Ελάτε στη «Γη της Φωτιάς»
Από τον ανταποκριτή του «Ξύπνα!» στις Φιλιππίνες
ΔΙΨΑΤΕ για περιπέτεια; Έξοχα! Τότε ελάτε μαζί μας στην «Γη της Φωτιάς!»
Κατευθυνόμαστε προς την περιοχή Νταβάο, που περιλαμβάνει τρεις μεγάλες επαρχίες στο νότιο τμήμα των Φιλιππίνων. Στο κέντρο της περιοχής βρίσκεται η πόλις Νταβάο, που από τεχνική άποψι, είναι η μεγαλύτερη πόλις του κόσμου, αν και τα σπίτια της δεν καλύπτουν τόσο μεγάλη έκτασι. Αλλά τα επίσημα σύνορα της πόλεως περικλείουν εκατοντάδες τετραγωνικά μίλια—όπως λέγεται, ακόμη και μερικά ανεξερεύνητα μέρη της χώρας! Πολλοί Φιλιππινέζοι μεταναστεύουν εδώ απ’ τις βορειότερες περιοχές αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Όμως πολύ πριν απ’ αυτούς, οι Μπαγκόμπος κατοίκησαν στην περιοχή, που την λέγανε τότε Ντάμπα-Ντάμπα, ή «Γη της Φωτιάς.»
Η ονομασία αυτή προήλθε από το έθιμο των φυλών να καίνε το ντάμπα-ντάμπα, ένα θαμνώδες φυτό που θεωρείτο ιερό απ’ τους Μπαγκόμπος. Το έκαιγαν στους πρόποδας του Όρους Άπο, της ψηλότερης κορυφής στις Φιλιππίνες. Αυτοί οι αυτόχθονες κάτοικοι, που βρίσκονται ακόμη μεταξύ των μετοίκων, είναι ένας φιλήσυχος, σκουρόχρωμος λαός με επικρατούντα τα Ινδονησιακά χαρακτηριστικά. Η γλώσσα τους έχει ένα λεξιλόγιο πλούσιο σε αποχρώσεις. Είναι αλήθεια, ότι ο πολιτισμός έχει αλλάξει τον παλιό τρόπο ζωής, αλλά όχι τελείως. Ας αφήσωμε τον φίλο μας Λόρντο, ένα τυπικό Μπαγκόμπο που θυμάται κάτι απ’ τον παλιό καιρό, να μας μιλήση.
Μια Απλή, Αγροτική Ζωή
«Η ζωή μας κάποτε ήταν πολύ πρωτόγονη.» αφηγείται ο Λόρντο. «Περιπλανώμεθα μέσα στα δάση, πηγαίνοντας όπου αποφάσιζε ο πατέρας. Μόλις εντοπίζανε μια κατάλληλη τοποθεσία, αρχίζαμε να καθαρίζωμε τη γη κάτω απ’ τις οδηγίες του πατέρα. Κόβαμε πελώρια δέντρα, τεμαχίζαμε το παχύ ρίζωμα τους και το καίγαμε. Έτσι παρήγετο μαλακό χώμα—που ήταν για μας ευλογία, μια και τότε δεν διαθέταμε ζώα αγγαρείας για να μας βοηθούν στο όργωμα της γης. Δεν είχαμε ακόμη ούτε άροτρο,—μόνον μπόλος, ραβδιά για σκάψιμο, και άλλα απλά εργαλεία. Ανοίγαμε τρύπες στο ξέφωτο που μόλις είχαμε κάνει και φυτεύαμε ρύζι, καλαμπόκι, γλυκοπατάτες και άμπακα (βανανέα των Φιλιππίνων). Τα φυτά εγκαταλείποντο τότε, μέχρι την ημέρα της συγκομιδής.
Η συγκομιδή αποτελούσε μια χαρούμενη εμπειρία. Προτού γευθή κανείς τον καρπό της εργασίας μας, γινόταν μια προσφορά προς τους θεούς στις ρίζες του δέντρου «μπαλέτ.» Αποθέταμε βραστό ρύζι μέσα σε ένα πελώριο μπανανόφυλλο, και βουτούσαμε εκεί τα εργαλεία που χρησιμοποιήσαμε για την καλλιέργεια της γης. Κατόπιν, το ρύζι εθάπτετο στο χώμα σαν έκφρασι ευχαριστίας.
