Γιατί Χάνεται η Μάχη Εναντίον του Εγκλήματος;
Διαβάστε Τι Λέγει Ένας Παλαίμαχος Αστυνομικός Σχετικά μ’ Αυτό
ΚΑΜΜΙΑ πόλις δεν αντιμετωπίζει τόσο μεγάλο κύμα εγκλήματος όσο η πόλις της Νέας Υόρκης. Περισσότεροι άνθρωποι δολοφονήθηκαν εκεί το έτος 1974—συνολικά 1.669—απ’ όσους σκοτώθηκαν σε επτά περίπου χρόνια πολέμου στη Βόρειο Ιρλανδία!
Ως αξιωματικός της αστυνομίας στην Πόλι της Νέας Υόρκης έχω διαπιστώσει την αποτυχία κάθε προσπαθείας να περιορισθή το έγκλημα. Ο ειδικός εισαγγελεύς της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, Μωρίς Ναντζάρι, είχε δίκαιο όταν είπε: «Δεν μπορούμε πια να προστατεύσωμε τον κόσμο από το έγκλημα.»
Εκατοντάδες κάτοικοι της Νέας Υόρκης γίνονται καθημερινώς θύματα δολοφονίας, επιθέσεως, βιασμού ή ληστείας—αναφέρεται σχεδόν κάθε δευτερόλεπτο ένα σοβαρό έγκλημα. Μια επικεφαλίδα των Τάιμς της Νέας Υόρκης που ασχολείτο με την αύξησι του εγκλήματος τους πρώτους μήνες του 1975 εν συγκρίσει με την ίδια περίοδο του 1974, έγραψε: «ΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΑΥΞΗΘΗΚΑΝ ΚΑΤΑ 21,3% ΣΤΗΝ ΠΟΛΙ.» Δεν απορεί κανείς γιατί σε πολλά τμήματα της πόλεως της Νέας Υόρκης οι κάτοικοι φοβούνται να βγουν έξω—είναι, στην πραγματικότητα φυλακισμένοι στα ίδια τους τα σπίτια.
Φταίει η Αστυνομία;
Φοβισμένοι και αγριεμένοι—και είναι ευνόητος ο λόγος—οι άνθρωποι συχνά κατηγορούν την αστυνομία. Λέγουν ότι είμεθα ανόητοι ή πολύ οκνηροί για ν’ αντιμετωπίσωμε το έγκλημα. Η γενική αντίληψις είναι συχνά ότι δωροδοκούμεθα, όπως έδειξε το κινηματογραφικό έργο Σέρπικο. Πολλοί λέγουν ότι έχομε μια ανώτερη στάσι υπεράνω του νόμου, που αποδεικνύεται από την αποτυχία μας να υπακούσωμε σε νόμους που έχομε την ευθύνη να επιβάλλωμε. Άλλοι μας κατηγορούν ότι είμεθα απαθείς προς το κοινό και ότι φερόμεθα με κτηνωδία στους υπόπτους εγκληματίες.
Μολονότι, μπορεί να υπάρχη κάποια δόσις αληθείας σε μερικές απ’ αυτές τις κατηγορίες, πιστεύω ότι γενικά δίνουν μια άδικη εντύπωσι. Το έργο της αστυνομίας είναι τέτοιας φύσεως ώστε εύκολα το κοινό το παρεξηγεί. Έτσι, είναι άδικο να εκφέρετε κρίσι χωρίς ν’ ακούσετε κι εμάς. Όταν μας ακούσετε πιστεύω ότι θα καταλάβετε κάπως την αιτία της αυξήσεως του εγκλήματος, αλλά θα εκτιμήσετε, επίσης, τις απογοητεύσεις και τις πιέσεις που υφίσταται η αστυνομία.
