Ένα Κορίτσι από Μητριαρχική Κοινωνία Αποφασίζει να Υπηρετή τον Αληθινό Θεό
ΜΕΓΑΛΩΣΑ στο τελευταίο χωριό που βρίσκεται κατά μήκος του Ποταμού Ταπαναχόνι, στο εσωτερικό του Σουρινάμ. Για να φθάση κανείς στο χωριό πρέπει να ταξιδέψη αρκετές μέρες, και μερικές φορές εβδομάδες, με εξωλέμβια βενζινάκατο μέσα από επικίνδυνους βραχώδεις μικρούς καταρράκτες και μέσα από μεγάλους καταρράκτες που βρυχώνται. Στη φυλή μας, τη Μις Ντζαν, ανήκουν περισσότερα από είκοσι χωριά.
Η κοινωνία μας είναι μητριαρχική. Αυτό σημαίνει ότι η γραμμή της καταγωγής ανάγεται στην πλευρά της μητέρας της οικογενείας αντί του πατέρα. Επομένως, η πλευρά της μητέρας έχει πολύ περισσότερη εξουσία απ’ ό,τι η πλευρά του πατέρα. Ως αποτέλεσμα, οι αδελφοί της μητέρας μου είχαν δικαίωμα να πουν περισσότερα για την ανατροφή μου απ’ ό,τι ο ίδιος ο πατέρας μου. Πραγματικά, θεωρούμαι ιδιοκτησία ή περιουσία που ανήκει στην οικογένεια της μητέρας μου.
Η Λατρεία στα Χωριά Μας
Κάθε χωριό έχει πολλούς θεούς. Πολλοί απ’ αυτούς πιστεύεται ότι είναι οι νεκροί πρόγονοι. Στο χωριό που γεννήθηκα, η λατρεία των ειδώλων έχει εξαιρετικά ισχυρή επιρροή σ’ όλους τους τομείς της ζωής. Ο κύριος θεός κατοικεί εκεί.
Οι χωρικοί πιστεύουν ότι οι ασθένειες, ακόμη και ο θάνατος, προκαλούνται από τους θεούς και ότι οι θεοί μπορούν να θεραπεύσουν τις ασθένειες και ν’ αποτρέψουν τον θάνατο. Όταν οι λιγώτερο ισχυροί θεοί δεν μπορούν να βοηθήσουν, οι χωρικοί έρχονται τελικά στον κύριο θεό για να ζητήσουν ανακούφισι. Αυτό έκαμε και η μητέρα μου που είχε μια ασθένεια πριν γεννηθώ εγώ.
Όταν θεραπεύθηκε, δεν μπορούσε να επιστρέψη στο χωριό της· αν επέστρεφε της είπαν ότι θα πέθαινε. Αυτή ήταν η αυστηρή προειδοποίησις του κυρίου θεού που λεγόταν Γκραν Γκάντο, ο οποίος εκπροσωπείτο από τον ιερέα. Αυτός ο θεός ασκεί πραγματικά μεγάλη επιρροή στους ανθρώπους. Λατρεύεται κάθε πρωί. Μεγάλωσα μέσα σε τέτοια λατρεία ειδωλολατρικών θεών.
Λατρεία του Αληθινού Θεού
Όταν ήμουν δέκα ετών, για πρώτη φορά άκουσα για τον αληθινό Θεό που έκαμε τον ουρανό και τη γη. Ένας μάρτυς του Ιεχωβά ήλθε στο χωριό μας να μας πη για τον σκοπό του Θεού να ιδρύση ένα νέο σύστημα πραγμάτων προς ευλογία του ανθρωπίνου γένους. Ο Μάρτυς ήταν ένας νέος από τη φυλή της οικογενείας μου. Είχε μάθει τις Βιβλικές αλήθειες όταν ζούσε στην πόλι Παραμαρίμπο.
Οι περισσότεροι τον κορόιδεψαν και τον ειρωνεύτηκαν. Εν τούτοις, εγώ ενδιαφέρθηκα ζωηρά για το άγγελμα. Πήρα μερικά βιβλία απ’ αυτόν. Αλλά επειδή δεν υπάρχουν σχολεία, κανείς στο χωριό μας δεν μπορούσε να διαβάση. Παρ’ όλ’ αυτά, οι εικόνες των βιβλίων με βοήθησαν να θυμάμαι τα πράγματα που δίδαξε ο Μάρτυς.
