Μια Επιστολή που Φανερώνει Νεανική Ακεραιότητα
Αγαπητοί Αδελφοί:
Σας εσωκλείω ένα μικρό ποσό χρημάτων. Είναι μια προσφορά από τους γιους μου, τον Τίμμυ και τον Μάικλ, ηλικίας 12 και 5 ετών. Είμαι βέβαιος ότι θα ήθελαν να τα χρησιμοποιήσετε με όποιο τρόπο μπορείτε, για την επέκτασι του έργου της Βασιλείας.
Ο Τίμμυ ήταν ένας δραστήριος διαγγελέας της Βασιλείας και αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες για να το κατορθώση. Η μητέρα του κι’ εγώ είχαμε χωρίσει, και πολύ σύντομα μετά απ’ αυτό πήραμε διαζύγιο, όταν ο Τίμμυ ήταν επτά ετών και ο Μάικλ μόνο έξη μηνών. Η μητέρα τους εναντιωνόταν έντονα στη στάσι μου υπέρ της βασιλείας του Θεού. Ο Τίμμυ, όμως, είχε ζωηρή εκτίμησι για την αλήθεια και ισχυρή επιθυμία να ευαρεστήση τον Ιεχωβά.
Ανατέθηκε η κηδεμονία του Τίμμυ και του Μάικλ στη μητέρα τους, κι’ έτσι ήσαν εκτεθειμένοι σ’ όλες τις κοσμικές συνήθειες και γιορτές. Αλλά η αρχική Γραφική εκπαίδευσις που είχε λάβει ο Τίμμυ και η πίστις του στον Ιεχωβά τον βοήθησαν να κρατήση μια σταθερή στάσι, ακόμη και σ’ αυτή την τρυφερή του ηλικία, υπέρ της βασιλείας του Θεού. Και μολονότι δεν μπορούσα να διδάσκω τον Μάικλ καθημερινά, ο Τίμμυ, παρά την εναντίωσι της μητέρας του, βοήθησε τον Μάικλ να δη και να καταλάβη ότι οι συνήθειες και οι γιορτές στις οποίες τον ενθάρρυνε η μητέρα του να συμμετέχη, δυσαρεστούσαν τον Ιεχωβά. Και λόγο της επίμονης του Τίμμυ και του πνεύματος του Ιεχωβά, ο μικρός Μάικλ πήρε τη στάσι του υπέρ του Ιεχωβά.
Στον κατάλληλο καιρό, χάρις στον Ιεχωβά, βρήκα μια σύντροφο, τη Ρουθ, που είχε μια νεαρή κόρη, τη Χόλλυ—ήσαν και οι δύο πιστές λάτρεις του Ιεχωβά. Και με την επενέργεια του πνεύματος του Ιεχωβά, μπορέσαμε να πάρωμε τη νομική κηδεμονία του Τίμμυ και του Μάικλ. Δαπανούσαμε πολλές ευχάριστες ώρες στην υπηρεσία, στις συναθροίσεις και σε υγιή αναψυχή σαν οικογένεια. Ο Τίμμυ και ο Μάικλ και η καινούργια αδελφούλα τους, η Χόλλυ, ηλικίας τώρα εννέα ετών, προόδευαν πνευματικά· ο Τίμμυ έφθασε στο σημείο ν’ αφιερώση τη ζωή του στον Ιεχωβά, σχεδιάζοντας να βαπτισθή στη συνέλευσι «Ζώσα Ελπίς» το καλοκαίρι του 1979. Και τα τρία παιδιά έδιναν μεγάλη ενθάρρυνσι στη Ρουθ και σ’ εμένα.