Μια Ρεαλιστική Άποψις της Αστυνομίας
Μερικοί λέγουν ότι η κυρία αιτία που κάνει το έγκλημα ν’ ανθή είναι ότι η αστυνομία είναι διεφθαρμένη. Ως απόδειξι, ίσως αναφερθούν στην έκθεσι που έλεγε ότι από τους πενήντα ένα αστυνομικούς στους οποίους δόθηκαν «απωλεσθέντα» πορτοφόλια για να τα επιστρέψουν, οι δεκαπέντε πήραν τα χρήματα από μέσα. (Τάιμς Νέας Υόρκης, 17 Νοεμβρίου 1973) Εξετάστε, όμως, το εξής από την πραγματική του όψι.
Γνωρίζατε ότι όταν έγινε αργότερα ένα παρόμοιο τεστ με τυχαίους κατοίκους της Νέας Υόρκης, που σαράντα δύο από τα πενήντα άτομα κράτησαν ανέντιμα τα χρήματα; Έτσι, σε αξιοσημείωτο βαθμό, η αστυνομία απλώς αντανακλά τις αρχές της κοινωνίας στην οποία ανήκει, έτσι δεν είναι; Και σχετικά με τη δωροδοκία, ποιοι την προσφέρουν; Το κοινό δεν την προσφέρει στους αστυνομικούς;
Δεν προσπαθώ να δικαιολογήσω την ανεντιμότητα της αστυνομίας. Αλλ’ είναι καλό να βλέπωμε όλη την εικόνα. Υπάρχει βέβαια διαφθορά. Αλλ’ είναι αλήθεια ότι εμείς οι αστυνομικοί, δεν συμβάλλομε πράγματι πολύ στην πρόληψι του εγκλήματος; Δεν τηρούν οι άνθρωποι το νόμο όταν βρισκώμαστε εμείς εκεί γύρω;
Θυμάστε τι έγινε το 1960 όταν οι 3.700 αστυνομικοί του Μόντρεαλ του Καναδά έκαμαν απεργία; Το έγκλημα αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι είπαν ότι η πόλις «αντιμετωπίζει κίνδυνο αναρχίας.» Και πιστέψτε με, τα πράγματα θα ήσαν χειρότερα στη Νέα Υόρκη. Χωρίς την αστυνομία, οι κάτοικοι θα ήταν καλύτερο να οχυρωθούν στα σπίτια τους. Δεν θα μπορούσε να ζήση κανείς στην πόλι.
Τι Εμπειρίες Δοκιμάζουν οι Αστυνομικοί
Για να καταλάβετε την απογοήτευσι που συχνά δοκιμάζουν οι αστυνομικοί στη μάχη τους κατά του εγκλήματος, θα σας διηγηθώ το εξής: Ένας συνάδελφος αστυνομικός προσφάτως συνέλαβε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, δεκατριών και δώδεκα χρονών αντιστοίχως, να έχουν σεξουαλικές σχέσεις στην ταράτσα ενός υπό κατασκευή κτιρίου. Πήγε το κορίτσι στους γονείς του. Αλλά η μητέρα της του είπε να κοιτάζη τη δουλειά του, λέγοντας: «Η κόρη μου είναι τώρα γυναίκα· μπορεί να το κάνη αυτό όποτε θέλει.» Μια εμπειρία σαν κι αυτή κάνει τους αστυνομικούς να αισθάνωνται αβοήθητοι. Νομίζω ότι αυτή η σύγχρονη ανεκτική στάσις, όπου όλα επιτρέπονται, συμβάλλει στην αύξησι του εγκλήματος.
Στις περιοχές των γκέττο ο αστυνομικός αντιπροσωπεύει την τάξι της κοινωνίας που, όπως νομίζουν αυτοί οι άνθρωποι, τους έχει ρίξει χαμηλά και τους κρατά στο περιθώριο. Έτσι, σ’ αυτά τα μέρη μας θεωρούν μάλλον σαν απειλή και όχι σαν βοήθεια. Παραδείγματος χάριν, όταν πηγαίνωμε σε κάποια γειτονιά για να συλλάβωμε έναν έμπορο ναρκωτικών, οι γείτονές του μάχονται υπέρ του έμπορου και εναντίον της αστυνομίας. Αυτή η στάσις εναντίον της αστυνομίας, νομίζω ότι αποτελεί έναν άλλο ακόμη ευνοϊκό παράγοντα για την αύξησι του εγκλήματος.
