Πράξεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά στους Σύγχρονους Καιρούς στη Γερμανία
(Η Αδ. Άππελ συνεχίζει την αφήγησί της)
«ΤΗΝ 11η Οκτωβρίου 1941, ο σύζυγός μου απεκεφαλίσθη. Στην τελευταία του επιστολή, που του επέτρεψαν να γράψη μόλις λίγες ώρες προ της εκτελέσεώς του, έλεγε:
‘Όταν πάρης την επιστολή αυτή, αγαπητή μου Μαρία και αγαπητά μου τέσσερα παιδιά, Χρίστα, Γουώλτερ, Βάλτραουδ και Γώφγκανγκ, το παν θα έχη τελειώσει και θα έχω κερδίσει τη νίκη διά Ιησού Χριστού και η ελπίδα μου είναι ότι υπήρξα νικητής. Από την καρδιά μου σας εύχομαι μια ευλογητή είσοδο στη βασιλεία του Ιεχωβά. Διαμείνατε πιστοί! Τρεις νεαροί αδελφοί, που βαδίζουν στον ίδιο δρόμο μ’ εμένα αύριο το πρωί, είναι εδώ κοντά μου. Τρία μάτια είναι φωτοβόλα από χαρά!’
»Ύστερ’ από λίγο καιρό με ανάγκασαν να φύγω από το σπίτι μου. Τα έπιπλα τα αποθήκευσαν σε πέντε διάφορα μέρη. Έφθασα απένταρη στης μητέρας μου το σπίτι.
»Ο γυιος μου Γουώλτερ απεβλήθη από το σχολείο και εστάλη στο Αμβούργον όπου έγινε μαθητευόμενος στην τυπογραφία. Το 1944, στρατολογήθηκε, μολονότι ήταν μόνο δεκαεπτά ετών. Κατά ένα πολύ θαυμάσιο τρόπο ήλθε στην κατοχή του το βιβλίο Η Κιθάρα του Θεού προηγουμένως και είχε μάθει αρκετά απ’ αυτό κατά τις νύχτες των βομβαρδισμών στο Αμβούργον στο μικρό του ανώγειο δωμάτιο. Η επιθυμία του ήταν να καθιερωθή στον Ιεχωβά. Ύστερ’ από πολλές δυσκολίες μπόρεσε να μεταβή στη Μαλέντε, την πρωτοχρονιά του 1943/1944, όπου, σ’ ένα σκοτεινό πλυντήριο, ένας αδελφός τον εβάπτισε κρυφά. . . .
»Κατώρθωσε να έλθη κρυφά σε συνάφεια μαζί μου και περίμενα στους δρόμους του Αμβούργου αρκετές ώρες μέχρις ότου ήλθε, γιατί μου απηγόρευαν να δω τα παιδιά μου υπ’ όλας τας συνθήκας.
»Για την ενθάρρυνσί του τού είπα ότι έλαβα επιστολή από τους αδελφούς του Σάξενχαουζεν οι οποίοι είχαν ακούσει τι μας είχε συμβή. Ο Αδελφός Έρνστ Σέλιγκερ έγραψε ότι τη νύχτα όταν το στρατόπεδο είχε ησυχάσει εκατοντάδες αδελφοί από διάφορα έθνη εγονάτιζαν και προσεύχονταν στον Ιεχωβά για μας. Κατόπιν ο γυιος μου ελήφθη διά της βίας στην Ανατολική Πρωσσία στον στρατιωτικό όμιλο στον οποίο είχε διορισθή. Μέσα στο παγερό κρύο του αφήρεσαν τα ενδύματά του και του έβαλαν μπροστά του τη στρατιωτική στολή, αλλ’ αρνήθηκε να την φορέση. Πέρασαν δυο μέρες προτού του δώσουν κάτι ζεστό να φάγη. Αλλά διέμεινε σταθερός.
»Στο Αμβούργο αποχαιρετισθήκαμε. Μου είπε ότι θα ακολουθούσε την οδό του πατέρα του. Ύστερ’ από επτά μήνες, αφού παρεποίησαν τα χαρτιά του για να φαίνεται μεγαλύτερος, απεκεφαλίσθηκε, χωρίς να γίνη δίκη. Κατά τον νόμον, ήταν ακόμη ανήλικος και κάτω από την δικαιοδοσία του συμβουλίου για τους νεαρούς.
»Στη Σούντερμπραρουπ ένας αστυφύλαξ μ’ επεσκέφθηκε και μου διάβασε την έκθεσι της αστυνομίας από την Ανατολική Πρωσσία. Σ’ εμένα δεν έδωσαν τίποτε. Μολονότι δεν υπέθετα ότι το παιδί μου θα είχε την ίδια τύχη με τον πατέρα του, γιατί ήταν τόσο νεαρός και το τέλος του πολέμου ήταν τόσον πλησίον, εν τούτοις παρά τον πόνον που αισθάνθηκα, προσέφερα μια προσευχή ευχαριστίας στον Ιεχωβά. Μπορούσα τώρα να πω: ‘Σε ευχαριστώ, Ιεχωβά, ότι έπεσε στο πεδίον της μάχης για σένα.’