«Ζούσαμε σε μια καλύβα που έκτισε ο πατέρας από χορτάρι κόγκον, από μπαμπού και κορμούς δέντρων που έκοψε απ’ τα δέντρα του δάσους. Ήταν μια χαμηλή κατασκευή που άγγιζε σχεδόν το έδαφος. Φυσικά, δεν είχε επίπλωσι, παρά μόνο μερικούς πυρόλιθους στη γωνιά. Κοιμώμαστε και τρώγαμε πάνω στο πάτωμα, χρησιμοποιώντας τα δάκτυλα για πηρούνια και το κέλυφος της καρύδας για πιάτο.
«Αναπολώντας τα περασμένα, φαίνεται ότι οι οικογενειακοί μας δεσμοί ήταν πιο στενοί και πιο ένθερμοι. Ο καθένας εγνώριζε τον ρόλο του. Όταν ο πατέρας συζητούσε με άλλους άνδρες, συνήθως οι γυναίκες δεν έπαιρναν μέρος. Η μητέρα εύρισκε πάντα κάποιο τρόπο να απομακρύνεται από τον τόπο συζητήσεως—ίσως για ν’ αλέση ρύζι ή για να πλέξη στρώμα ή ένα καλάθι κάτω από ένα σκιερό δένδρο. Εμείς τα παιδιά αφήναμε τότε τα μαλλιά μας να μακραίνουν, και τα δόντια μας ήταν μαύρα από το μάσημα ενός αγριόχορτου. Το να έχη κάποιος μαύρα δόντια ήταν θέμα τιμής, και ξεχώριζε τους γνήσιους ιθαγενείς.
«Αργότερα, καταφέραμε να αποκτήσωμε ένα άλογο, μερικούς σκύλους κι ένα ‘καραμπάο,’ ή νεροβούβαλο που μετέφερε βαρειά φορτία. Παγιδεύαμε, επίσης, τα άγρια πουλιά που γέμιζαν το δάσος και τα ημερώναμε. Μπορούσαμε, ακόμα, να κυνηγούμε αγριογούρουνα και ελάφια, καθώς και πιθήκους που τους πουλούσαμε ή τους ανταλλάσαμε με τρόφιμα. Η μητέρα καθάριζε και έκοβε το κρέας σε κανονικά μεγέθη και τα αποθήκευε για δύο περίπου μέρες σε ένα μεγάλο πήλινο δοχείο. Μαγειρεμένο μέσα σε πράσινους σωλήνες «μπαμπού» το φαγητό ήταν μια πραγματική λιχουδιά.
«Μαθαίναμε επίσης πώς να κατασκευάζωμε χοντροκομμένα αγγεία, ή πώς να χύνωμε σε καλούπια μικρά κουδούνια ή ορειχάλκινα κοσμήματα όπως βραχιόλια, κοσμήματα για τα πόδια και περιδέραια. Οι γυναίκες εκπαιδεύονταν στον αργαλειό, στο πλέξιμο και στο βάψιμο των ινών καννάβεως με χρώματα που προέρχονται από ρίζες και φύλλα ωρισμένων δέντρων. Εν τούτοις, δεν μέναμε όλοι μας στο δάσος. Μερικοί μπορούσαν να παρακολουθούν σχολείο, και αυτά τα άτομα εργάζονται τώρα σε δημόσιες υπηρεσίες ή σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ένας μάλιστα έγινε και δήμαρχος.»
Θρησκευτικές Δοξασίες
Σύμφωνα με τις απόψεις της Λάουρα Β. Βένεδικτ, στο βιβλίο της Τελετουργίες των Μπαγκόμπος, Μαγεία και Μύθος, οι Μπαγκόμπος, σαν κοινωνία λατρεύουν πολλούς θεούς και έχουν πολλές θρησκευτικές τελετές. Μια απ’ αυτές τις τελετές είναι η «Γκίνουμ» (απ’ το «ίνουμ» που σημαίνει «πίνω»), Το ποτό ρέει άφθονο στη διάρκεια αυτής της γιορτής, και κάποτε συνοδευόταν από θυσία κάποιου πτηνού, ή ακόμη και ανθρώπου. Για προστασία απ’ τα φαντάσματα και τους δαίμονες, οι Μπαγκόμπος διεξάγουν τελετουργίες που περιέχουν πολύ μουσική, ψαλμωδίες, χορούς και φαγοπότι.
