Πράξεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά στους Σύγχρονους Καιρούς στη Γερμανία
(Από το Βιβλίον του Έτους 1974—συνέχεια)
ΓΡΗΓΟΡΑ η τροφή μας έλειψε και, κατά καιρούς, δεν είχαμε ούτε μια σταγόνα νερού. Αλλ’ οι λιμοκτονούντες αιχμάλωτοι αναγκάζονταν να πεζοπορούν όλη την ημέρα επί μέρες και καθ’ ον χρόνον έβρεχε σε μια θερμοκρασία 4 βαθμών εκατονταβάθμου. Την νύκτα τους επέτρεπαν να κατακλίνωνται στα δάση πάνω στο υγρό έδαφος. Εκείνοι που δεν μπορούσαν να ανθέξουν ετουφεκίζοντο από την οπισθοφυλακή των Ες Ες. Το μέγεθος των θανάτων στις πεζοπορίες αυτές μπορεί να το δη κανείς από το παράδειγμα του Σάξενχαουζεν. Από τους 26.000 αιχμαλώτους που επέζησαν από τον καιρό της εκκενώσεως, 10.700 αφέθησαν να κοίτωνται νεκροί κατά μήκος του δρόμου.
Οι λίγοι αδελφοί που απέμειναν στο Μάουντχαουζεν βρέθηκαν επίσης σε επικίνδυνι θέσι. Μεγάλες σύραγγες είχαν εκσκαφή στο βουνό στις οποίες κατασκευάζονταν οι τρομεροί πύραυλοι «V-2». Μια μέρα μια από τις σύραγγες αυτές στην οποία είχαν θέσει νάρκες είχε κλεισθή. Το σχέδιο ήταν να διοργανώσουν μια ψεύτικη αεροπορική επιδρομή, και έτσι να εξαναγκάσουν τους 18.000 αιχμαλώτους μέσα στη σύραγγα, την οποίαν κατόπιν θα μπορούσαν να εκτινάξουν. ‘Αλλ’ η διεύθυνσις του στρατοπέδου κατελήφθη αιφνιδιαστικά από την ταχεία προέλασι των Ρωσικών αρμάτων, και οι Ες Ες προτίμησαν ν’ αφήσουν τους αιχμαλώτους και να προσπαθήσουν να σώσουν τη δική τους ζωή. ‘Αλλά δεν κατώρθωσαν να πάνε πολύ μακριά. Μετά δυο περίπου ημέρες ο διοικητής του στρατοπέδου που είχε πη: ‘Θέλω να βλέπω μόνο πιστοποιητικά θανάτου,’ αναγνωρίσθηκε από τους αιχμαλώτους και ποδοπατήθηκε μέχρι θανάτου. Οι πολιτικοί κατάδικοι τώρα ζητούσαν να εκδικηθούν τους συγκαταδίκους των οι οποίοι, ως πρεσβύτεροι του στρατοπέδου, και φύλακες των τετραγώνων και εργοδηγοί, έφεραν επάνω τους πολλή ενοχή αίματος.
Η πορεία του θανάτου των τροφίμων από το Νταχάου περνούσε μέσω των δασών, και εκείνοι που δεν μπορούσαν να συμβαδίζουν ετουφεκίζοντο από τους Ες Ες. Ο αντικειμενικός σκοπός των ήταν οι Άλπεις Οτζτάλερ, όπου όλοι που τελικά έφθαναν στον προορισμό τους ούτως ή άλλως θα ετουφεκίζοντο. Οι αδελφοί επήγαιναν μαζί και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, βοηθώντας έτσι μερικούς από του να μη φονευθούν μέχρις ότου έφθασαν στην Μπαντ Τολζ, όπου ελευθερώθηκαν. Ο Αδ. Ροπέλιους ενθυμείται ότι εδαπάνησαν την τελευταία νύχτα κάτω από ένα σεντόνι χιονιού μέσα στο δάσος. Όταν εξημέρωσε ήλθε η Κρατική Αστυνομία της Βαυαρίας και τους είπε ότι ήσαν ελεύθεροι και ότι οι Ες Ες είχαν φύγει. Καθώς συνέχιζαν την πορείαν των εύρισκαν όπλα ακουμπισμένα στα δένδρα αλλά Ες Ες δεν υπήρχαν.
Οι Ες Ες είχαν πάρει σοβαρά τις διαταγές της κυβερνήσεως να ξεκάμουν όλους τους αιχμαλώτους. Μόλις λίγες μέρες προ της συνθηκολογήσεως, όμιλοι επιβιβάζονταν σ’ ένα φορτηγό που θα τους επιβίβαζε στο ‘Καπ ‘Αρκόνα,’ ένα πολυτελές ατμόπλοιο, που ήταν αραγμένο στον Ορμό Νιουστάτερ. Περίπου 7.000 αιχμάλωτοι ήσαν πάνω στο μήκους 200 μέτρων ατμόπλοιο. Οι Ες Ες εσχεδίαζαν να φέρουν το Καπ ‘Αρκόνα στην ανοιχτή θάλασσα και εκεί να το βυθίσουν με τους αιχμαλώτους. ‘Αλλά το ατμόπλοιο έφερε ακόμη τη σημαία του και έτσι βυθίσθηκε στις 3 Μαΐου 1945 από Βρεταννικά μαχητικά αεροπλάνα. Το φορτηγό Θήλμπεκ, με κάπου 2.000 και 3.000 αιχμαλώτους στο κατάστρωμα βυθίσθηκε κι αυτό. Περίπου 9.000 αιχμάλωτοι πήγαν σ’ ένα υγρό τάφο στον Ορμό Νιουστάτερ.
