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στην Οδύσσεια και στο Βαβυλωνιακό έπος του Γκιλγκαμές.
Ένας άλλος ποιητής, ο Ησίοδος, πιθανώς του ογδόου αιώνα π.Χ., λέγεται ότι συστηματοποίησε το πλήθος των Ελληνικών μύθων και θρύλων. Μαζί με τα Ομηρικά ποιήματα, η θεογονία του Ησίοδου σχημάτιζε τα κύρια ιερά γραπτά ή τη θεολογία των Ελλήνων.
Εξετάζοντας τους Ελληνικούς μύθους, είναι ενδιαφέρον να δούμε με ποιο τρόπο η Βίβλος ρίχνει φως στην πιθανή τους προέλευση. Όπως αποδεικνύει το Γένεσις 6:1-13, πριν από τον Κατακλυσμό οι αγγελικοί γιοι του Θεού ήρθαν στη γη, προφανώς υλοποιούμενοι σε ανθρώπινη μορφή, και συζούσαν παράνομα με ελκυστικές γυναίκες. Παρήγαγαν απογόνους που ονομάστηκαν «Νεφιλείμ» ή «Καταρρίπτοντες», δηλαδή, ‘εκείνοι που έκαναν τους άλλους να σωριάζονται κάτω’. Το αποτέλεσμα της αφύσικης αυτής ένωσης των πνευματικών πλασμάτων με τους ανθρώπους, και της μικτογενούς φυλής την οποία παρήγαγε, ήταν μία γη γεμάτη με ανηθικότητα και βία. (Παράβαλε με Ιούδα 6· 1 Πέτρου 3:19, 20· 2 Πέτρου 2:4, 5) Όπως και άλλοι στα χρόνια μετά τον Κατακλυσμό, ο Ιαβάν, ο πρόγονος των Ελληνικών φυλών, αναμφίβολα άκουσε την περιγραφή για τους καιρούς και τις περιστάσεις πριν από τον Κατακλυσμό, πιθανόν από τον πατέρα του Ιάφεθ, που ήταν ένας από εκείνους που επέζησαν από τον Κατακλυσμό. Σημειώστε, τώρα, τι αποκαλύπτουν τα γραπτά τα οποία αποδίδονται στον Όμηρο και στον Ησίοδο.
Οι πολυάριθμοι θεοί και θεές που περιέγραφε είχαν ανθρώπινη μορφή και μεγάλη ομορφιά, αν και ήταν γίγαντες και υπεράνθρωποι. Έτρωγαν, έπιναν, κοιμούνταν, είχαν σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ τους ή με τους ανθρώπους, ζούσαν σαν οικογένειες, καβγάδιζαν και μάχονταν, αποπλανούσαν και βίαζαν. Οι υποτιθέμενοι αυτοί άγιοι και αθάνατοι, ήταν ικανοί να κάνουν κάθε είδους απάτη και έγκλημα. Μπορούσαν να κινούνται ανάμεσα στο ανθρώπινο γένος είτε ορατοί είτε αόρατοι. Αργότερα οι Έλληνες συγγραφείς και φιλόσοφοι επιδίωξαν να καθαρίσουν τις περιγραφές του Ομήρου και του Ησίοδου από μερικές από τις πιο φαύλες πράξεις που αποδίδονταν στους θεούς.