Η σπορά του ρυζιού , η συγκομιδή, ο γάμος και η ταφή—όλα συνοδεύονται από τελετουργίες. Στη διάρκεια του Μανγκανίτο μιας νυκτερινής συνάξεως, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι λαμβάνουν μηνύματα απ’ τους διαφόρους ανίτος (θεούς) με τη βοήθεια ενός μέντιουμ, που είναι συνήθως γυναίκα. Η θρησκεία όμως των Μπαγκόμπος φαίνεται ότι ενδιαφέρεται περισσότερο ν’ αποφεύγη τις επιρροές των «μπούζο» (δαιμόνων) παρά να λατρεύη τους θεούς.
Ο φύλαρχος ονομάζεται ντατού και έχει τη βοήθεια των πρεσβυτέρων και μερικών γυναικών με επιρροή. Χειρίζονται τα θρησκευτικά ή κοινωνικά προβλήματα σ’ ένα επίσημο συμβούλιο. Υπάρχουν, επίσης ιερείς—γιατροί, άνδρες ή γυναίκες που έχουν κάποια γνώσι θεραπευτικής με τη βοήθεια χόρτων ή μαγείας. Εκτελούν γάμους και χοροστατούν στις θυσίες κατά την περίοδο του θερισμού.
Ερωτοτροπία και Γάμος
Ανάμεσα στους Μπαγκόμπος, η ερωτοτροπία ενθαρρύνεται ώστε τα νεαρά άτομα να γνωρισθούν καλά. Οι κοπέλλες είναι ελεύθερες να δεχτούν ή να απορρίψουν τους μνηστήρες. Συνήθως, ο νέος θα ζητά κατ’ ευθείαν από τη νέα το χέρι της σε γάμο. Αν οι γονείς αρνηθούν τους δίδει κάποιο δώρο για να τους καλοπιάση. Όταν όμως ο νέος γίνη τελικά δεκτός, ο πατέρας του κοριτσιού θα του επιστρέψη ένα ποσόν ίσο με το ήμισυ της αξίας του δώρου, ώστε να μην φαίνεται ότι η κόρη του αγοράσθηκε.
«Σε μερικές περιπτώσεις λέγει ο Λόρντο, «ο νεαρός άνδρας πηγαίνει κατ’ ευθείαν στους γονείς της κόρης και ζητά το χέρι της. Οι γονείς καλούν το κορίτσι και το ρωτούν αν της αρέση ο νέος. Με οδηγό τα αισθήματά της, ο πατέρας θα λάβη την απόφασι. Μερικές φορεί οι γονείς ζητούν δώρα. Αν ο νέος δεν είναι σε θέσι να προσφέρη δώρα, θα εργασθή για να τα αποκτήση.» Σε άλλες περιπτώσεις ο νέος αναφέρει στον πατέρα του ότι επιθυμεί να νυμφευθή κάποια νέα. Με τη σειρά του ο πατέρας πηγαίνει στους γονείς της και διευθετεί το όλο θέμα.
Η σύζυγος στο σπίτι και ασκεί μεγάλη επιρροή ακόμη και σε ζητήματα που απαιτούν σοβαρές αποφάσεις. Συνήθως ο άνδρας είναι μονόγαμος. Όμως σύμφωνα με τον Λόρντο, μπορεί να έχη κι άλλες γυναίκες αν μπορή να τους εξασφαλίση τα απαραίτητα.
Οι τελετές που συνοδεύουν τον γάμο συμπεριλαμβάνουν το πέταγμα των παλιών ενδυμάτων στο ποτάμι για να απομακρυνθούν οι ασθένειες. Ακόντια εκτοξεύονται προς το βουνό για να αποτραπούν οι συμφορές. Κατόπιν, πλέκουν μαζί μπούκλες από τα μαλλιά του ζευγαριού για να συμβολίσουν την ένωσί των. Ανταλλάσσονται επίσης δώρα. Ολόκληρη η τελετή διαρκεί περισσότερο από 24 ώρες και το ανεπίσημο φαγοπότι αρχίζει μια ή δυο μέρες πριν από την επίσημη τελετή.