Θυμάμαι ένα επεισόδιο στην περιοχή Μπέντφορντ-Στήβεζαντ του Μπρούκλυν. Δυο τύποι είχαν κλέψει ένα αυτοκίνητο και προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Τους κυνηγήσαμε, κι αυτοί τρακάρισαν και το αυτοκίνητο κατεστράφη. Τους στριμώξαμε και τους αναγκάσαμε να γυρίσουν τα πρόσωπά τους στον τοίχο, απειλώντας τους με τα πιστόλια μας. Αλλά πριν το καταλάβωμε, σχηματίσθηκε ένα πλήθος που μας απειλούσε. Σας διαβεβαιώ, η πιο γλυκειά μελωδία που άκουσα ποτέ μου ήταν οι σειρήνες των αστυνομικών αυτοκινήτων που έρχονταν να μας βοηθήσουν.
Πρέπει ν’ αντιμετωπίσετε αυτές τις καταστάσεις για να καταλάβετε τον ψυχρό τρόμο που σας παραλύει. Γνωρίζω ότι υπάρχουν άτομα που επικρίνουν και κατηγορούν τους αστυνομικούς ότι χρησιμοποιούν τα όπλα τους πολύ γρήγορα και για μη αναγκαία χρήσι βίας. Αλλ’ είναι εύκολο να κατακρίνη κανείς όταν είναι ασφαλής. Οι επικριταί μας θα αισθάνοντο διαφορετικά, πιστεύω, όταν αντιμετώπιζαν ωπλισμένους εγκληματίες.
Η κατάστασις είναι τρομακτική! Σχεδόν ένας αστυνομικός φονεύεται, κάθε μήνα στην πόλι! Το ποσοστό του εγκλήματος είναι σχεδόν απίστευτο—ένας συνάδελφος μού έλεγε πριν από λίγο καιρό ότι ένα περιπολικό αντιμετώπισε πέντε ληστείες σε μια βάρδια, κυρίως ληστείες φαρμακείων.
Ακόμη κι οι δολοφονίες έχουν γίνει τόσο συνηθισμένες ώστε οι αστυνομικοί δεν εντυπωσιάζονται πια απ’ αυτές. Ο αξιωματικός Τζων Φλορς, που εργαζόταν στον 73ον Τομέα της Μπράουνσβιλ, που πλήττεται από μεγάλο ποσοστό εγκλήματος, τόνισε αυτό το ζήτημα όταν περιέγραψε μια περιπολία στην οποία ήταν τόσο απησχολημένος ώστε, ενώ έτρωγε ένα σάντουιτς, παρετήρησε ότι δεν είχε προλάβει τα ξεπλύνη τα αίματα που είχαν μείνει στα χέρια του από μια δολοφονία που είχε γίνει λίγο πιο πριν.
Και τα άτομα που ζουν σ’ αυτές τις περιοχές δεν εντυπωσιάζονται πια. Σε μια άλλη περίπτωσι ένας άνδρας σκότωσε τη γυναίκα του. Είχαν δώδεκα παιδιά, και στη διάρκεια της ανακρίσεως μερικά παιδιά έπαιζαν κυνηγητό γύρω από το σπίτι, σαν να μην είχε συμβή τίποτα!
Αλλά γιατί χάνομε τη μάχη εναντίον του εγκλήματος; Μήπως το σφάλμα βρίσκεται στην προετοιμασία των αστυνομικών για το καθήκον τους;
Προετοιμασμένοι για τη Μάχη Εναντίον του Εγκλήματος
Το 1961, όταν ήμουν είκοσι τεσσάρων ετών, εκπαιδεύθηκα στην Αστυνομική Ακαδημία της Νέας Υόρκης. Περιελαμβάνετο και σωματική προετοιμασία—γυμναστική, τζούντο και χρήσις των οπλών. Στην αίθουσα διδασκαλίας εξετάζαμε τα στοιχεία κάθε εγκλήματος και τι χρειάζεται για να γίνη μια σύλληψις. Δεν φθάνει μόνον η φράσις, «Συλλαμβάνεσαι!» Έμαθα τι πρέπει να γίνη αφού ένα άτομο οδηγηθή στον τόπο κρατήσεως, πώς του παίρνουν τα αποτυπώματα, πώς φωτογραφίζεται και τι άλλο χρειάζεται πριν εμφανισθή στο δικαστήριο. Έμαθα επίσης τι αποδείξεις χρειάζονται για να φέρης στο δικαστήριο κάποιον που συνέλαβες.