Δυστυχώς ο Μάρτυς μπόρεσε να μείνη μόνο μια βδομάδα. Αλλά εγώ ήμουν αποφασισμένη να εφαρμόσω στη ζωή μου τα πράγματα που είχα μάθει από την Αγία Γραφή. Παραδείγματος χάριν, μπορούσα ν’ αντιληφθώ καθαρά ότι δεν ευαρεστούσε τον αληθινό Θεό να τρώνε οι άνθρωποι αίμα. (Γεν. 9:4· Λευιτ. 17:12· Πράξ. 15:28, 29) Έτσι, αρνήθηκα να φάω άγρια ζώα που το αίμα τους δεν είχε χυθή κατάλληλα. Η μητέρα μου εναντιώθηκε σ’ αυτό.
Τρία χρόνια αργότερα, το 1962, συνάντησα ένα ζεύγος Μαρτύρων που είχαν διορισθή να κηρύξουν κοντά στον ποταμό. Τότε έμενα σ’ ένα θείο μου σ’ ένα χωριό κάτω στο ποτάμι. Πήρα από τους Μάρτυρες το βιβλίο Από τον Απολεσθέντα Παράδεισο στον Αποκαταστημένο Παράδεισο. Όταν ο θείος μου ανεκάλυψε ότι αυτό το ζεύγος μελετούσε την Αγία Γραφή μαζί μου, γρήγορα με πήγε πίσω στη μητέρα μου.
Συνέχισα να μελετώ μόνη μου τις γεμάτες νόημα εικόνες του βιβλίου Παράδεισος κι έτσι διετήρησα ζωντανή την πίστι μου. Η μητέρα μου μ’ έφερε στον αρχηγό του χωριού μας να με απειλήση γι’ αυτή την πίστι. Αλλ’ αυτό δεν με απέτρεψε. Έτσι, μ’ έφερε στον αρχηγό της φυλής μας. Εν τούτοις, ούτε αυτός μπόρεσε να με σταματήση από το να λατρεύω τον Δημιουργό μας, παρά τις απειλές και τη σωματική κακομεταχείρισι. Τελικά μ’ έφεραν στο θεό τους και μου είπαν να τον προσκυνήσω. Γνώριζα ότι ήταν ένας θεός χωρίς δύναμι κι έτσι δεν φοβήθηκα.
Έπειτα απ’ αυτό όλοι στο χωριό άρχισαν να με πιέζουν. Προσευχήθηκα μ’ όλη μου την καρδιά στον Ιεχωβά να με βοηθήση ν’ ανθέξω και πράγματι με βοήθησε.
Γάμος
Τώρα ήμουν δέκα πέντε ετών, αλλ’ όχι αρκετά μεγάλη σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής μας για να ζήσω μ’ έναν άνδρα. Εν τούτοις, ένας άνδρας ήλθε να ζητήση τη συγκατάθεσι της μητέρας μου να με δώση σε γάμο στον γυιο του. Η μητέρα μου συμφώνησε.
Συνάντησα τον μελλοντικό μου σύζυγο που εργαζόταν τότε στην πόλι Παραμαρίμπο και του είπα ότι μάθαινα για τον αληθινό Θεό Ιεχωβά και ότι δεν θα έπαυα να τον υπηρετώ ακόμη κι αν γινόμουν γυναίκα του. Πόσο ευτυχής ήμουν όταν είπε ότι κι αυτός επίσης μελετούσε την Αγία Γραφή με τους μάρτυρες του Ιεχωβά στην πόλι και παρακολουθούσε μάλιστα και τις συναθροίσεις των!
Έπειτα από δύο έτη μ’ έδωσαν σ’ αυτόν τον άνδρα ως σύζυγό του. Μας έφεραν, τον σύζυγόν μου και έμενα εμπρός στους θεούς και μας έλουσαν με μπύρα και με διάφορα φύλλα. Επί πλέον, προσευχήθηκαν για μας και παρακάλεσαν τους προγόνους μας για προστασία και βοήθεια και για να έχωμε ευτυχισμένη ζωή μαζί. Δεν ένοιωθα καλά που υποβλήθηκα σ’ εκείνες τις θρησκευτικές τελετές. Αλλά τότε πίστευα ότι ήταν ο μόνος τρόπος να μ’ αφήση η οικογένειά μου να φύγω για την πόλι.