»Κατόπιν ήλθε η αναστάτωσις του 1945. Με χαρά υπεδέχθηκα τα τρία μου απομένοντα παιδιά στις αγκάλες μου. Τα δυο μικρότερα είχαν απομακρυνθή από τον οίκο των νεαρών και ζούσαν με ένα διευθυντή της εργασίας τα τρία τελευταία έτη, όπου θ’ ανατρέφονταν σύμφωνα με τον Εθνικοσοσιαλισμό. Μου επετρέπετο να τα επισκέπτωμαι μόνο κάθε 14 μήνες και να τους ομιλώ επί αρκετές ώρες, αλλά πάντοτε με κάποιον άλλον παρόντα. Παρ’ όλον αυτό, τα δυο μου κορίτσια μπόρεσαν μια φορά να μου ψιθυρίσουν ότι είχαν μια μικρή διαθήκη την οποίαν είχαν προσεκτικά κρύψει. Όταν ήσαν μόνα τους το ένα απ’ αυτά θ’ ακροαζόταν στην πόρτα για να είναι βέβαιο ότι δεν ερχόταν κανείς και το άλλο θα εδιάβαζε αρκετά εδάφια. Πόσο ευτυχής ήμουνα!
»Τώρα το 1945 οι πιστοί αδελφοί άρχιζαν να επιστρέφουν από τη φυλάκισί τους. Στη Φλένσμπουργ έφθασε ένα πλοίο με πολλούς αδελφούς και αδελφές κυρίως από το Ανατολικό μέρος. Τον καιρό εκείνο άρχισε μια περίοδος εντόνου δραστηριότητος. Εκεί ήταν που γνωρίσθηκα με τον παρόντα σύζυγό μου, τον Αδ. Ιωσήφ Σάρνερ. Και αυτόν επίσης τον είχαν αποστερήσει από την ελευθερία του εννέα χρόνια. Αληθινά, και οι δυο μας περάσαμε δύσκολους καιρούς και οι δυο μας είχαμε την ίδια επιθυμία να δαπανήσωμε τα τελευταία μας εναπομένοντα χρόνια στην υπηρεσία του Ιεχωβά με όλη μας τη δύναμι.»
ΜΑΘΗΤΕΥΟΝΤΑΣ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΟ ΚΕΛΛΙ
Ότι θα ήταν δυνατόν να κάμη μαθητές ακόμη και στο κελλί του θανάτου φαίνεται δύσκολο να το πιστεύση κανείς, αλλ’ ο Αδ. Μάσσορς αναφέρει μια τέτοια πείρα σε μια επιστολή στη γυναίκα του 3 Σεπτεμβρίου, 1943:
«Τα έτη 1928/30/32 έκαμνα έργο σκαπανικό στη Πράγα. Διαλέξεις εδίδονταν και η πόλις είχε καλυφθή με έντυπο ύλη. Τον καιρό εκείνο συνήντησα ένα πολιτικό ομιλητή της κυβερνήσεως ονόματι Άντον Ρίνκερ. Του μίλησα επί μακρόν. Δέχθηκε μια Γραφή και μερικά βιβλία αλλ’ είπε ότι δεν είχε καιρό να μελετήση τέτοια πράγματα, επειδή έπρεπε να φροντίση για την οικογένειά του και να κερδίζη τα προς το ζην. Είπε, όμως, ότι οι συγγενείς του ήσαν όλοι θρησκευτικοί, αν και δεν πήγαιναν στην εκκλησία.
»Πρέπει να ήταν το 1940/41 όταν ένας νέος ομοδωμάτιος εστάλη στο κελλί μου, καθώς αυτό συνηθιζόταν. Ήταν πολύ απελπισμένος, αλλ’ έτσι είναι όλοι στην αρχή. Μόνο όταν έρχεται ο καιρός να κλεισθή η θύρα τότε αίφνης ένας αρχίζει να κατανοή που βρίσκεται. ‘Το όνομά μου είναι Άντον Ρίνκερ και είμαι από την Πράγα,’ ο νέος ομοδωμάτιός μου είπε: ‘Άντον, ναι, Άντον, δεν με γνωρίζεις;’ ‘Ναι, φαίνεσαι γνώριμος, αλλά. . . .’ Του πήρε μόνο λίγο καιρό για να θυμηθή ότι είχα πάη στο μέρος του το 1930/32 και ότι είχε προμηθευθή μια Γραφή και μερικά βιβλία από τον καιρό εκείνο. ‘Τι!’ είπε ο Άντον, ‘είσαι εδώ εξ αιτίας της πίστεώς σου; Αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω· κανείς από τους κήρυκες δεν πράττουν ένα τέτοιο έργο. Τι πραγματικά πιστεύεις;’ Τώρα θα μάθαινε.
»‘Αλλά γιατί οι κληρικοί δεν μας λένε τα πράγματα αυτά;’ ήταν η ερώτησίς του. ‘Αυτή είναι η αλήθεια. Τώρα γνωρίζω γιατί έπρεπε να έλθω στη φυλακή αυτή. Πρέπει να πω, αγαπητέ Φρανζ, ότι προτού μπω στο κελλί αυτό προσευχήθηκα στον Θεό να με στείλη σε κάποιο πρόσωπο που πιστεύει, αλλοιώς σκεπτόμουνα να αυτοκτονήσω. . . .’
»Εβδομάδες και μήνες πέρασαν. Τότε ο Άντον μου είπε: ‘Προτού αφήσω τον κόσμο αυτό, είθε να βοηθήση ο Θεός τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου να βρουν την αλήθεια, έτσι ώστε να φύγω εν ειρήνη.’ . . . Μια μέρα έλαβε επιστολή από τη γυναίκα του στην οποία έγραφε:
«‘. . . Πόσον ευτυχείς θα είμεθα αν μπορούσες να διαβάζης τη Γραφή και τα βιβλία που αγόρασες προ ετών από τον Γερμανό εκείνο. Όλα έγιναν όπως τα βιβλία έλεγαν. Αυτή είναι η αλήθεια για την οποία ποτέ δεν είχαμε καιρό.’»