Η Άποψις της Βίβλου
Γιατί Δίνεται Έμφασις στην Χριστιανική Ελευθερία;
«ΕΝ τη ελευθερία λοιπόν, με την οποίαν ηλευθέρωσεν ημάς ο Χριστός, μένετε σταθεροί, και μη υποβληθήτε πάλιν εις ζυγόν δουλείας.» (Γαλ. 5:1) «Ως ελεύθεροι, και μη ως έχοντες την ελευθερίαν επικάλυμμα της κακίας, αλλ’ ως δούλοι του Θεού.» (1 Πέτρ. 2:16) Αυτές και παρόμοιες δηλώσεις στις Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές τονίζουν τη μεγάλη αξία της Χριστιανικής ελευθερίας και τη σπουδαιότητα της διαφυλάξεώς της. Μια εξέτασις των περιστάσεων που υπήρχαν τον πρώτο αιώνα μ.Χ. μπορεί να μας βοηθήση να αντιληφθούμε γιατί δίδεται έμφασις στη Χριστιανική ελευθερία.
Προτού έλθη στη γη ο Ιησούς Χριστός για να θυσιάση τη ζωή του, ο Παντοδύναμος Θεός επολιτεύετο αποκλειστικά με το έθνος Ισραήλ. Μέχρι τον πρώτον αιώνα, οι Ισραηλίτες ευρίσκοντο κάτω από τον Μωσαϊκό νόμο επί 1.500 και πλέον χρόνια. Οι θρησκευτικοί ηγέτες του Ιουδαϊσμού, ιδιαίτερα οι Φαρισαίοι, πίστευαν ότι μπορούσαν να κερδίσουν χάρι από τον Θεό με την αυστηρή τους προσκόλλησι στον Νόμο σύμφωνα με την παραδοσιακή ερμηνεία. Αντί ν’ αποβλέπουν ταπεινά στον Ιεχωβά Θεό για το έλεος και την εύνοιά του, αυτοί υπερηφανεύοντο ότι ήσαν καλύτεροι από τους άλλους Ισραηλίτες και ότι είχαν ανώτερη θέσι ενώπιον του Θεού. Η στάσις τους ήταν όμοια με τη στάσι του Φαρισαίου τον οποίον ο Ιησούς, σε μια από τις παραβολές του, παρουσίασε να προσεύχεται: «Ευχαριστώ σοι Θεέ, ότι δεν είμαι καθώς οι λοιποί άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και καθώς ούτος ο τελώνης· νηστεύω δις της εβδομάδος, αποδεκατίζω πάντα όσα έχω.»—Λουκ. 18:11, 12.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Μωσαϊκός νόμος καταδίκαζε ακόμη και τους Φαρισαίους ως αμαρτωλούς. Παραδείγματος χάριν, ο Παύλος, μολονότι ήταν Φαρισαίος, αντελήφθη ότι δεν μπορούσε να τηρήση τον Νόμο τέλεια. Διεπίστωσε ότι, παρά τις καλές του προσπάθειες, η εντολή κατά της επιθυμίας τον καταδίκαζε. Στην επιστολή του προς τους Ρωμαίους, έγραψε: «Και την επιθυμίαν δεν ήθελον γνωρίσει, εάν ο νόμος δεν έλεγε· Μη επιθυμήσης. Αφορμήν δε λαβούσα η αμαρτία δια της εντολής, εγέννησεν εν εμοί πάσαν επιθυμίαν· διότι χωρίς του νόμου η αμαρτία είναι νεκρά. Και εγώ έζων ποτέ χωρίς νόμου· αλλ’ ότε ήλθεν η εντολή, ανέζησεν η αμαρτία, εγώ δε απέθανον.»—Ρωμ. 7:7-9.
