ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σκοπιάς
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
της Σκοπιάς
Ελληνική
  • ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΕΙΣ
  • g76 8/12 σ. 29-31
  • Αφήγησις από το Βιβλίο του Έτους 1976

Δεν υπάρχει διαθέσιμο βίντεο για αυτή την επιλογή.

Λυπούμαστε, υπήρξε κάποιο σφάλμα στη φόρτωση του βίντεο.

  • Αφήγησις από το Βιβλίο του Έτους 1976
  • Ξύπνα!—1976
  • Υπότιτλοι
  • ΑΠΟΚΤΩΝΤΑΣ ΣΤΕΡΕΟ ΕΔΑΦΟΣ
  • ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙΡΟ
  • (Έπεται συνέχεια)
Ξύπνα!—1976
g76 8/12 σ. 29-31

Αφήγησις από το Βιβλίο του Έτους 1976

ΑΠΟΚΤΩΝΤΑΣ ΣΤΕΡΕΟ ΕΔΑΦΟΣ

Εκείνο τον καιρό περίπου ο αδελφός Μακμίλλαν οργάνωσε την πρώτη εκκλησία του λαού του Ιεχωβά στο Κατ Χάρμπορ (Λούμπστεν) στα έτος 1916. Ο όμιλος Γραφικής μελέτης ηύξανε σε αριθμό και πέρασε τους δώδεκα, μολονότι μερικοί απ’ αυτούς ήσαν υποχρεωμένοι να διανύουν πολλά μίλια κατά μήκος της αμμώδους ακτής και της άγριας παραλίας ακόμη και σε καιρό καταιγίδας.

Η Αδελφή Μέιζον η οποία βρισκόταν μόνη στην πρωτεύουσα, στο Σαίν Τζων, έκαμε ακόμη σχέδια και προσευχόταν ώστε το Φωτόδραμα να παιχθή στη Νέα Γη όπου πολλά άτομα ήσαν ακόμη πιστά στην Αγία Γραφή. Με χρήματα που προμήθευσαν φίλοι τους οποίους είχε προηγουμένως επισκεφθή ως πλανόδια πωλήτρια βιβλίων και με τη βοήθεια μιας δωρεάς που έκαμε ο ίδιος ο πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιά, Κάρολος Τέιζ Ρώσσελ, από δικά του χρήματα, η Αδελφή Μέιζον έκαμε διευθετήσεις ώστε ο αδελφός Μπλακ από τη Νέα Σκωτία να φέρη τα σλάιντς της Εταιρίας και το μηχάνημα προβολής. Έτσι, στις 5 Μαΐου 1916, άρχισε στο Σαιν Τζων η προβολή του Φωτοδράματος που διήρκεσε τρείς εβδομάδες. Έτσι πολλοί ντόπιοι και αρκετοί ψαράδες καθώς και άλλοι που επεσκέπτοντο την πόλι από άλλα λιμάνια και από το Λαμπραντόρ ήλθαν να δουν και ποτέ δεν υπήρχε αρκετός χώρος για τα πλήθη. Συνολικά, 10.825 άτομα παρηκολούθησαν μια από τις προβολές που έγιναν δεκατέσσερα βράδυα και δεκαπέντε απογεύματα.

Αφού οι αδελφοί επέστρεψαν στους τόπους του διορισμού των στον Καναδά ή αλλού, η Αδελφή Μέιζον απεφάσισε να επισκεφθή τη μικρή ομάδα που βρισκόταν στο Λούμπστεν. Εχρησιμοποίησε αυτή την ευκαιρία για να εποικοδομήση ισχυρά θεμέλια στην απομακρυσμένη εκείνη εκκλησία. Αρκετοί από εκείνους που αργότερα έγιναν δραστήριοι διαγγελείς εκτίμησαν για πρώτη φορά τους σκοπούς του Θεού εκείνον τον καιρό.

