Πράξεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά στους Σύγχρονους Καιρούς στη Γερμανία
(Από το Βιβλίο του Έτους 1974—Συνέχεια)
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΧΙΜΛΕΡ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ
ΜΙΑ άλλη χρήσις των Σπουδαστών της Γραφής καθώς υπαινίχθη η Κα Κέρστεν: Μπορούμε να τους μεταχειρισθούμε στα κτίρια που ανεγείρονται για την ανατροφή των παιδιών που είχαν πατέρες τους Ες Ες για την παραγωγή μιας κυριάρχου φυλής· όχι ως νοσοκόμες, αλλά ως μαγείρισσες, νοικοκυρές, και πλύντριες. Σε περίπτωσι που έχομε άνδρας υπηρετούντας ως επιστάτας μπορούμε να μεταχειρισθούμε δυνατές γυναίκες από τους Σπουδαστάς των Γραφών. Είμαι πεπεισμένος ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, θα έχωμε πολύ λίγη δυσκολία μ’ αυτές.
«Συμφωνώ επίσης με τον υπαινιγμό να διορισθούν οι Σπουδασταί των Γραφών σε μεγάλες οικογένειες. Πρέπει να βρεθούν και να αναφερθούν σ’ εμένα Σπουδασταί των Γραφών που έχουν προσόντα και την αναγκαία ικανότητα. Τότε εγώ προσωπικώς θα τους διαμοιράσω σε μεγάλες οικογένειες. Αλλά σε τέτοιους οίκους δεν θα φορούν στολές της φυλακής, μόνο πολιτικά ενδύματα.
»Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις όπου κατάδικοι είναι μερικώς ελεύθεροι και έχουν διορισθή σε τέτοιο έργο πρέπει να αποφεύγωμε γραπτά υπομνήματα ή υπογραφές και να κάνωμε τέτοιες συμφωνίες με μια μόνο χειραψία.
»Παρακαλώ στείλτε τις συστάσεις σας για ν’ αρχίσωμε την ενέργεια αυτή και μια έκθεσι πάνω σ’ αυτή.»
Έτσι σύντομα μερικές αδελφές εστάλησαν να εργάζωνται σε οίκους των Ες Ες, σε κήπους και σε διάφορα κτήματα.
Υπήρχαν όμως και άλλοι λόγοι γιατί οι Ες Ες ήσαν πρόθυμοι να παίρνουν μάρτυρες του Ιεχωβά μέσα στα σπίτια τους. Αυτοί αισθάνονταν το κρυφό μίσος που μεγάλωνε μεταξύ του λαού. Πολλοί δεν εμπιστεύονταν ακόμη και τις υπηρέτριές των φοβούμενοι μήπως τους δηλητηριάσουν ή τους σκοτώσουν κατά κάποιο τρόπο. Με τον καιρό, ηγέται των Ες Ες δεν τολμούσαν να πάγουν σε οποιονδήποτε κουρέα, φοβούμενοι μήπως τους κόψουν τους λαιμούς των. Διωρίσθησαν ο Μαξ Σρόερ και ο Π. Βάουερ να ξυρίζουν τακτικά τους επισήμους των Ες Ες, γιατί εγνώριζαν ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά ποτέ δεν θα εκδικούνταν φονεύοντας τους εχθρούς των.
Στους αδελφούς αυτούς και αδελφές που εργάζονταν έξω των στρατοπέδων επιτρεπόταν να δέχωνται επισκέψεις από συγγενείς ή μπορούσαν οι ίδιοι να επισκέπτωνται τους συγγενείς των στο σπίτι των. Σε μερικούς έδιναν αρκετές εβδομάδες παραθερισμού για τον σκοπό αυτό. Αυτό τελικά εσήμαινε ότι οι αδελφοί και οι αδελφές ελάμβαναν περισσότερη τροφή, που είχε ως αποτέλεσμα γρήγορη καλυτέρευσι της υγείας των και ελάττωσι του αριθμού των θανάτων που ωφείλονταν στην πείνα και κακομεταχείρισι.
Ώς ποιο βαθμό η κατάστασις στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως άλλαξε προς όφελος των μαρτύρων μπορεί να παρατηρηθή από μια πείρα που είχε ο Ρ. Λούχριν. Τον Φεβρουάριο του 1944, αίφνης τον κάλεσαν να παρουσιασθή στο γραφείο του στρατοπέδου. Εκεί ήταν που πολλοί είχαν υποστή κακομεταχείρισι και απόπειρες γίνονταν να τους πείσουν ν’ απαρνηθούν την πίστι τους στον Ιεχωβά. Πόσο εξεπλάγη ο Αδ. Λούχριν όταν οι αξιωματικοί που κάθονταν απέναντί του τον ρώτησαν αν ήθελε να επιβλέπη ένα κτήμα, διευθύνοντας το έργον και τους εργάτας. Αφού απήντησε σ’ όλες τις ερωτήσεις των καταφατικώς, εστάλη στη Τσεχοσλοβακία μαζί με 15 άλλους αδελφούς για να επιβλέπη το κτήμα της Κας Χέηντριχ.