Εμπόδια στην Πόλι
Τι απογοήτευσις με περίμενε εκεί! Ο σύζυγός μου με είχε εξαπατήσει! Είχε απλώς πει ότι μελετούσε την Αγία Γραφή με τους μάρτυρες του Ιεχωβά ώστε να γίνω σύζυγός του. Ο πεθερός μου, που ζούσε στην ίδια αυλή, ήλθε στο σπίτι μας να με προειδοποιήση ότι δεν θα έπρεπε να δεχθώ κανένα από τους μάρτυρες του Ιεχωβά στο σπίτι μας, διαφορετικά θα μ’ έφερναν πίσω στο χωριό μας.
Εν τούτοις, οι απειλές δεν σταμάτησαν την απόφασί μου να υπηρετώ τον αληθινό Θεό. Μετά από λίγον καιρό ήλθα σε επαφή με την κουνιάδα μου, η οποία είχε γίνει μάρτυς του Ιεχωβά. Έδωσε τη διεύθυνσί μου στη Μάρτυρα που μου είχε δώσει αρχικά το βιβλίο Παράδεισος και αυτή η Μάρτυς ήλθε να μελετήση μαζί μου, αλλά χρησιμοποιώντας στρατηγική. Έμπαινε στο σπίτι μου από την πίσω αυλή ώστε τα πεθερικά μου να μην το αντιλαμβάνωνται. Ο σύζυγός μου εργαζόταν τότε δύο ή τρεις μήνες στη ζούγκλα κι έτσι μπορούσε η μάρτυς να μελετά μαζί μου τακτικά.
Όταν ο σύζυγός μου γύρισε πίσω στην πόλι επισκεπτόταν άλλες γυναίκες. Αρκετά από τα χρήματα του πήγαιναν σ’ αυτές. Μου μετέδωσε, επίσης, αφροδίσιο νόσημα. Δεν εγνώριζα τίποτε γι’ αυτή την ασθένεια, κι έτσι έφθασα σε προχωρημένο στάδιο. Εγκαίρως έκαμα εγχείρησι και κατόπιν πήγα στο σπίτι της κουνιάδας μου ν’ αναρρώσω.
Ενώ έμενα στην κουνιάδα μου, μπόρεσα να παρακολουθήσω μια τριήμερη συνέλευσι περιοχής των μαρτύρων του Ιεχωβά. Εδώ μπορούσα να δω αυτά που είχα μόνον ακούσει όλ’ αυτά τα χρόνια—ένα λαό που πραγματικά αγαπά ο ένας τον άλλο και που με ζήλο υπηρετούν τον Ιεχωβά. Πώς πλημμύρισε η καρδιά μου από ευτυχία που ήμουν μαζί τους!
Τρεις βδομάδες αργότερα ο πεθερός μου γύρισε από τη ζούγκλα και μου απαγόρευσε να συναναστρέφωμαι με τους μάρτυρες του Ιεχωβά. Εν τούτοις, εγώ αποφάσισα να υπακούω στον Θεό ως άρχοντα παρά σε ανθρώπους, κι έτσι συνέχισα τη Γραφική μου μελέτη καθώς επίσης και την παρακολούθησι των συναθροίσεων. (Πράξ. 5:29) Αλλά τότε ο πεθερός μου μού είπε ότι την επομένη μέρα επρόκειτο να με μεταφέρη με αεροπλάνο πίσω στο χωριό μου. Τι θα έκανα τώρα;
Νωρίς το επόμενο πρωί, καθώς μάζευα μερικά πράγματα, ο πεθερός μου παρακολουθούσε κάθε μου κίνησι. Προσπάθησα να τον κάνω να λογικευθή, υποδεικνύοντας του ν’ αναβάλη το ταξίδι επειδή ήμουν υπό ιατρική παρακολούθησι. Αλλά αρνήθηκε ν’ ακούση.
Μίσθωσε ένα ταξί να μας φέρη στο αεροδρόμιο. Όταν βγήκαμε στο δρόμο προσπάθησα να ξεφύγω. Εν τούτοις, μ’ άρπαξε και καθώς παλεύαμε πέσαμε και οι δύο σ’ ένα λάκκο με λασπόνερα. Ο κουνιάδος μου ξύπνησε από τη φασαρία και βοήθησε να με βάλουν στο ταξί.
Μόλις φθάσαμε στο αεροδρόμιο, άρχισα να κραυγάζω. Οι άνθρωποι ήλθαν τρέχοντας και ρωτούσαν τι συνέβαινε. Τους είπα ότι μ’ έπαιρναν βιαίως στο εσωτερικό όπου δεν υπήρχε γιατρός. Και τους έδειξα την κάρτα του γιατρού μου που έδειχνε ότι έκανα ακόμη θεραπεία.