Ένα βράδυ καθώς επιστρέφαμε από μια ιδιαίτερα εποικοδομητική Χριστιανική συνάθροισι, έχοντας μάθει για την πιστή υπομονή των Χριστιανών αδελφών μας στην Αφρική, ο Τίμμυ είπε: «Θα ήθελα να είχα την ευκαιρία ν’ αποδείξω την πίστι μου στον Ιεχωβά όπως οι αδελφοί μας στην Αφρική. Θα παρέμενα πιστός μέχρι τέλους.» Διαβεβαίωσα τον Τίμμυ, «Εξακολούθησε να παραμένης πιστός στον Ιεχωβά στα μικρά πράγματα—να παρακολουθής και να συμμετέχης στις συναθροίσεις, να λαμβάνης μέρος στην υπηρεσία αγρού, να κάνης συμπτωματική μαρτυρία στο σχολείο και να υπακούης στους γονείς σου και στις εξουσίες, και αν ποτέ αντιμετωπίσης τέτοιο διωγμό, ο Ιεχωβά θα σε βοηθήση να παραμείνης πιστός.»
Και χάρις στον Ιεχωβά, όλα μας τα παιδιά παρέμειναν πιστά σ’ αυτά τα μικρά πράγματα. Στόχος του Τίμμυ ήταν να «αυξήσω τον χρόνο που διαθέτω στην υπηρεσία μου τώρα, ώστε να έχω ένα καλό υπόμνημα όταν θα υποβάλω αίτησι για υπηρεσία Μπέθελ.»
Όταν κατά καιρούς επισκέπτονταν τα Σαββατοκύριακα τη μητέρα τους στο Μπέφορτ, μια γειτονική πόλι, ο Τίμμυ διευθετούσε πάντοτε να παρακολουθούν τις Χριστιανικές συναθροίσεις το πρωί της Κυριακής. Νωρίς το πρωί στις 29 Απριλίου 1979, ένα τέτοιο Κυριακάτικο πρωινό, περπατούσα μόνος μου στον κήπο μας πριν από τη συνάθροισί μας. Παρατηρούσα τα βαθιά ίχνη στην υγρή γη—τις πατημασιές του μικρού Μάικλ εκεί όπου πριν από δυο μέρες είχε περάσει από το μέσον του κήπου για να θάψη ένα σκουληκάκι που είχε μπει στο δωμάτιό του. Αυτό μου έφερε στη διάνοια τον Τίμμυ και τον Μάικλ. Θα ξυπνούσαν σύντομα για να πάνε στη συνάθροισι στο Μπέφορτ. Έλπιζα ότι ο Τίμμυ θα είχε κάνη πάλι τις διευθετήσεις του.
Αλλά το κουδούνισμα του τηλεφώνου διέκοψε τις σκέψεις μου· ήταν ο παππούς τους από το Μπέφορτ. Μου είπε τα δυσάρεστα νέα, ότι οι μικροί μου ο Τίμμυ και ο Μάικλ, δεν θα ξαναγύριζαν στο σπίτι πια. Η εξαγριωμένη μητέρα τους τα είχε πυροβολήσει και τα είχε σκοτώσει στον ύπνο τους, ακριβώς μια ώρα πριν, εκείνο το πρωινό.
Περιττό να πω ότι η θλίψις της οικογενείας μας για την τραγική μας απώλεια ήταν απερίγραπτη. Αλλά η πίστις μας στον Ιεχωβά και η ελπίδα μας στην υποσχεμένη ανάστασι μας βοήθησαν να υπομείνωμε. Περιμένομε με ανυπομονησία τον καιρό που θα μπορέσωμε πάλι να εργασθούμε μαζί, κάνοντας ό,τι ο Ιεχωβά θέλει στην επικείμενη νέα τάξι του.
Σας παρακαλώ δεχθήτε αυτό το μικρό δώρο απ’ αυτούς. Αυτό είναι όλο εκείνο που είχαν να προσφέρουν οικονομικά, και γνωρίζω ότι δεν είναι πολύ σημαντικό, αλλά η πίστις τους και τα λιγοστά που μπόρεσαν να κάνουν στη διάρκεια της σύντομης διαρκείας ζωής τους έχουν εντυπωθή βαθιά στις καρδιές και στις διάνοιες όλων εκείνων που τα γνώριζαν, και αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό. Αν τα γνωρίζατε, και είμαι βέβαιος ότι μια μέρα θα έχετε αυτή την ευκαιρία, ξέρω ότι κι’ εσείς θα είχατε την ίδια ανυπομονησία να εργασθήτε μαζί τους σ’ αυτή την επικείμενη νέα τάξι.
Με Χριστιανική αγάπη,
Τ. Σ.