Τι θα Λεχθή για τον Θάνατο και την Ταφή;
Και αυτά τα θλιβερά γεγονότα έχουν επίσης το δικό τους τυπικό. Μετά τον θάνατο, το σώμα τοποθετείται σ’ ένα χαλί στο πάτωμα (μ’ ένα μικρό μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι) και καλύπτεται μ’ ένα σκέπασμα από κανναβάτσο ή βαμβάκι. «Υπάρχει η δοξασία» λέγει ο Λόρντο, «ότι η ψυχή κατά τον θάνατο αναχωρεί από το σώμα και αναγεννάται σε άλλες μορφές ζωής. Γι’ αυτό τον λόγο οι Μπαγκόμπος δεν πειράζουν ποτέ μια πεταλούδα, ένα κουνούπι, μια σαύρα, μια μύγα ή ένα τζιτζίκι και ιδιαίτερα τη νύκτα. Θα μπορούσε να είναι η ‘ψυχή’ του εκλιπόντος!»
Μια ή δύο νύχτες πριν από την ταφή, κάνουν ολονύκτιες αγρυπνίες (νταμάγκ) για να προστατεύσουν τον νεκρό από τους δαίμονες. Πάνω στο φέρετρο ή στο σάβανο μπορεί να δη κανείς το σχέδιο ενός κροκοδείλου, με ανοιχτά σαγόνια όπου φαίνονται, η γλώσσα και τα δόντια του. Αυτό θεωρείται αποτελεσματικό στον εκφοβισμό των δαιμόνων. «Καθώς αρχίζει η ταφική πομπή,» προσθέτει ο Λόρντο, «χύνουν νερό κοντά στο νεκρό σώμα με την ελπίδα ότι η ‘ψυχή’ δεν θα επιστρέψη. Σκορπίζουν στάχτες στη βάσι της σκάλας για να φανούν τα αποτυπώματα των ποδών. Μ’ αυτό τον τρόπο, οι ζωντανοί θα γνωρίζουν αν επέστρεψε ή όχι ο νεκρός την τρίτη μέρα. Αν εκείνη την ημέρα εμφανισθή μια ακρίδα ή κάποιο άλλο έντομο, λέγεται ότι επέστρεψε ο νεκρός και γι’ αυτό τοποθετούν τροφή στο μέρος που κάθησε το έντομο. Αν αυτός που πέθανε ήταν άνδρας, προσφέρουν επίσης καπνό, ενώ για μια γυναίκα, προσφέρουν ένα λουλούδι.»
Το πτώμα του νεκρού ενταφιάζεται με διαφόρους τρόπους. Μια φορά, το κατέβαζαν απλώς μέσα σ’ ένα λάκκο, τοποθετημένο πάνω σ’ ένα χαλί. Μερικές φορές τυλίγουν το σώμα με φλοιούς δένδρων ή απλώς το αφήνουν ψηλά πάνω σ’ ένα δένδρο! Ένα έθιμο ήταν να το αφήνουν μέσα στο σπίτι και να κλείνουν ερμητικά τις πόρτες και τα παράθυρα. Η οικογένεια εγκατέλειπε αυτό το σπίτι και έκτιζε ένα άλλο κάπου κοντά. Μετά από ένα χρόνο, πετούν στο ποτάμι τα παραδοσιακά πένθιμα μαύρα ενδύματα, ώστε η «ψυχή» του νεκρού να μην ενοχλήση πλέον τους ζώντες.
Απελευθέρωσις
Μολονότι πολλοί απ’ αυτούς τους ενδιαφέροντες ανθρώπους ομολογούν ότι είναι Χριστιανοί, ο τυπικός Μπαγκόμπο εξακολουθεί ακόμη να προσφέρη τροφή στη ρίζα του δένδρου μπαλέτ. Ασκεί ακόμη τις παλιές ειδωλολατρικές παραδόσεις των προγόνων του.
Όταν ο Λόρντο ήταν 12 ετών, φαινόταν να είναι ο ιδεώδης διάδοχος του παππού του που κατείχε πολλές απόκρυφες δυνάμεις. Αναπολώντας τα περασμένα ο Λόρντο λέγει:
«Περίμενα ανυπόμονα τον καιρό που θα είχα όλη τη δύναμί του και ακόμη περισσότερη. Ωνειρευόμουν να γίνω ντατού και να πάρω ως σύζυγο το πιο όμορφο κορίτσι, ή ακόμη και μερικές συζύγους! Ήθελα τη δύναμι της ζωής και του θανάτου. Προς τον σκοπό αυτό, κάθε μέρα πριν από τα μαθήματα με τον παππού, έκανα προσφορές στους θεούς στις ρίζες του δένδρου μπαλέτ.