Μετά από πέντε περίπου μήνες η τάξις μας απεφοίτησε κι εγώ διωρίσθηκα στην 66η Περιοχή στο Μπόρω Παρκ του Μπρούκλυν. Εκεί έκανα περιπολία πεζός και μερικές φορές με περιπολικό αυτοκίνητο. Ήμουν ικανοποιημένος να βοηθώ τους ανθρώπους στα προβλήματά τους και να προσφέρω ιατρική και άλλου είδους βοήθεια.
Αυτό που απεχθανόμουν, όμως, ήταν να δίνω κλήσεις για τροχαίες παραβάσεις, επειδή κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνωνται πολύ άσχημα. Έτσι, ερχόταν το τέλος του μηνός χωρίς να έχω δώσει τον απαιτούμενο αριθμό κλήσεων. Έπρεπε, λοιπόν, να δίνω κλήσεις για «παραβάσεις ορίων»—όταν, παραδείγματος χάριν, κάποιος δεν σταματούσε πλήρως στο σήμα προτεραιότητας ή αν περνούσε με το κίτρινο. Αυτό μ’ έκανε να αισθάνωμαι πολύ άσχημα.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω την πρώτη σύλληψι που έκαμα. Σταμάτησα έναν οδηγό που δεν είχε άδεια, κι εκείνος μου προσέφερε $100 για να τον αφήσω να φύγη. Τον συνέλαβα και τον πήγα στο τμήμα.
Έχω κάνει εκατοντάδες συλλήψεις από τότε, αλλ’ εκείνο που έκανε ειδικά αλησμόνητη την πρώτη σύλληψι, ήταν το γεγονός ότι παρουσιάσθηκα για πρώτη φορά στο δικαστήριο, όπου είδα τη χαώδη κατάστασι που επικρατούσε εκεί. Η πραγματικότης δεν ανταπεκρίνετο σ’ αυτό που με είχε κάνει ν’ αναμένω η ακαδημαϊκή μου εκπαίδευσις. Αλλά σύντομα έμαθα κι άλλα συνταρακτικά γεγονότα, που ήσαν τελείως αντίθετα με την ωραία αστυνομική εκπαίδευσι που είχα λάβει.
Η Πραγματικότης
Ήμουν λίγο καιρό στην υπηρεσία όταν κατάλαβα ότι πολλοί αστυνομικοί εδωροδοκούντο. Ήταν κοινό μυστικό ότι πολλοί έπαιρναν χρήματα για να προστατεύουν χαρτοπαίκτες και άλλα πρόσωπα του υποκόσμου.
Έπειτα έγινε η έρευνα της Επιτροπής Ναππ για τη διαφθορά της αστυνομίας. Πριν από τέσσερα χρόνια έρριξε φως στη διαφθορά και από τότε αρκετοί αστυνομικοί καταδικάσθηκαν και φυλακίσθηκαν! Επί πλέον η συνωμοσία της σιωπής έσπασε—οι αστυνομικοί άρχισαν να καταγγέλλουν τις διαφθορές. Έτσι, εξαπλώθηκε ο φόβος, οι αστυνομικοί εφοβούντο μήπως τους αποκαλύψουν οι άλλοι κι αυτό συνέβαλε στην κάθαρσι.
