ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Σκοπιάς
ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
της Σκοπιάς
Ελληνική
  • ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΕΙΣ
  • g76 22/9 σ. 29-30
  • Αφήγησις από το Βιβλίο του Έτους 1976

Δεν υπάρχει διαθέσιμο βίντεο για αυτή την επιλογή.

Λυπούμαστε, υπήρξε κάποιο σφάλμα στη φόρτωση του βίντεο.

  • Αφήγησις από το Βιβλίο του Έτους 1976
  • Ξύπνα!—1976
  • Υπότιτλοι
  • ΠΙΣΤΙΣ ΠΟΥ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΣ
  • (Συνεχίζεται)
Ξύπνα!—1976
g76 22/9 σ. 29-30

Αφήγησις από το Βιβλίο του Έτους 1976

ΠΙΣΤΙΣ ΠΟΥ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΣ

Ένας απ’ αυτούς τους δύο αδελφούς ο Βίκτωρ Μπρουχ αναφέρει τα εξής: Στη φυλακή του Τριέρ μάς έδωσαν το γνωστό έγγραφο να το υπογράψωμε. Με την υπογραφή μου θα βεβαίωνα ότι είχα ακολουθήσει ένα εσφαλμένο δόγμα ότι είχα αποκηρύξει την πίστι μου, ότι δεν κατείχα κανένα έντυπο από την Εταιρία Σκοπιά, ότι δεν θα διένειμα πλέον έντυπα, ότι θα ανέφερα οποιονδήποτε με πλησίαζε για να μου δώση έντυπα και ότι θα σεβόμουν όλους τους Γερμανικούς νόμους. Η Γκεστάπο προσπάθησε να μας εξασθενίση με όλα τα μέσα. Όταν εγώ με επιμονή αρνήθηκα να δεχθώ αυτές τις προσφορές με το να μη υπογράψω το έντυπο, η Γκεστάπο με μετέφερε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως που βρισκόταν στο Μπούχενβαλντ/Βάιμαρ στις 2 Ιανουαρίου 1941. Κατ’ αρχήν μετέφεραν εμάς τους δύο αδελφούς σ’ αυτή τη φυλακή επί τρεις μήνες και μας έβαλαν να εργασθούμε σ’ ένα λατομείο, με λίγη τροφή και μη επαρκή ανάπαυσι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα επόμενα επεισόδια:

«Όταν φθάσαμε στο Μπούχενβαλντ, μας ξύρισαν το κεφάλι, μας έκαναν να τρέξωμε γυμνοί μέχρι το μπάνιο κατά μήκος ενός παγωμένου δρόμου, κι έπειτα πάλι κατά μήκος του δρόμου που ωδηγούσε στους στρατώνες όπου μας έδωσαν ρούχα. Εκεί σ’ ένα μακρύ πάγκο λάβαμε από έναν φυλακισμένο τα ρούχα που θα φορούσαμε στη φυλακή, το ένα κομμάτι κατόπιν του άλλου, αρχίζοντας από τα εσώρρουχα. Πίσω απ’ αυτόν τον φυλακισμένο που μας έδινε τα πράγματα μας στεκόταν ένας άλλος φυλακισμένος απέναντι μου. Επανειλημμένως με ρώτησε πώς πάνε τα πράγματα έξω από το στρατόπεδο. Εγώ δεν απάντησα. Είχαμε πληροφορηθή στη φυλακή ότι συχνά η Γκεστάπο έντυνε ανθρώπους δικούς της με ρούχα φυλακισμένων για να κατασκοπεύση. Τα σκεφτόμουν αυτά ενώ με ρωτούσε και μέσα μου είπα ‘δεν πρόκειται να μάθης τίποτε από μένα.’ Όταν έπαιρνα το τελευταίο κομμάτι, του ρουχισμού μου μού είπε: ‘Μπορείς να μου μιλήσης, είμαι το ίδιο με σένα.’ Ήταν πράγματι αδελφός, ο Έρνστ Χάσσελ από το Σάαρμπρούκεν. Αργότερα κατάλαβα πού ωφείλετο αυτή η περιέργεια του· οι αδελφοί ήσαν υπό επιτήρησιν από το 1937 και δεν είχαν επικοινωνία με την οργάνωσι. Όλοι μας σκεπτόμαστε αυτά τα πράγματα που γνωρίζαμε και στη διάρκεια των καθημερινών συζητήσεων στα διάφορα τραπέζια ανταλλάσσαμε τις γνώσεις μας σε κομμάτια χαρτί.