Οι παριστάμενοι τηλεφώνησαν στην αστυνομία. Εν τω μεταξύ ο πεθερός μου με είχε βάλει στο αεροσκάφος αλλά ο πιλότος αρνήθηκε να με πάρη μαζί του επειδή κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο πεθερός μου πλήρωσε τότε ένα ταξί να με πάρη μακριά από το αεροδρόμιο και αυτός έφυγε με το αεροπλάνο επειδή φοβήθηκε τη φασαρία με την αστυνομία.
Αντί ν’ αφήσω τον οδηγό του ταξί να με φέρη στο σπίτι, του είπα να με οδηγήση στην κατοικία ενός μάρτυρος τον Ιεχωβά, όπου μ’ εφρόντισαν. Εν τω μεταξύ, η οικογένεια του συζύγου μου άρχισε να ψάχνη για μένα. Ο θείος μου νοίκιασε ένα λεωφορείο και με άνδρες ωπλισμένους με ραβδιά περικύκλωσαν το σπίτι όπου έμενα. Αλλά ενώ αυτοί πήγαν στο επάνω πάτωμα να πάρουν τα πράγματα μου, εγώ δραπέτευσα.
Ευτυχώς, σχεδόν μόλις βγήκα έξω, ένας αστυνομικός προσεφέρθηκε να με πάη στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Ο θείος μου ήλθε στο σταθμό για να με πάρη σπίτι. Εν τούτοις, όταν η αστυνομία άκουσε τι συνέβαινε, διέταξε να μου επιστρέψουν τα πράγματα μου και να μ’ αφήσουν ήσυχη, αφού ήμουν αρκετά μεγάλη για ν’ αποφασίσω πού ήθελα να ζω. Οι Μάρτυρες τότε με πήραν σε διαφορετική διεύθυνσι για να εμποδίσουν άλλη προσπάθεια απαγωγής.
Αναμέτρησις
Σύντομα έπειτα απ’ αυτά ο σύζυγός μου επέστρεψε στην πόλι και έμαθε πού ήμουν. Τι θα έκανα τώρα;
Είχα πάρει την απόφασί μου. Όταν ήλθε, τον πληροφόρησα ότι η σχέσις μας τελείωσε. Το Σουρινάμ δεν αναγνωρίζει τους γάμους των φυλών ως νόμιμους, έτσι, σύμφωνα με τον κυβερνητικό νόμο, δεν ήμαστε πραγματικά παντρεμένοι. Είπα στον σύζυγό μου ότι αυτός και η οικογένειά του έπρεπε να μ’ αφήσουν σε ησυχία επειδή επιθυμούσα να υπηρετήσω τον Παντοδύναμο Θεό. Εγνώριζα ότι τα έθιμα της φυλής μας απαιτούσαν να με επιστρέψη στην οικογένειά μου, είτε αυτός είτε η οικογένειά του, αν η σχέσις μας διελύετο. Αλλά εγώ του είπα ότι έπρεπε να πη στην οικογένειά μου ότι δεν ήθελα να επιστρέψω και ότι δεν ήθελα τα πράγματα που του είχε δώσει η οικογένειά μου. Συμφώνησε να διαλύσωμε τη σχέσι μας υπ’ αυτούς τους όρους.
Έπειτα από λίγους μήνες η υγεία μου αποκαταστάθηκε. Είχα ήδη αφιερώσει τη ζωή μου να υπηρετώ τον Ιεχωβά Θεό κι έτσι βαπτίσθηκα. Εν τούτοις, παρουσιάσθηκαν περισσότερα προβλήματα.
Η οικογένειά μου επέμενε να μ’ επιστρέψουν τα πρώην πεθερικά μου, διαφορετικά θα εκρατείτο ως όμηρος μια νεαρή γυναίκα από την οικογένειά τους. Η πίεσις από την οικογένειά μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε μια ολόκληρη αποστολή από τα πρώην πεθερικά μου ήλθε στην πόλι να με πάρη πίσω.
Ήλθαν σ’ επαφή με τον προεδρεύοντα επίσκοπο της εκκλησίας όπου παρακολουθούσα συναθροίσεις, και του ζήτησαν να συνεργασθή μαζί τους ώστε να επιστρέψω στο χωριό μου. Διευθετήθηκε μια συνάντησις να μιλήσουν μαζί μου γι’ αυτό το ζήτημα στην Αίθουσα Βασιλείας. Εν τούτοις, τα πρώην πεθερικά μου δεν τήρησαν τη συμφωνία, διότι αντί να έλθη ένα άτομο, όπως υποσχέθηκαν, ήλθαν έξη.