Ετέθη τότε σε ενέργεια ένα ευρύ πρόγραμμα αντιδιαφθοράς. Ανήρτησαν παραδείγματος χάριν επιγραφές στους αστυνομικούς σταθμούς που εξηγούσαν ότι το εισόδημα ενός αστυνομικού στη διάρκεια είκοσι ετών υπηρεσίας και είκοσι ετών συνταξιοδοτήσεως ανέρχεται σε $500.000, και ότι θα ήταν κρίμα να διακινδυνεύση κανείς να τα χάση λαμβάνοντας δωροδοκίες. Τώρα παίρνομε ένα καλό μισθό και αμφιβάλλω αν πολλοί θα διακινδυνεύσουν να τον χάσουν με το να δεχθούν να δωροδοκηθούν.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι αστυνομικοί έγιναν βασικά τίμιοι. Ένας συνταξιούχος Βοηθός Επιθεωρητού είχε προφανώς δίκιο όταν έλεγε για κάποιους πρώην διεφθαρμένους αστυνομικούς: «Αναζητούν ευκαιρίες και τώρα ακόμη για ν’ αποκτήσουν χρήματα κι έτσι χάριν των χρημάτων δέχονται να διακινδυνεύσουν.» Φαίνεται ότι ο κίνδυνος πρέπει να διατηρήται στο προσκήνιο, όπως ακριβώς έδειξε μια πρόσφατη έκθεσις της αστυνομίας όταν απεκάλυψε ότι ο φόβος της συλλήψεως είναι η αιτία της βελτιώσεως της καταστάσεως.
Αντιλαμβάνομαι, όμως, ότι ο κόσμος πιστεύει ακόμη ότι η πλειονότης των αστυνομικών είναι διεφθαρμένοι· έχομε χάσει την αξιοπιστία μας λόγω της προηγουμένης πορείας μας. Επίσης, η επίμονη στάσις ‘υπεράνω του νόμου’ που έχουν μερικοί αστυνομικοί συνέβαλε σ’ αυτό.
Αυτή η απώλεια της εμπιστοσύνης του κοινού, της αξιοπιστίας—που έχει ως αποτέλεσμα την έλλειψι συνεργασίας, ακόμη και το μίσος από πολλά άτομα—είναι ένας κύριος παράγων, νομίζω, στο ότι χάσαμε τη μάχη εναντίον του εγκλήματος.
Εργασία Ντετέκτιβ και Άλλοι Παράγοντες
Επιθυμούσα να προαχθώ στο σώμα, και στις 18 Μαΐου 1962 συνέβη ένα τρομερό γεγονός που μου άνοιξε το δρόμο—δύο ντετέκτιβς του Μπρούκλυν, ο Φάλλον και ο Φίννεγκαν, δολοφονήθηκαν σ’ ένα καπνοπωλείο του τομέως μου, ακριβώς λίγα τετράγωνα πιο κάτω από εκεί που βρισκόμουν. Εκείνο τον καιρό οι φόνοι αστυνομικών ήταν κάτι ασυνήθιστο κι έτσι εκλήθησαν ντετέκτιβς απ’ όλη την πόλι για να διαλευκάνουν την υπόθεσι.
Τη νύχτα των φόνων πήρα πληροφορίες από κάποια έμπιστη πηγή που με εξέπληξαν—μου είπαν το όνομα του ενός από τους δολοφόνους. Πήγα αμέσως στο αστυνομικό τμήμα κι ανέφερα την πληροφορία του ατόμου. Αμέσως έλαβα εντολή να βοηθήσω την υπόθεσι. Εκείνη τη νύχτα εξακριβώσαμε ότι ένας από τους υπόπτους ήταν αναμεμιγμένος στους φόνους. Αργότερα συνελήφθη και καταδικάσθηκε.
Ως αποτέλεσμα της συνεργασίας μου, με πρότειναν για το γραφείο των ντετέκτιβς και την άνοιξι του 1963 έλαβα την εκπαίδευσι του ντετέκτιβ στην Αστυνομική Ακαδημία. Έπειτα, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε τότε, διωρίσθηκα στην Υπηρεσία Νεολαίας, ένα είδος υπηρεσίας ντετέκτιβ για τη νεολαία, που επέβαλλε το νόμο σε μέρη όπου συγκεντρώνονται νέοι, όπως είναι τα γήπεδα μπόλινγκ, τα κολυμβητήρια και τα σχολεία. Αλλά από το 1966 έχω κανονική εργασία ντετέκτιβ.