«Μετά από αρκετούς μήνες τον Ιανουάριο του 1942, οι αξιωματούχοι του στρατοπέδου ανεκοίνωσαν ότι αν ένας φυλακισμένος είχε ένα επί πλέον πουλόβερ εκτός από εκείνο που είχε λάβει από το στρατόπεδο έπρεπε να το παραδώση αμέσως για τους στρατιώτες στα ανατολικά σύνορα. Επειδή όλοι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αρνήθηκαν να προσφέρουν έστω και ένα μαντήλι για πολεμικούς σκοπούς όλοι αναγκάσθηκαν να στέκωνται επί ώρες στο γήπεδο των παρελάσεων στις 15 Ιανουαρίου του 1942. Έπειτα πήραν τα πουλόβερ και σαν τιμωρία μάς ανάγκασαν να εργαζώμεθα τις νύχτες. Υπό το φως των προβολέων ήμαστε αναγκασμένοι να ισοπεδώσωμε μια λοφώδη περιοχή και να την μετατρέψωμε σε γήπεδο. Ήταν σκληρή εργασία που γινόταν μετά το τέλος των σκληρών εργασιών, με το έδαφος παγωμένο, σκληρό και με μια θερμοκρασία 20 βαθμών Κελσίου υπό το μηδέν. (4 βαθμοί Φαρενάιτ υπό το μηδέν). Μας πήραν τα παπούτσια και ήμαστε αναγκασμένοι να βαδίζωμε φορώντας ξυλοπάπουτσα. Αλλ’ ακόμη και στη διάρκεια αυτών των δύσκολων καιρών ο Ιεχωβά μάς βοηθούσε. Πέρασαν μόνο τρεις εβδομάδες και όλα τα ρούχα που μας είχαν αφαιρεθή μας επεστράφησαν στη φυλακή τακτοποιημένα καθαρά και επιδιωρθωμένα με την παρατήρησι ότι είχε γίνει ένα βιαστικό λάθος. Οι επίσημοι στο Βερολίνο δεν είχαν επιδοκιμάσει αυτή τη μέθοδο. . . .

«Μας μετέφεραν από το μπλοκ της κοινότητος μας την άνοιξι του 1943 και μας διεσκόρπισαν σε διάφορα πολιτικά στρατόπεδα. Η διεύθυνσις του στρατοπέδου επεδίωκε να διαρρήξη την αντίστασι των Μαρτύρων του Ιεχωβά μ’ αυτόν τον τρόπο. Αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Τώρα είχαμε μια καλύτερη ευκαιρία να μιλήσωμε για την πίστι μας σ’ άλλα άτομα.

«Τον Φεβρουάριο του 1944 χρειάσθηκαν τεχνίτες στο Λούμπλιν και έτσι μ’ έστειλαν εκεί. Προσπάθησαν αρκετά να μας μεταστρέψουν σε καλούς Γερμανούς και όχι σε κατοίκους του Λουξεμβούργου πλέον. Πολύ περισσότερο προσπάθησαν να μας μεταστρέψουν από μάρτυρες του Ιεχωβά. Όταν αρνήθηκα με μετέφεραν πάλι στο στρατόπεδο. Μου έσχισαν τα ιδιωτικά μου ρούχα από πάνω μου και με μετέφεραν σ’ ένα δευτερεύον στρατόπεδο, στο Παλάγουι. Εδώ στο Παλάγουι, ένα πριονιστήριο, περάσαμε νύχτες τρομερές. Οι φυλακισμένοι κοιμόντουσαν στο στρατόπεδο μαζί με τους φρουρούς και τους χώριζε απ’ αυτούς μόνο ένα ξύλινο χώρισμα. Σχεδόν κάθε νύχτα υπήρχαν συνεχείς πυροβολισμοί μεταξύ ανταρτών και των φρουρών.

«Όταν πλησίαζαν οι Ρώσοι μάς μετέφεραν στο Άουσβιτς. Οι αδελφοί και οι αδελφές που ευρίσκοντο στο Άουσβιτς επί πολύν καιρό κατείχαν θέσεις εμπιστοσύνης. Σε αρκετές αδελφές είχε επιτραπή να πηγαίνουν στην πόλι χωρίς φρουρό για να κάνουν αγορές για τις κυρίες τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι αδελφές μπορούσαν να έλθουν σ’ επαφή με αδελφούς που ευρίσκοντο έξω από το στρατόπεδο. Φρόντιζαν για μια ιδιαίτερα σκληρή και επικίνδυνη εργασία. Αντέγραφαν ολόκληρα άρθρα της Σκοπιάς μέσα σε σχολικά μπλε τετράδια και προσπαθούσαν να τα κυκλοφορήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο. Κι εγώ επίσης πήρα μερικά για να τα διαβάσω. Ένα θυμάμαι πολύ καλά. Ήταν ‘Παρηγορία για τους Διασκορπισμένους.’