Ένας από τους πρωταρχικούς στόχους του Νόμου ήταν να οδηγήση τους Ισραηλίτες στον Μεσσία, με το να τους κάνη να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη του λυτρωτικού του έργου. Συνεπώς, όταν ο Ιησούς Χριστός ωλοκλήρωσε τη θυσιαστική του πορεία και παρουσίασε την αξία της θυσίας του στον Πατέρα του, ο Νόμος είχε εκπληρώσει τον σκοπό του. (Γαλ. 3:24, 25) Όλοι εκείνοι οι οποίοι πίστεψαν στη διευθέτησι του Θεού μέσω του Χριστού για συγχώρησι των αμαρτιών τους, ελευθερώθηκαν από την καταδίκη της αμαρτίας, καθώς επίσης και από τον Νόμο που έκανε αυτή την καταδίκη έκδηλη.—Ρωμ. 7:6· 8:1, 2.
Επειδή απέτυχαν να αντιληφθούν αυτή τη ζωτική αλήθεια, ωρισμένοι εκχριστιανισμένοι Ιουδαίοι του πρώτου αιώνα μ.Χ. επέμεναν ότι δεν μπορούσε να αποκτηθή σωτηρία μακρυά από τον Νόμο. Πιστεύοντας ότι η ευπρόσδεκτη ηθική διαγωγή εξαρτάτο από την αυστηρή προσκόλλησι στο Νόμο, ήθελαν να τον επιβάλουν και στους μη Ιουδαίους πιστούς. (Πράξ. 15:2, 5) Αυτοί οι εκχριστιανισμένοι Ιουδαίοι παρέβλεψαν το γεγονός ότι ο Νόμος, αυτός καθ’ εαυτός, δεν μπορούσε να εξασφαλίση καλή διαγωγή και ότι το πνεύμα του Θεού που επιδρά σ’ εκείνους οι οποίοι πιστεύουν στον Χριστό, αποτελεί πολύ πιο ισχυρή δύναμι για δικαιοσύνη. (Γαλ. 5:16-18) Το πνεύμα του Θεού αναπτύσσει αγάπη μέσα στο άτομο, και «η αγάπη κακόν δεν κάμνει εις τον πλησίον.»—Ρωμ. 13:10.
Τα άτομα που επέμεναν στην τήρησι του Νόμου αρνήθηκαν την αξία της τόσο ουσιώδους πίστεως και εξακολούθησαν να βλέπουν τα έργα ως το μέσον που θα τους καθιστούσε δίκαιους. Η νομική τους αντίληψις σε ζητήματα λατρείας θα έφερνε τους Χριστιανούς πάλι κάτω από μια διευθέτησι η οποία εξέθετε μόνο τα άτομα ως αμαρτωλούς και άξιους θανάτου.—Ρωμ. 3:20· 6:23.
Επομένως, η επιμονή στην τήρησι του Νόμου ως μέσου αποκτήσεως σωτηρίας ήταν, στην πραγματικότητα, επιστροφή σε μια δουλεία από την οποία οι Χριστιανοί είχαν ελευθερωθή βάσει της θυσίας του Ιησού. Ο απόστολος Πέτρος το έδειξε αυτό σ’ εκείνους οι οποίοι πίστευαν ότι οι απαιτήσεις του Νόμου έπρεπε να επιβάλλωνται στους πιστούς απερίτμητους μη Ιουδαίους. Αναφερόμενος στο γεγονός ότι ο Ιταλός Κορνήλιος και άλλοι είχαν λάβει το πνεύμα του Θεού μολονότι ευρίσκοντο σε απερίτμητη κατάστασι, ο απόστολος κατέληξε στο εξής συμπέρασμα:
«Και ο καρδιογνώστης Θεός έδωκεν εις αυτούς μαρτυρίαν, χαρίσας εις αυτούς το Πνεύμα το Άγιον καθώς και εις ημάς, και δεν έκαμεν ουδεμίαν διάκρισιν μεταξύ ημών και αυτών, καθαρίσας τας καρδίας αυτών δια της πίστεως. Τώρα λοιπόν δια τι πειράζετε τον Θεόν, επιβάλλοντες ζυγόν [τον Μωσαϊκό νόμο] εις τον τράχηλον των μαθητών, τον οποίον ούτε οι πατέρες ημών ούτε ημείς [οι Ιουδαίοι] δεν ηδυνήθημεν να βαστάσωμεν; Αλλά δια της χάριτος του Κυρίου Ιησού Χριστού πιστεύομεν ότι θέλομεν σωθή καθ’ ον τρόπον και εκείνοι.»—Πράξ. 15:8-11.