«Ο παππούς με δίδαξε να χειρίζωμε τα τοπικά όπλα, πώς να ιππεύω και να αφιππεύω ένα άλογο με ταχύτητα αστραπής, και πώς να ρίχνω το ακόντιο αφύσικη ακρίβεια. Και όχι μόνο με δίδαξε όλες τις άλλες τέχνες επιθέσεως και άμυνας που γνώριζε, αλλά με έμαθε και πώς να σκοτώνω αντί αμοιβής. Η ζωή στο σπίτι δεν μ’ ενδιέφερε πια. Είχα απορροφηθή από τα όνειρα μου, και περιπλανιόμουν βαθιά στο δάσος μετά τα μαθήματα για να επικοινωνώ με τη φύσι. Συχνά περνούσα μέρες χωρίς τροφή και κοιμόμουν στις γιγάντιες ρίζες των τεραστίων δένδρων του δάσους.
«Η πρόοδος μου ήταν άριστη. Αλλά τότε πέθανε ο παππούς και όλα τα όνειρά μου πήγαν χαμένα. Απελπισμένος, έγινα μέθυσος και χαρτοπαίκτης και σπατάλησα τα νειάτα μου στην επιδίωξι κοσμικών απολαύσεων. Κατόπιν, γύρω στο 1948, βρήκα ένα άλλο όνειρο πάνω στο οποίο μπορούσα να οικοδομήσω και να εργασθώ.
«Ένας από τους Καματουοράν η ‘ανθρώπους της Αληθείας’ όπως ήταν τότε γνωστοί οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, άφησε στην πόρτα μου ένα αντίγραφο του φυλλαδίου Αποκαλυφθέντα στην γλώσσα Σεμπουάνο. Προηγουμένως απέφευγα τους Μάρτυρες, αλλά τώρα διάβασα ένα μέρος του φυλλαδίου και το άγγελμα του μου άρεσε. Τελικά μίλησα μαζί τους και από τότε έγιναν τακτικοί επισκέπτες μου.
«Φυσικά, αυτό το νέο όνειρο επέφερε εναντίον μου την οργή του πατέρα μου, ο οποίος έκανε το παν για να με αποτρέψη. Ακόμη και η αγαπητή μου σύζυγος, (εκείνο τον καιρό είχα ήδη νυμφευθή) με αποκαλούσε με διάφορα ονόματα για να με αποθαρρύνη. Ωστόσο είχα πάρει την απόφασί μου. Ύστερα από πολύ σκληρό αγώνα, με τη δύναμι του Ιεχωβά μπόρεσα να εγκαταλείψω όλα μου τα ελαττώματα και να γίνω ένας καθαρός άνθρωπος.—Φιλιππ. 4:13.
«Όταν είδε τη δραματική αλλαγή στη ζωή μου, η σύζυγος μου ενδιαφέρθηκε επίσης για την αλήθεια της Βίβλου. Στην πραγματικότητα με κατηγόρησε που δεν της μίλησα για τη νέα μου πίστι από την πρώτη στιγμή! Θα με ακολουθούσε νωρίτερα, είπε. Αργότερα, γίναμε και οι δύο δεκτοί για βάπτισμα και στα χρόνια που ακολούθησαν από τότε, έχομε δει τις πλούσιες ευλογίες του Ιεχωβά επάνω μας. Τώρα είμαι ένας πρεσβύτερος σε μια από τις εκκλησίες των Μαρτύρων του Ιεχωβά στη ‘Γη της Φωτιάς.’»
Γενικώς, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά διαπιστώνουν ότι είναι εύκολο να μιλούν με τους Μπαγκόμπος, μολονότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς δυσκολεύονται ν’ αντικαταστήσουν τις παραδόσεις τους με τις Βιβλικές αλήθειες. Ωστόσο, υπάρχουν εκείνοι που, όπως ο Λόρντο, έκαμαν την αλλαγή και προσκολλήθηκαν στενά στην αληθινή Χριστιανοσύνη. Είναι ανάμεσα στα πλήθη που συρρέουν τώρα στο «όρος του οίκου του Κυρίου.»—Ησ. 2:2-4.