Οι ανακρίσεις που γίνονται για τα περισσότερα εγκλήματα δεν είναι τίποτε αν συγκριθούν με ό,τι έγινε στην περίπτωσι της δολοφονίας του Φάλλον και του Φίννεγκαν, όπου δεκάδες ντετέκτιβς και ειδικοί τεχνικοί ένωσαν τις προσπάθειές των. Με 1.000 και περισσότερα εγκλήματα που αναφέρονται καθημερινώς, απλούστατα δεν υπάρχει χρόνος να ερευνηθούν πλήρως όλα.
Αλλ’ όταν υπάρχη περισσότερος χρόνος, μπορεί να γίνη μια πλήρης έρευνα. Μπορεί να ψάξουν να βρουν περισσότερους μάρτυρες και να ερευνήσουν πλήρως τα στοιχεία. Τα δακτυλικά αποτυπώματα είναι εξαιρετικά πολύτιμα ως απόδειξις σ’ ένα έγκλημα· πιστεύω όμως ότι σ’ αυτό το σημείο υστερούν πολλοί ντετέκτιβς. Αποτυγχάνουν να χρησιμοποιήσουν τις επιστημονικές μεθόδους που είχαν διαθέσιμες για την έρευνα του εγκλήματος, είτε λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος είτε διότι δεν έχουν πεισθή για την αξία αυτών των μεθόδων.
Ενώπιον του παλιρροϊκού κύματος του εγκλήματος, η διαδικασία ερεύνης έχει καταρρεύσει—μόνο ένα στα πέντε σοβαρά εγκλήματα διαλευκάνεται—και ο πραγματικός αριθμός ίσως είναι ακόμη κατώτερος. Ως αποτέλεσμα, η εμπιστοσύνη του κοινού είναι μικρή. Η απογοήτευσις και η ιδιοτέλεια μεγαλώνουν και κάνουν περισσότερα άτομα να στρέφωνται στο έγκλημα.
Επίσης, πολλοί αστυνομικοί πιστεύουν ότι υπάρχει μια ακόμη πιο σπουδαία αιτία για την οποία χάνομε τη μάχη.
Γιατί Μπορεί να Λεχθή ότι το Έγκλημα Συμφέρει
Για να το πούμε καθαρά, ο λόγος είναι ότι το ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΥΜΦΕΡΕΙ. Αυτό δείχνουν τα γεγονότα. Έτσι, ο Τζαίημς Σ. Κάμπελ πρώην γενικός σύμβουλος της προεδρικής επιτροπής εγκλήματος, είπε: «Το έγκλημα πράγματι συμφέρει στους κακοποιούς.» Τόνισε ότι «οι πιθανότητες είναι 99 προς 1 να κάνετε κάποιο σοβαρό έγκλημα και να μη πάτε στη φυλακή.» Αλλά στην πόλι της Νέας Υόρκης οι πιθανότητες να τιμωρηθή ένας εγκληματίας είναι ακόμη λιγώτερες.
Παραδείγματος χάριν, στις 97.000 συλλήψεις για σοβαρά εγκλήματα, σ’ ένα πρόσφατο έτος, μόνον 900 κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν! Η μεγάλη πλειονότης αυτών που συλλαμβάνονται κάνουν «δικαστικές διαπραγματεύσεις.» Ο τρόπος που γίνεται αυτό είναι ο εξής: ο εγκληματίας ομολογεί ένα μικρότερο αδίκημα με μικρότερη τιμωρία που συνήθως αναστέλλεται. Μ’ άλλα λόγια, είναι ελεύθερος. Δεν επιβάλλεται καμμιά τιμωρία! Οι οχτώ στις δέκα περιπτώσεις δολοφονίας λύνονται με «δικαστικές διαπραγματεύσεις.» Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο δολοφόνος γενικά τιμωρείται με ελαφρά ποινή και σύντομα είναι ελεύθερος να επαναλάβη το έγκλημά του.
