Αφήγησις από το Βιβλίο του Έτους 1976
(Συνέχεια από το προηγούμενο τεύχος)
ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΟΥ ΜΠΡΟΥΚΛΥΝ
Ο Αδελφός Μπαρνς λέγει πώς οι διαγγελείς πήραν την απάντησι στο ζωτικό αυτό ερώτημα: ‘Ο Ιεχωβά εγνώριζε τις ανάγκες μας και σχεδόν ως εκ θαύματος την 1η Φεβρουαρίου του 1942, η Σκοπιά ήλθε στα χέρια μου. Απεδείχθη ότι ήταν το σωστό πράγμα τον κατάλληλο καιρό. Το άρθρο της «Τελική Επισυναγωγή» έδειχνε πώς ο Ιεχωβά είχε υπ’ όψιν να εκτελεσθή ένα μεγάλο «έργο αλιεύσεως και κυνηγιού.» Οι αδελφοί της Νέας Γης ήσαν οικείοι με τα ψάρια και το κυνήγι, και αυτό τους προσάρμοζε στο έργο που ήταν μπροστά τους. Οι αδελφοί εγνώριζαν ότι υπήρχε πολύ έργο να γίνη, και ήσαν ετοιμασμένοι γι’ αυτό, αλλά χρειάζονταν βοήθεια και οδηγίες από την Εταιρία. Αλλά πώς, έχοντας υπ’ όψιν τη λογοκρισία και άλλες περιστάσεις της απαγορεύσεως;’
Ο Φορδ Πρινς προσεφέρθη εθελοντικά. Γρήγορα προσελήφθη σ’ ένα επιβατικό πλοίο ως ένας ναύτης. Δεν τον φόβιζε το γεγονός ότι τα υποβρύχια βύθιζαν πολλά πλοία. Εγνώριζε την αποστολή του. Οι αδελφοί στη Νέα Γη χρειάζονταν βοήθεια, ένα καλό πλοίο, έντυπη ύλη και άλλα υλικά για την προώθησι του έργου της Βασιλείας. Στο Μπρούκλυν εξήγησε την κατάστασι στον Μ. Χένσελ που εργάζεται στο γραφείο του προέδρου της Εταιρίας, Ν. Ο. Νορ, ο οποίος τον βεβαίωσε ότι όλα τα προβλήματα θα ετύγχανον αμέσου φροντίδος.
Λόγω των καθηκόντων του στο πλοίο, ο Φορδ δεν μπόρεσε να παραμείνη στο γεύμα, αλλ’ επέστρεψε την επόμενη ημέρα. Εκεί τον ανέμενε ένα δέμα που περιείχε έντυπο ύλη και φωνογραφικούς δίσκους. Αυτό ήταν το πρώτο από τα πολλά σπουδαία ταξίδια που θα έκαμνε φέροντας πολύτιμο φορτίο στους αδελφούς της Νέας Γης. Μέσω μιας επιστολής από τον Αδ. Νορ, ο Μπαρνς έμαθε ότι υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα για την αγορά ενός καλυτέρου πλοίου. Με μόνο $600, ο Αδ. Μπαρνς αγόρασε μια ωραία 42 ποδών θαλαμηγό. Έτσι προτού περάση πολύς καιρός, ένα νέο πλοίο της Βασιλείας που ονομάσθηκε «Ελπίς» ετέθη σε υπηρεσία προς διάδοσιν των αγαθών νέων.