Στα χρόνια που πέρασαν, πολλοί διαφορετικοί αδελφοί επεσκέφθησαν το Λούμπστεν για να θρέψουν πνευματικώς και να ενδυναμώσουν τον αυξανόμενο όμιλο. Όλοι θυμούνται τον καιρό που ο αδελφός Κλίφορντ Ρόμπερτς έκαμε επίσκεψι από την «ηπειρωτική» χώρα. Ένας ηλικιωμένος άνδρας στον οικισμό, επειδή υπέφερε από την καρδιά του, δεν μπορούσε να κάμη όλο το μακρύ δρόμο ως το Όραντζ Χωλλ για ν’ ακούση τη δημοσία διάλεξι του επισκέπτου. Προς μεγάλη έκπληξι όλων, αυτός ο ηλικιωμένος κύριος έκαμε διευθετήσεις ώστε να χρησιμοποιηθή η τοπική Εκκλησία· κι εκεί ο Αδελφός Ρόμπερτς μίλησε σ’ ένα ακροατήριο αρκετών εκατοντάδων. Καθώς η ομιλία προχωρούσε, ο αδελφός σε μια στιγμή διεκόπη από έναν άνδρα ο οποίος εμφανίσθηκε στο πίσω μέρος της εκκλησίας φωνάζοντας: «Αυτοί οι άνθρωποι κατέλαβαν την εκκλησία μου!» Στο τέλος ο γηραιός κύριος είπε ότι το όνειρο του ήταν να ζήση αρκετά για ν’ ακούση την αλήθεια να κηρύσσεται στην εκκλησία, και ότι εκείνη την ημέρα οι ελπίδες του πραγματοποιήθηκαν.

Η Αδελφή Ζοζεφίνα Πάρσονς απ’ αυτή την περιοχή θυμάται την επίσκεψι του Αδελφού Τζων Κάτφορδ στο 1927, ενός από τους «πίλγριμς,» όπως ήσαν τότε γνωστοί οι περιοδεύοντες εκπρόσωποι της Εταιρίας Σκοπιά. Γελά όταν αναφέρη αυτό το διασκεδαστικό επεισόδιο: «Συχνά διερωτώμεθα πώς αισθάνθηκε ο Τζων όταν, αφού ζήτησε από τον άνδρα που διηύθυνε την πανσιόν ένα κρεββάτι, η απάντησις ήταν: ‘Δεν νομίζω ότι έχω κάποιο κρεββάτι που να είναι αρκετά μακρύ για σας.’ Βλέπετε, ο Αδελφός Κάτφορδ ήταν πάνω από έξη πόδια ψηλός (1,82 μέτρα).»

Θυμάστε την πρόρρησι του ιερέως ότι η οικογένεια του Γουέσλεϋ Χώουελ θα τον καταράτο επειδή είχε εγκαταλείψει τις διδασκαλίες του Χριστιανικού κόσμου; Αντιθέτως, προέκυψαν ευλογητά αποτελέσματα. Σήμερα ένας μεγάλος αριθμός από παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα αυτών των αρχικών πιστών στη Γραφική αλήθεια βρίσκονται μεταξύ των σκαπανέων της Νέας Γης.

Το 1945 δώδεκα περίπου δραστήριοι μάρτυρες σχημάτισαν μια εκκλησία στο Νότιο Λούμπστεν. Το ίδιο έτος η εκκλησία του Βορείου Λούμπστεν μετέτρεψε το δεύτερο όροφο του Καταστήματος «Κούπερ» σε Αίθουσα Βασιλείας. Κατόπιν το 1947, κτίσθηκε η πρώτη Αίθουσα Βασιλείας στο Νότιο Λούμπστεν. Μακρυά κατά μήκος της Ευθείας Παραλίας (που λέγεται έτσι διότι δεν έχει καθόλου λιμάνια) βρίσκονται οι εκκλησίες του Μούσγκρέιβ Χάρμπορ και του Άσπεν Κοβ. Αυτές σχηματίσθηκαν από τους φυσικούς απογόνους, και πολλούς πνευματικούς απογόνους, επίσης, των αρχικών Μαρτύρων στο Κατ Χάρμπορ ή στο Λούμπστεν.

ΚΗΡΥΤΤΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙΡΟ

Το έργον κηρύγματος εκείνων των πρώτων ετών δείχνει την αγάπη και την υπομονή των διαγγελέων των αγαθών νέων. Δεν υπήρχαν τότε δρόμοι αλλά μόνο λίγα στενά μικρά δρομάκια. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και του 1940 πολλά ταξίδια έπρεπε να γίνουν με το πλοίο σε τρικυμισμένη θάλασσα και με θυελλώδη καιρό. Συχνά οι Μάρτυρες υπέφεραν από ναυτία. Μία κόρη του Γουέσλεϋ Χώουελ αναφέρει αυτή την πείρα: «Μετά από ένα ταξίδι δεκαεπτά μιλίων με το πλοίο μέχρι το Γουέσλεϋβιλλ, έπρεπε να περπατήσωμε άλλα πέντε μίλια για να φθάσωμε στο Τέμπλεμαν. Αυτό δεν ήταν εύκολο αν σκεφθή κανείς ότι έπρεπε να σκαρφαλώσωμε σε βραχώδη μονοπάτια, ν’ αγωνισθούμε για να περάσωμε από υγρούς μαλακούς βάλτους, φορτωμένοι με μια βαλίτσα από περιοδικά στο ένα και ένα φωνόγραφο στο άλλο. Πολλές φορές τοποθετούσαμε τους φωνογράφους μας κάτω σαν στηρίγματα και έπειτα προσπαθούσαμε, φορτωμένοι με τις βαλίτσες μας, να σύρωμε τα κουρασμένα σώματα μας πάνω από τον βάλτο. . . . Σε πολλά μέρη ομάδες από νεαρά αγόρια, που μας χλεύαζαν, συνήθιζαν να μας ακολουθούν καθώς επισκεπτόμεθα τα διάφορα σπίτια για να δώσωμε τις ομιλίες. Ένα από αυτά τα πρώην χλευαστικά αγόρια έγινε επίσκοπος στο Λούμπστεν. Οι ηλικιωμένοι γονείς του μαζί με τη σύζυγο του και την οικογένεια του έγιναν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Δυο από τα παιδιά του βρίσκονται στην ολοχρόνια υπηρεσία.»

Αλλά τι έκαναν η αδελφή Έντιθ Μέιζον και η αδελφή Γουίτμορ από τότε που ακούσαμε για τελευταία φορά γι’ αυτές; Το 1918 ο κλήρος του Χριστιανικού κόσμου επωφελήθηκε από το κλίμα του πολέμου για ν’ απαλλαγή μια και καλή, όπως νόμιζαν, από τους φθοροποιού Σπουδαστάς της Γραφής. Μπορούμε να πάρωμε κάποια ιδέα για τις γελοίες ακρότητες στις οποίες θα έφθαναν, από τις πείρες που αφηγούνται αυτές οι αβλαβείς ιεραπόστολοι: «Η Νέα Γη ήταν το τελευταίο σημείο της Βορείου Αμερικής και από εκεί ο Υπερατλαντικός Σταθμός Ασυρμάτου εξυπηρετούσε τα συμμαχικά κράτη στον Ατλαντικό και κατά μήκος της θαλάσσης. Τότε κάποιος προσπάθησε να φονεύση τον χειριστή του Ασυρμάτου σ’ εκείνο τον Σταθμό. Επί αρκετούς μήνες μας αποκαλούσαν κατασκόπους. Η αδελφή Γουίτμορ κι εγώ κατηγορηθήκαμε συχνά ότι είμεθα κρυφοί πράκτορες των Γερμανών και μας κατηγόρησαν ότι μεταφέραμε όπλα κάτω από τα ενδύματα μας. Οι άνθρωποι ήσαν καχύποπτοι και γεμάτοι φόβο. Κατόπιν, την 1η Σεπτεμβρίου 1918 μας απέλασαν ως υπόπτους για την υπόθεσι του Ασυρματιστού.» Φυσικά οι αδελφές ήσαν εντελώς αθώες.