Από την πείρα που έχω θα μπορούσα να σας δώσω πολλά παραδείγματα αυτής της «περιστροφικής θύρας» του δικαστικού μας συστήματος. Αλλά θα σας διηγηθώ μόνο ένα. Το 1970 ένας άνδρας με βεβαρημένο ποινικό μητρώο μαχαίρωσε αλύπητα μέχρι θανάτου κάποιον ανυπεράσπιστο γέρο, ιδιοκτήτη ενός ποτοπωλείου. Εν τούτοις, αυτός ο αδίστακτος δολοφόνος μπόρεσε να υπερασπίση τον εαυτό του από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας και καταδικάσθηκε σε πέντε χρόνια φυλακή, που σημαίνει ότι πιθανόν έμεινε στη φυλακή μόνο δυο ή τρία χρόνια. Αυτό όμως, ήταν ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα με τα οποία ασχολήθηκα ποτέ.
Γιατί δεν δικάζονται ορθά αυτές οι περιπτώσεις ώστε να λαμβάνη ο εγκληματίας την κατάλληλη ποινή; Ο δικαστής Ντέηβιντ Ρος εξήγησε: «Είμεθα υπερπλήρεις απ’ αυτές τις περιπτώσεις και θα εχρειάζοντο εκατομμύρια [δολλάρια] για να δικασθούν όλες.» Επί πλέον, οι φυλακές είναι ήδη γεμάτες, και τα έξοδα για κατασκευή νέων φυλακών μπορεί να φθάσουν μέχρι $40.000 κατά φυλακισμένο. Ακόμη και τώρα κάθε άτομο που βρίσκεται σε μια πατροπαράδοτη φυλακή στοιχίζει περίπου $10.000 το χρόνο. Έτσι, στοιχίζει πάρα πολύ όχι μόνον η εκδίκασις των εγκληματιών, αλλά και η φυλάκισίς των.
Ως αποτέλεσμα, πολλά άτομα ενθαρρύνονται να διαπράττουν περισσότερα εγκλήματα αφού βλέπουν ότι το έγκλημα δεν τιμωρείται. Μερικές φορές μάλιστα μας περιγελούν όταν τους συλλαμβάνουμε, επειδή γνωρίζουν ότι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα. Καταλαβαίνετε λοιπόν τώρα γιατί οι αστυνομικοί δεν είναι τόσο πρόθυμοι στην προσπάθεια να συλλάβουν τους εγκληματίες; Συνήθως οι εγκληματίες δεν τιμωρούνται καθόλου. Ένας άνδρας στην Ουάσιγκτον, παραδείγματος χάριν, συνελήφθη πενήντα επτά φορές σε πέντε χρόνια πριν καταδικασθή.
Είναι μια θλιβερή κατάστασις, όπως είπε ο Πάτρικ Μόρφυ, πρώην Αστυνομικός Διοικητής της Νέας Υόρκης: «Η αστυνομία είναι απλώς ο πιο ορατός βραχίων ενός διαλυμένου συστήματος για τον έλεγχο του εγκλήματος, ενός ανοργάνωτου συστήματος, στο οποίο μηνυταί και δικαστήρια αποτυγχάνουν.»
Ένα κύριο άρθρο των Τάιμς της Νέας Υόρκης είχε δίκιο όταν έγραψε για το δικαστικό σύστημα: «Στην ουσία, έχομε την εικόνα ενός ‘συστήματος’ που κινδυνεύει συνεχώς να καταρρεύση κάτω από το ίδιο του το βάρος, που λειτουργεί μ’ ένα τέτοιο τρόπο που σκοπό έχει ν’ αποφύγη την κατάρρευσι παρά να απονείμη δικαιοσύνη ή να προστατεύση το κοινό.»—7 Φεβρουαρίου 1975.