Ένας άλλος εργατικός όμιλος από 42 αδελφούς, όλους καλούς τεχνίτας, απεστάλη στη Λίμνη Γόλφγκανγκ της Αυστρίας να κτίσουν ένα σπίτι για ένα ηγέτη των Ες Ες. Μολονότι η εργασία στη βουνοπλαγιά δεν ήταν εύκολη, οι αδελφοί ήσαν πολύ καλύτερα από άλλους. Π.χ., ο Έριχ Φροστ, που ανήκε στον όμιλο αυτό, πήρε την άδεια να φέρη τη φυσαρμόνικά του από το σπίτι του. Αφού την έλαβε, σ’ αυτόν και στους άλλους αδελφούς επιτρεπόταν συχνά να βγαίνουν έξω τα βράδια, όπου έπαιζε λαϊκά τραγούδια και τεμάχια κονσέρτου, τα οποία απελάμβαναν όχι μόνον οι αδελφοί, αλλ’ επίσης και εκείνοι που κατοικούσαν κατά μήκος της λίμνης, περιλαμβανομένου και του Ες Ες, κάτω από την εποπτείαν του οποίου αυτός εργαζόταν.
Γινόταν επίσης ευκολώτερο να προμηθεύωνται οι αδελφοί στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως πνευματική τροφή. Ο Δρ. Κέρστεν δεν έπαιζε μικρό μέρος σ’ αυτό, αφού συχνά ταξίδευε από το σπίτι του στη Σουηδία στο κτήμα του στην Χάρζβαλντε. Πάντοτε άφινε τις αδελφές που του είχε δώσει ο Χίμλερ να εργάζωνται στο κτήμα του και στο σπίτι του στη Σουηδία να γεμίζουν τις βαλίτσες του. Μια σιωπηλή συμφωνία είχε γίνει μεταξύ των ώστε η αδελφή στη Σουηδία έβαζε αρκετές Σκοπιές στη βαλίτσα του Κέρστεν. Όταν έφθανε στη Χάρζβαλντε αυτός έλεγε στην αδελφή που εργαζόταν γι’ αυτόν να αδειάση τη βαλίτσα του, και να είναι μόνη της όταν την άδειαζε. Αφού η αδελφή προσεκτικά μελετούσε τις Σκοπιές αυτές, τις έστελνε στο πλησιέστερο στρατόπεδο συγκεντρώσεως.
Το κτήμα της Κας Κέρστεν ήταν σε ιδεώδες μέρος, περί τα 35 χιλιόμετρα νοτίως του γυναικείου στρατοπέδου στη Ράβενσμπρουκ και περί τα 30 χιλιόμετρα βορείως του στρατοπέδου ανδρών στο Σάξενχαουζεν. Πράγματα συνεχώς μεταφέρονταν από την Χάρζβελντε και στα δυο στρατόπεδα, έτσι δεν ήταν δύσκολο να εισάγεται λαθραίως πνευματική τροφή μέσα στα στρατόπεδα για τους αδελφούς και αδελφές.
Έτσι υπήρχε στενότερα επαφή μεταξύ των διαφόρων στρατοπέδων όπου οι αδελφές μας είχαν διορισθή να εργάζωνται για τις οικογένειες των Ες Ες. Η Ίλσε Ούντερτορφερ αναφέρει για τον ενδιαφέροντα αυτόν καιρόν:
«Λόγω του ότι είχαμε αρκετή ελευθερία, επιτυγχάναμε να στέλνωμε επιστολές στους συγγενείς μας χωρίς να λογοκρίνωνται. Επίσης μπορούσαμε ν’ αλληλογραφούμε με τους αδελφούς μας που εργάζονταν έξω ή είχαν θέσεις εμπιστοσύνης εργαζόμενοι για τους Ες Ες. Ακόμη επιτυγχάναμε να ερχώμεθα σ’ επαφή με αδελφούς που ζούσαν ελεύθεροι και να προμηθευώμεθα Σκοπιές. Δυο αδελφές εργάζονταν σ’ ένα εργοστάσιο και αυτές επίσης έφερναν Σκοπιές μέσα στο στρατόπεδο. Με τον τρόπο αυτό ο Ιεχωβά φιλόστοργα φρόντιζε για μας σ’ ένα καιρό που ήταν πολύ κατεπείγων.»
«Το πρωί μιας Κυριακής,» αναφέρει ο Αδ. Μπιρκ, «ο Αδ. Κράμερ και εγώ πήραμε τα ποδήλατά μας με τον σκοπό να βρούμε τους αδελφούς μας. Καθώς ποδηλατοδρομούσαμε μέσα στα δάση είδαμε σ’ ένα καθαρισμένο μέρος να κτίζεται ένα κτίριο. Ένας αδελφός μάς είδε και έτρεξε και μας πήρε μέσα στο κτίριο. Έχοντας νέες Σκοπιές μαζί μας καθίσαμε και αρχίσαμε να μελετούμε. Έπειτα συνεχώς επισκεπτόμεθα τους αδελφούς μας κάθε Κυριακή. Ήσαν υπό την εποπτείαν ενός επιλοχίου που διέκειτο φιλικώς με τους αδελφούς. Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα τον ρώτησα: ‘Θα ήθελες συ και οι αδελφοί μας να επισκεφθούμε το κτήμα Χάρζβαλντε;’ Απήντησε ήθελε να μεταβή σε κάποιο μέρος με τους άνδρες του για να κόψουν τα μαλλιά τους. Όταν άκουσε ότι είχαμε ένα κουρέα εκεί συμφώνησε. Έτσι το πρωί των Χριστουγέννων οι αδελφοί μας, ακολουθούμενοι από τον αξιωματικόν αυτόν, ήλθαν στο αγρόκτημα. Η Αδ. Σουλζ που εργαζόταν στο μαγειρείο εφρόντισε καλά για τον αξιωματικό αυτό για να μας αφήση ήσυχους στην επικοινωνία μας. Το βράδυ εκείνο οι αδελφοί επέστρεψαν στο σπίτι, γεμάτοι από χαρά για την ευλογητή συνάθροισι που είχαν μαζί. Σκεφθήτε, και αυτό έλαβε χώραν εν μέσω των εχθρών μας!»