Η συνάθροισις της εκκλησίας μόλις είχε τελειώσει. Ο σκοπός των ανδρών ήταν φανερός. Θα μ’ έπαιρναν δια της βίας! Ο πρώην πεθερός μου όρμησε επάνω μου και με τη βοήθεια των άλλων μ’ έσυρε έξω, μολονότι αγωνιζόμουν εναντίον τους μ’ όλη μου τη δύναμι. Ο επίσκοπος συνέστησε να μην αναμιχθή στην πάλη κανείς από τους Μάρτυρες και αυτό ήταν φρόνιμο αφού ο πρώην σύζυγος μου ήταν ωπλισμένος με περίστροφο. Εν τω μεταξύ ένας Μάρτυς είχε τρέξει για την αστυνομία, αλλά πριν φθάση η αστυνομία αυτοί μ’ έβαλαν βιαίως σ’ ένα αυτοκίνητο και με ωδήγησαν μακριά.
Μ’ έφεραν στο σπίτι του πρώην συζύγου μου και τοποθέτησαν μια φρουρά από είκοσι πέντε περίπου άτομα. Φώναζα από μέσα για βοήθεια και πράγματι ήλθε! Η αστυνομία έφθασε και πήρε τον πρώην σύζυγό μου στον αστυνομικό σταθμό. Αστυνομικές ενισχύσεις εστάλησαν στο σπίτι, μ’ ελευθέρωσαν δια της βίας και μ’ έφεραν επίσης στον αστυνομικό σταθμό.
Αφού άκουσε την αφήγησί μου, η αστυνομία μού επέτρεψε να επιστρέψω εκεί όπου έμενα. Ο αρχηγός του χωριού μας, που είχε έλθει επίσης στην πόλι, πήγε στον αρχηγό της αστυνομίας και απαίτησε να επιστραφώ στη μητέρα μου. Εν τούτοις, τον προειδοποίησαν ότι ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος δεν θα έπρεπε να μου προξενήση περισσότερη στενοχώρια, αλλιώς θα φυλακιζόταν αμέσως. Αυτό τον φόβισε και είπε στα άλλα μέλη της φυλής ότι αν η οικογένειά μου με ήθελε θα έπρεπε να με αναζητήση.
Ο αστυνομικός επιθεωρητής είπε στον αρχηγό του χωριού μας: «Αν αυτή η γυναίκα μελετά με τους μάρτυρες του Ιεχωβά, δεν έχετε κανένα λόγο να ενδιαφέρεσθε. Γνωρίζω τους μάρτυρες του Ιεχωβά. Δεν κλέβουν, δεν διαπράττουν ανηθικότητες, ούτε είναι μέθυσοι. Θα την φροντίσουν καλά.»
Πνευματική Πρόοδος
Οι Μάρτυρες με βοήθησαν και μ’ ενεθάρρυναν πάρα πολύ, τόσο πνευματικά όσο και σωματικά. Ίσως λόγω των φοβερών μου πειρών, έχω ακόμη προβλήματα υγείας κάπου κάπου. Προς το παρόν, αισθάνομαι και πάλι υγιής και, χάρις εις τον Ιεχωβά, μπορώ να συμμετέχω στο έργο του κηρύγματος.
Είμαι ιδιαιτέρως ευτυχής που έμαθα να διαβάζω, όπως πολλοί άλλοι Νέγροι της ζούγκλας, στο ειδικό σχολείο που διευθετήθηκε από την τοπική εκκλησία των μαρτύρων του Ιεχωβά. Τι ευχαρίστησις είναι τώρα να διαβάζω από την Αγία Γραφή στα σπίτια των ανθρώπων κι έτσι να κατευθύνω την προσοχή τους στις μεγαλειώδεις υποσχέσεις του στοργικού μας Θεού Ιεχωβά! (Ψαλμ. 37:9-11· Αποκάλ. 21:3, 4) Αληθινά είναι προνόμιο να τον γνωρίζω και να τον υπηρετώ! Η ελπίδα μου είναι ότι κάποια μέρα θα έχω την ευκαιρία να βοηθήσω τη μητέρα μου και άλλους συγγενείς να μάθουν επίσης για τον αληθινό Θεό Ιεχωβά. (Ιερεμ. 10:10-12)—Από Συνεργάτη.