Το κοινό υποφέρει περισσότερο, ιδιαίτερα τα θύματα. Ουσιαστικά δεν έχει γίνει καμμιά σκέψις για να βοηθηθούν ή ν’ αποζημιωθούν για τις απώλειές των. Επί πλέον, αν είναι μάρτυρες στη δίκη, αυτό θα γίνη με δαπάνη του χρόνου των, ίσως και του ημερομισθίου των, και το περισσότερο που μπορούν να ελπίζουν είναι να τιμωρηθή ο ένοχος. Αλλά τώρα, επειδή τόσο λίγοι εγκληματίες τιμωρούνται, όλο και λιγώτερα θύματα είναι πρόθυμα να κάνουν μήνυσι και, ειλικρινώς, δεν τους κατηγορώ γι’ αυτό. Μια γυναίκα από τη Φιλαδέλφεια χρειάσθηκε να παρευρεθή στη δίκη σαράντα πέντε φορές πριν καταδικασθή αυτός που την λήστεψε!
Υπάρχει Λύσις;
Πριν από λίγον καιρό, κάποιος υπέδειξε να υποχρεώνεται ο εγκληματίας να εργάζεται για να πληρώνη στο θύμα εκείνα που του έκλεψε ή κατέστρεψε. Η ιδέα αυτή προέρχεται από την Αγία Γραφή, όπου, σύμφωνα με το νόμο του Θεού, ένας κλέπτης που έκλεβε ένα βόδι και το πουλούσε, έπρεπε να δώση εις αντάλλαγμα πέντε βόδια! (Έξοδ. 22:1-4) Αυτό είναι πολύ λογικό. Αν οι εγκληματίες αποζημίωναν τα θύματά των μ’ αυτό τον τρόπο ή στην περίπτωσι των νεαρών, ήσαν αναγκασμένοι οι γονείς των να το κάνουν αυτό, το έγκλημα θα περιοριζόταν κατά πολύ.
Χρειάζεται επίσης, άμεση τιμωρία για την παράβασι. Όταν δεν επιβάλλεται τιμωρία, ο κακοποιός νομίζει ότι το έγκλημα συμφέρει κι έτσι συνεχίζει την κακή πορεία του, ακριβώς όπως λέγει η Βίβλος. (Εκκλησ. 8:11) Αλλά αν οι εκούσιοι φονείς θανατώνοντο αμέσως, όπως συμβουλεύει η Βίβλος, σας διαβεβαιώνω ότι θα υπήρχαν πολύ λιγώτεροι δολοφόνοι. (Αριθμ. 35:30, 31) Και αν οι άλλοι κακοποιοί ετιμωρούντο αυστηρά, είμαι βέβαιος ότι το έγκλημα θα παρουσίαζε απότομη μείωσι.
Εν τούτοις, αυτό το σύστημα πραγμάτων όλο και απομακρύνεται από την οδό της λογικής. Έτσι, όσο συνεχίζεται αυτό το σύστημα, όσο λυπηρό και αν φαίνεται, δεν διακρίνω καμμιά ελπίδα για πραγματική βελτίωσι στη μάχη της αστυνομίας εναντίον του εγκλήματος.—Από συνεργάτη
[Πλαίσιο στη σελίδα 6]
‘Μερικά άτομα λέγουν ότι η αστυνομία είναι διεφθαρμένη.’
[Πλαίσιο στη σελίδα 7]
«Οι δολοφονίες έχουν γίνει τόσο συνηθισμένες ώστε οι αστυνομικοί δεν εντυπωσιάζονται πια απ’ αυτές.»
[Πλαίσιο στη σελίδα 8]
«Πολλοί αστυνομικοί εδωροδοκούντο.»
[Πλαίσιο στη σελίδα 9]
«Απλούστατα δεν υπάρχει χρόνος να ερευνηθούν πλήρως τα περισσότερα εγκλήματα.»
[Πλαίσιο στη σελίδα 10]
‘Το έγκλημα συμφέρει. Διότι οι περισσότεροι εγκληματίες δεν τιμωρούνται.’