Το σχέδιο ήταν να εργασθή την νότιο ακτή από Πορτ-ο-Μπασκ ως τον Όρμο Πλασένσια. Στο Μπόρτζεο, ένα λιμάνι εισπλεύσεως, οι τελωνειακοί και η Έφιππος Αστυνομία ήλθαν πάνω στο κατάστρωμα της «Ελπίδος.» Εγνώριζαν για την απαγόρευσι της εντύπου ύλης, και ήθελαν να ενεργήσουν, αλλ’ εδίστασαν και απεφάσισαν να περιμένουν οδηγίες από το Σαιντ Τζων. Ένας από το πλήρωμα της «Ελπίδος» αφηγείται:
‘Την νύκτα εκείνη, καθώς έπεφτε η ομίχλη και η ακτή είχε καλυφθή από το σκοτάδι αποφασίσαμε να βάλωμε όλη μας την έντυπο ύλη και τους φωνογραφικούς δίσκους σε μια βαρκούλα και να τα κρύψωμε σε κάποιο απόμερο ορμίσκο. Δεν είχαν βάλει φρουρούς. Τότε ένα θαυμάσιο πράγμα έλαβε χώραν! Κατά τα μεσάνυχτα ακούσαμε το παραλιακό ατμόπλοιο να σφυρίζη προσπαθώντας να αράξη σ’ ένα ομιχλώδη όρμο στις εξωτερικές ακτές. Αμέσως πήραμε την πυξίδα μας και τους χάρτες και κωπηλατήσαμε διαμέσου της ομίχλης ως το ατμόπλοιο που είχε τα φώτα. Αναρριχηθέντες την σχοινένια σκάλα και βαδίσαντες κατά μήκος του καταστρώματος, κατωρθώσαμε να έλθωμε σ’ επαφή με τον ταμία του πλοίου και του είπαμε ότι είχαμε να παραδώσωμε κάποιο φορτίο. Συμφώνησε να το δεχθή, και χωρίς να χάσωμε καιρό αδειάσαμε τη βάρκα μας και όλος ο θεοκρατικός μας εξοπλισμός μεταφέρθηκε εβδομήντα μίλια μακρυά. Το πρωί ήλθαν οι αξιωματούχοι, καθώς περιμέναμε, για να παραλάβουν ό,τι είχαμε. Δεν βρήκαν τίποτε! Ήθελαν να μας κρατήσουν στο λιμάνι επ’ αόριστον, αλλά διαμαρτυρηθήκαμε στην κυβέρνησι από την οποία ήλθε διαταγή να μας απολύσουν.
‘Ύστερ’ από μερικές εβδομάδες φθάσαμε στο λιμάνι όπου τυφλά είχαμε αποστείλει την έντυπό μας ύλη. Ο επιτόπιος έμπορος, από περιέργεια, είχε ανοίξει ένα από τα χαρτοκιβώτια και διάβαζε απολαμβάνοντας το βιβλίο Εχθροί όταν είχαμε φθάσει. Πράγματι, μας διευκόλυνε να περιτυλίξωμε και να ταχυδρομήσωμε έντυπο ύλη σε όλα τα ενδιαφερόμενα άτομα και διευθύνσεις που είχαμε καταγράψει. Όταν το ακτοπλοϊκό εκείνο πλοίο επέστρεψε, μετέφερε εκατοντάδες βιβλία και βιβλιάρια μέσα σε καθαρά πακέτα διευθυνόμενα σε σημεία κατά μήκος των ακτών ως το Μπόρτζιο.’
Έπειτα ήλθε το φθινόπωρο, με σφοδρές θύελλες και τρικυμειώδεις θάλασσες. Η «Ελπίς» ήταν στην ακτή της Χερσονήσου Μπούριν, μια από τις νότιες άκρες της Νέας Γης. Επιστρέφοντας στην Έπγουορθ συνέβη κάτι που πολύ συνετέλεσε να απομακρύνη το στίγμα των «κατασκόπων» και «λαθρεμπόρων» που είχε επικολληθή πάνω στην «Ελπίδα» σαν στρειδόνια. Μας λέγει ο Γκας Μπαρνς: ‘Διαπλέαμε μέσω μιας θαλάσσης σε μια ζοφερή ακτή όταν ακούσαμε πυροβολισμούς από κάποιον που βρισκόταν σε δυσφορία. Κάμνοντες ελιγμούς κατορθώσαμε επί τέλους να κάμωμε σινιάλο στο συμπαρασυρόμενο πλοίο που έφερε δεκατρία άτομα, ως επί το πλείστον γυναίκες και παιδιά. Είχαν εξωκείλει και βρίσκονταν σε μεγάλο κίνδυνο να σαρωθούν μέσα στη φρίκη του χειμερινού ωκεανού. Επί πολλές ώρες εφώναζαν βοήθεια. Μπορέσαμε να τους αναζωογονήσωμε, δίδοντάς τους ζεστά ποτά, και κατόπιν τους ρυμουλκήσαμε στο δικό τους λιμάνι Κόρμπιν. Εδώ όλο το χωριό είναι Καθολικοί, αλλ’ οι άνθρωποι αυτοί ήσαν τώρα φίλοι μας, και μπορούσαμε να μιλήσωμε σ’ αυτούς το άγγελμα της Βασιλείας.’