«Οι Ρώσοι πάλι προχώρησαν. Αυτό για μας σήμαινε μεταφορά σε κάποια άλλη περιοχή. Ήταν ένα τρελλό κυνηγητό κατά μήκος της Γερμανίας. Μερικούς από μας μάς φόρτωσαν σε κλειστά βαγόνια και μας έστειλαν μακρυά. Η τροφή μας γι’ αυτό το ταξίδι ήταν ένα καρβέλι ψωμί. Αυτό έπρεπε να διαρκέση τρεις μέρες. Αλλά σ’ αυτή την περίπτωσι επίσης μπορούσαμε να εμπιστευθούμε στη σοφία του Ιεχωβά. Ένας αδελφός μάς είπε: «Αν αυτοί ήδη λέγουν τρείς μέρες τότε εμείς θα κάνωμε καλά να διαιρέσωμε το ψωμί μας για έξη μέρες. Στην πραγματικότητα χρειάσθηκε να φάμε από αυτό δέκα μέρες. Στις στάσεις τρώγαμε διάφορα είδη φυτών, γρασίδι και οτιδήποτε φύτρωνε κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές για να μην πεθάνωμε από την πείνα. Την ενδεκάτη μέρα φθάσαμε στο Ράβενσμπρουκ. Περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι πέθαναν από την πείνα στη διάρκεια των τελευταίων ημερών αυτού του ταξιδιού. Μόλις πέθαινε κάποιος τον τοποθετούσαν στο τελευταίο βαγόνι του σιδηροδρόμου και τα πτώματα συσσωρεύοντο κατά στρώματα.

«Στους στρατώνες επειγούσης ανάγκης χωριζόμεθα από τους άλλους φυλακισμένους με ένα αγκαθωτό σύρμα. Έπρεπε να είμεθα ικανοποιημένοι με μισό λίτρο χυμό από λαχανικά και μια φέτα ψωμί την ημέρα.

«Και πάλι οι Ρώσοι απείλησαν σοβαρά το στρατόπεδο. Αυτό εσήμαινε μεταφορά σε κάποια άλλη περιοχή. Χρειάσθηκε να βαδίζωμε επί μέρες. Εμείς οι αδελφοί πάντοτε προσπαθούσαμε να είμαστε μαζί. Ήμαστε σαράντα εννέα αδελφοί και ένα ενδιαφερόμενο άτομο και ο ένας ενεθάρρυνε τον άλλον. Στη διάρκεια μιας νύχτας έγινε ανταλλαγή πυροβολισμών τόσο μεγάλη που δεν είχαμε ακούσει ποτέ προηγουμένως. Όταν ξημέρωσε παρατηρήσαμε προς μεγάλη έκπληξί μας ότι οι Γερμανοί φρουροί είχαν εξαφανισθή. Αφού πλυθήκαμε—κάτι που επί εβδομάδες δεν είχε γίνει—εμείς τα πενήντα άτομα βαδίσαμε προς το πλησιέστερο χωριό για να διαπιστώσωμε τι είχε συμβή. Παρατηρήσαμε εκεί ότι όλα τα δημόσια κτίρια κατείχοντο από τους Αμερικανούς.

«Έπειτα πήγαμε μαζί σ’ ένα λειβάδι στα περίχωρα του χωριού και ένας αδελφός έκαμε μια προσευχή ευχαριστήριο στον Ιεχωβά για τη θαυμάσια απελευθέρωσι που επρομήθευσε. Αυτό συνέβη στις 3 Μαΐου 1945 στους Ρουμπς. Επί μέρες συνεχίσαμε να βαδίζωμε μέχρις ότου οι αδελφοί τελικά διασκορπίσθηκαν για να φθάσουν στα σπίτια τους. Ο Ιεχωβά μάς είχε βοηθήσει να επιβιώσωμε από ένα δύσκολο και ταραχώδη καιρό. Αυτό έγινε δυνατό μόνο με την δική του βοήθεια.

«Στις 18 Ιουνίου 1945 έφθασα στο σπίτι μου στο Εσχ-σουρ-Αλζέτ. Προς μεγάλη μου χαρά και ευγνωμοσύνη βρήκα την σύζυγό μου και τα παιδιά μου που είχαν φθάσει σπίτι μόνο πέντε μέρες πριν από μένα. Και αυτό συνέβη μετά από ένα διετή χωρισμό στη διάρκεια του οποίου δεν είχαμε επικοινωνία ούτε για μια φορά.

«Παρ’ όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια το εδάφιο που βρίσκεται στις Παροιμίες 3:5, 6, υπήρξε καλός οδηγός για μένα. Λέγει τα εξής: «Έλπιζε επί τον Ιεχωβά εξ όλης σου της καρδίας και μη επιστηρίζεσαι εις την σύνεσίν σου· εν πάσαις ταις οδοίς σου αυτόν γνώριζε, και αυτός θέλει διευθύνει τα διαβήματα σου.»

(Συνεχίζεται)

    Ελληνικές Εκδόσεις (1950–2026)
    Αποσύνδεση
    Σύνδεση
    • Ελληνική
    • Κοινή Χρήση
    • Προτιμήσεις
    • Copyright © 2026 Watch Tower Bible and Tract Society of Pennsylvania
    • Όροι Χρήσης
    • Πολιτική Απορρήτου
    • Ρυθμίσεις Απορρήτου
    • JW.ORG
    • Σύνδεση
    Κοινή Χρήση