Η ίδια τύχη είχε αποφασισθή για τους αιχμαλώτους στο Σάξενχαουζεν, περιλαμβανομένων και 220 αδελφών. Σε μια φονική πορεία εκάλυψαν περίπου 200 χιλιόμετρα σε δυο βδομάδες.
Οι Μάρτυρες είχαν ενωρίς αναγνωρίσει τον κίνδυνο που τους απειλούσε και είχαν μπαλώσει τα υποδύματά τους και βρήκαν λίγα μικρά κάρρα για να μεταφέρουν τα ασήμαντα υπάρχοντα των ασθενέστερων, τους οποίους ετοποθέτησαν πάνω σ’ αυτά. Αλλιώς οι αδελφοί αυτοί, αν περπατούσαν ολόκληρη την πορεία, θα ήσαν μεταξύ των 10.000 νεκρών. ‘Αλλά με τον τρόπο αυτό οι αδελφοί που δεν ήσαν και τόσο ασθενείς φυσικώς μπορούσαν να τους τραβούν. Στη πορεία άλλοι ετίθεντο πάνω στα κάρρα όταν εξαντλούνταν. Ύστερ’ από λίγες μέρες ανάπαυσι, όταν είχαν αναλάβει αρκετή δύναμι, με τη σειρά τους έσυραν πάλι τα κάρρα. Έτσι ακόμη και κατά την διάρκεια της πορείας του θανάτου όλοι έμεναν μαζί σαν μια μεγάλη οικογένεια, απολαμβάνοντας την προστασία του Ιεχωβά μέχρι τέλους.
Έπειτα ένα απόγευμα όταν ο όμιλος αυτός των φευγόντων αιχμαλώτων απείχε μόνο τριών ημερών πεζοπορία από την Λούμπεκ, οι Ες Ες διέταξαν όλους να στρατοπεδεύσουν σ’ ένα δάσος κοντά στη Σβερίν. Κατά την πεζοπορία οι αδελφοί έκαμαν προσωρινές τέντες από τις κουβέρτες τους. Είχαν καλύψει το έδαφος με μικρά κλαδιά για ν’ αποφύγουν το κρύο της νυκτός. Τη νύχτα εκείνη καθ’ αν χρόνον οι Ρωσικές σφαίρες εσφύριζαν πάνω από τα κεφάλια τους και οι Αμερικανοί συνέχιζαν να προχωρούν, το μέρος αυτό του Γερμανικού μετώπου κατέρρευσε. Ήταν ένα απερίγραπτο αίσθημα για τους παρόντας όταν έξαφνα στο μέσον της νυκτός ακούσθηκε η κραυγή και αντήχησε χιλιάκις: «ΕΙΜΕΘΑ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ!» Οι 2.000 περίπου Ες Ες οι οποίοι μέχρι τώρα ήσαν επικεφαλής των αιχμαλώτων κρυφά έβγαλαν τις στολές τους για να φαίνωνται ότι ήσαν πολίτες, μερικοί δε φόρεσαν και στολές των αιχμαλώτων για να κρύψουν την ιδιότητα τους. Αλλ’ ύστερ’ από λίγες ώρες αναγνωρίσθηκαν και εφονεύθησαν χωρίς οίκτο.
Θα έπρεπε τώρα οι αδελφοί να δεχθούν την προσφορά των Αμερικανών αξιωματικών που τους είχαν φθασει και να διαλύσουν το στρατόπεδο τη νύχτα; Αφού εξήτασαν με προσευχή το ζήτημα, απεφάσισαν να περιμένουν ως να ξημερώση. Αλλ’ ακόμη και τότε έμειναν λίγες ακόμη ώρες, αφού ένας γεωργός μεταξύ των προσφύγων είχε δώσει στους αδελφούς 200 πάουντς μπιζέλια. Τα έψησαν και τα έφαγαν με πολλή όρεξι. Ω πόσο εκτιμητικοί ήσαν οι αδελφοί! Επί σχεδόν δυο βδομάδες δεν έτρωγαν τίποτε εκτός από λίγο τσάι, που μάζευαν στο δρόμο και το ετοίμαζαν τα βράδια στα δάση όπου εύρισκαν νερό.
Πόσο ευγνώμονες ήσαν όταν ανεκάλυψαν ότι κανείς των δεν έλειπε! ‘Αλλά καθώς επιστοποίησαν αργότερα, είχαν ακόμη ένα άλλο λόγο να είναι ευγνώμονες στον Ιεχωβά, γιατί κατά την πεζοπορία τους προς βορράν εκρατήθησαν μια φορά από τους Ες Ες σ’ ένα δάσος επί αρκετές ημέρες λόγω του ότι δεν ήσαν βέβαιοι που ακριβώς ήταν το μέτωπο. Οι λίγες αυτές ημέρες ήσαν ακριβώς ο καιρός που εχρειάζετο για να φθάσουν στη Λοΰμπεκ προτού τελικά καταρρεύση το μέτωπο.
Τώρα δεν εβιάζοντο πια να προχωρήσουν. Εκεί μέσα στο δάσος κοντά στη Σβερίν άρχισαν να γράφουν μια έκθεσι των πειρών τους πάνω σε μια γραφομηχανή που τους έδωσαν οι στρατιώτες. Η έκθεσις αυτή περιελάμβανε μια απόφασι που γράφηκε με το απερίγραπτο αίσθημα εντυπωμένο στις διάνοιες τους του ότι υπήρξαν ελεύθεροι επί πολλές ώρες, αλλ’ επίσης με εκτίμησι για την προστασία του Ιεχωβά κατά την διάρκεια των πολλών ετών της παραμονής των στον ‘λάκκον των λεόντων.’
(Στο προσεχές τεύχος η απόφασις)