Στη διάρκεια των ετών 1919 έως 1923 οι εκκλησίες συνέχισαν ν’ αυξάνουν αργά: μια μικρή ομάδα στο Πορτ Γιούνιον, πέντε άτομα στον Σαίν Τζων και η ομάδα του Λούμπστεν. Σ’ αυτή την τελευταία περιοχή του Λούμπστεν, οι κληρικοί είχαν πάψει πια να κάνουν επισκέψεις. Τα ποίμνια των είχαν τελείως λαφυραγωγηθή. Το 1924 η επίμονη αδελφή Μέιζον επέστρεψε και πάλι στο Σαίν Τζων, αυτή τη φορά αποφασισμένη και πάλι να επεξεργασθή όλο το νησί κηρύττοντας στο σιδηροδρομικό σταθμό, που εκαλείτο «Νιούφι Μπούλετ,» ή στα σκάφη που παρέμεναν για λίγο καιρό στα λιμάνια του νησιού.

Μας αναφέρει τα εξής: «Το θέρος του 1924 και το 1925 ταξίδεψα σε πολλά μέρη της χώρας. Μερικές φορές ταξίδευα με τα ταχυδρομικά πλοία της κυβερνήσεως το Σούσα, το Πρόσπεκτ, το Κλάιντ ή το Πόρσια. Κάθε φορά υπέφερα τρομερά από ναυτία. Άλλες φορές πάλι έπαιρνα μια σκούνα για να μετακινηθώ από λιμάνι σε λιμάνι. Με αποβίβαζαν οποιαδήποτε ώρα της νύχτας σε κάποια θλιβερή αποβάθρα, ενώ ένα μοναχικό κέρας ομίχλης (μπουρού) μου κρατούσε συντροφιά. Μετέφερα τα βιβλία μου μέσα σε βαρέλια για αλεύρι και ζάχαρι, γι’ αυτό συχνά περνούσα την νύχτα επανατοποθετώντας και ταξινομώντας τα βιβλία ώστε να μπορέσω να καλύψω το κενό και να μετακινηθώ στο επόμενο λιμάνι . . . Πολλές φορές έπρεπε να ξυπνήσω στις 4 το πρωί για να βρω κάποιο πλοίο να με μεταφέρη.»

Μαζί με μια άλλη σύντροφο, αυτή τη φορά με την Αδελφή Ανν Ντόουντεν από το Χάλυφαξ, η Αδελφή Μέιζον πέρασε το θέρος του 1926 ταξιδεύοντας κατά μήκος της παραλίας της Νέας Γης κηρύττοντας τη Βασιλεία σε κάθε ευκαιρία. Κατόπιν, το 1926, έφυγε από το νησί για τελευταία φορά. Πολλά χρόνια αργότερα με τα ευγενικά της μάτια τυφλωμένα από καταρράκτη θυμόταν τα εξής: «Συχνά οι άνθρωποι με ρωτούσαν γιατί αγαπούσα εκείνο το μέρος. Δεν το ξέρω ούτε κι εγώ. Υποθέτω επειδή έβλεπα τη χαρά των ανθρώπων καθώς τα πνευματικά μάτια των άνοιγαν στην αλήθεια. . . . πάντοτε αισθανόμουν το χέρι του Ιεχωβά στο έργο μου και αισθάνομαι τόσο ευτυχισμένη που έλαβα μέρος στη διεκδίκησι του αγαπητού του ονόματος.» Πολλοί από τους «σπόρους» που έσπειρε έγιναν υγιή «φυτά» που δείχνουν τη δόξα του Ιεχωβά!

(Έπεται συνέχεια)

    Ελληνικές Εκδόσεις (1950–2026)
    Αποσύνδεση
    Σύνδεση
    • Ελληνική
    • Κοινή Χρήση
    • Προτιμήσεις
    • Copyright © 2026 Watch Tower Bible and Tract Society of Pennsylvania
    • Όροι Χρήσης
    • Πολιτική Απορρήτου
    • Ρυθμίσεις Απορρήτου
    • JW.ORG
    • Σύνδεση
    Κοινή Χρήση