Αφού ο Ιεχωβά Θεός, μέσω του Υιού του, εξέχεε το πνεύμα του στους πιστούς μη Ιουδαίους, εκείνοι που επιθυμούσαν να εισέλθουν οι απερίτμητοι πιστοί, κάτω από τον Νόμο, στην πραγματικότητα, ενεργούσαν σαν να πίστευαν ότι ο Θεός έκανε λάθος. Έκαναν να φαίνεται ότι ο Ύψιστος δεν εγνώριζε τι έκανε όταν δεχόταν τους μη Ιουδαίους χωρίς ν’ απαιτή πρώτα να τηρούν τον Νόμο. Αυτό, στην πραγματικότητα, ήταν ακατάλληλο ‘πείραγμα του Κυρίου.’ Η Χριστιανική ελευθερία έπρεπε να προστατευθή έτσι ώστε οι πιστοί να μη δυσαρεστήσουν τον Ιεχωβά.
Σήμερα, επίσης, πρέπει να διασφαλίζωμε τη Χριστιανική μας ελευθερία. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να είμαστε χωρίς νόμο. Αντιθέτως, είμαστε δούλοι του Θεού και του Χριστού. Η διάπραξις αμαρτίας εκ μέρους μας θα αποτελούσε άρνησι του σκοπού για τον οποίον ο Υιός του Θεού πέθανε προς όφελός μας δηλαδή, για να μας ελευθερώση από την αμαρτία. Πόσο εσφαλμένο θα ήταν να υπερηφανευώμεθα για το παρ’ αξίαν έλεος που εκείνος μας έδειξε! (Ρωμ. 8:2-11· 1 Πέτρ. 1:17-19) Εν τούτοις, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για να μην πιαστούμε στην παγίδα της σκέψεως ότι αποκτούμε το δώρο της αιωνίου ζωής επειδή εκτελούμε ωρισμένα έργα. Αυτό θα μας υποκινούσε να έχωμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, όπως έκαναν οι Φαρισαίοι, και να δώσωμε στον εαυτό μας την τιμή για το έργο το οποίο ο Θεός επιτελεί μέσω του Χριστού και του αγίου πνεύματος. (Παράβαλε με Ρωμαίους 7:21-25· 1 Κορινθίους 3:6, 7.) Τα καλά μας έργα και η διαγωγή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εκδήλωσις της ενεργού, ζωντανής πίστεώς μας. (Ιακ. 2:26) Αυτά αποδεικνύουν ότι δεχόμεθα να μας χρησιμοποιή ο ουράνιος Πατέρας μας και ο Υιός του ως όργανά τους. Συνεπώς, όλη η δόξα ανήκει στον Ιεχωβά Θεό και στον Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Είθε ποτέ να μην παραβλέψωμε την αξία της Χριστιανικής ελευθερίας στην απόδοσι υπηρεσίας στον Θεό με το κατάλληλο ελατήριο. Ένας τέλειος κώδικας νόμων δεν μπορεί να κάνη κανένα άτομο δίκαιο. Για να έχωμε τη θεία επιδοκιμασία, χρειαζόμαστε μια πιο ισχυρή δύναμι στην ζωή μας από τον νόμο για να υπερισχύση στις αμαρτωλές μας σαρκικές τάσεις. Αυτή η ισχυρή δύναμις είναι το πνεύμα του Θεού, το οποίο επιδρά πλήρως σ’ εκείνους οι οποίοι έχουν γνήσια πίστι στη διευθέτησι του Θεού για σωτηρία μέσω του Χριστού. Η ανταλλαγή, επομένως, του Ιουδαϊκού νόμου με τη Χριστιανική ελευθερία, αποτελεί άρνησι της Χριστιανικής πίστεως.