Πράξεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά στους Σύγχρονους Καιρούς στη Γερμανία
(Από το Βιβλίον του Έτους 1974—συνέχεια)
ΜΙΑ περίπτωσις που προσείλκυσε τη προσοχή, όχι μόνον των δικαστηρίων, των εισαγγελέων και των υπερασπιστών, αλλ’ επίσης και του δημοσίου, περιελάμβανε δύο αδελφούς ονόματι Κούσσεροφ από την Πάντερμπορν. Τεθεμελιωμένοι πάνω στην καλή διδασκαλία των οδών του Ιεχωβά που είχαν λάβει στο σπίτι, ήσαν πρόθυμοι να δώσουν την ζωή των χωρίς φόβο. Και η μητέρα τους μεταχειρίσθηκε τον θάνατό τους για περαιτέρω ευκαιρία να μιλή στους άλλους της κοινότητός της για την ελπίδα της αναστάσεως. Ένας τρίτος αδελφός, ο Κάρολος, συνελήφθη ύστερ’ από τρεις μήνες και ωδηγήθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως· πέθανε ύστερ’ από τρεις εβδομάδες μετά την απελευθέρωσί του. Ήσαν 13 μέλη στην οικογένεια αυτή· δώδεκα εφυλακίσθησαν, καταδικάσθησαν συνολικά σε 65 χρόνια από τα οποία υπηρέτησαν 46.
Όμοια με την υπόθεσι των Κούσσεροφ, όπου, όχι μόνον οι γονείς, αλλά και τα παιδιά έθεσαν τα συμφέροντα της βασιλείας μπροστά από τον εαυτό τους ήταν η οικογένεια Άππελ από τη Σούντερμπραρουπ. Ήσαν κάτοχοι ενός μικρού τυπογραφικού ιδρύματος εκεί. Ας ακούσωμε πώς η Αδ. Άππελ λέγει τι συνέβη:
«Το 1937 όταν το μεγάλο κύμα των συλλήψεων κυλούσε πάνω στη Γερμανία, απεμάκρυναν τον σύζυγό μου και εμένα από τα τέσσερά μας παιδιά αργά την νύκτα στις 15 Οκτωβρίου. Οκτώ άτομα (Γκεστάπο και αστυνομικοί) μπήκαν στο σπίτι μας και ηρεύνησαν όλο το σπίτι, από το υπόγειο μέχρι τη σοφίτα. Κατόπιν μας πήραν μαζί τους. . . . Αφού καταδικασθήκαμε ο άνδρας μου ελήφθη στη Νιούμουνστερ και εγώ στη φυλακή των γυναικών στο Κίελον. . . . Το 1938 ύστερ’ από μια σειρά αμνηστιών μας αφήκαν ελεύθερους. Όταν όμως εξερράγη ο δεύτερος πόλεμος γνωρίζαμε τι μας περίμενε, γιατί ο σύζυγός μου ήταν αποφασισμένος να διακρατήση ουδετερότητα. Μιλήσαμε στα παιδιά μας για όλα αυτά και εφιστήσαμε την προσοχή τους στις Γραφικές δηλώσεις αναφορικώς με την καταδίωξι.
»Εφ όσον ήταν δυνατόν ως τώρα διευθετήσαμε να έχωμε αρκετά ενδύματα για τα παιδιά ώστε να μη υστερηθούν. Αφού ο σύζυγός μου είπε στους επισήμους της στρατολογήσεως τους Γραφικούς του λόγους γιατί δεν μπορούσε να λάβη μέρος στον πόλεμο έκαμε διευθετήσεις των υποθέσεών του. Καθημερινώς παρουσιάζαμε όλα τα προβλήματά μας στον Ιεχωβά εν προσευχή. Την 9η Μαρτίου του 1941, στις 8:00 το πρωί εχτύπησε το κουδούνι και δύο στρατιώτες μπήκαν για να πάρουν τον σύζυγό μου. Περίμεναν έξω και του έδωσαν 15 λεπτά να μας πη χαίρετε. Ο γυιος μας Γουώλτερ είχε ήδη πάει στο σχολείο. Τα άλλα τρία παιδιά και η Αδελφή Ελένη Γκρην, που εργαζόταν στο πιεστήριό μας, διατάχθησαν να έλθουν στο διαμέρισμα αμέσως. Η τελευταία αίτησις του συζύγου μου ήταν να ψάλλωμε τον ύμνο. ‘Εκείνος πούνε πιστός δεν έχει φόβο ποτέ στην καρδιά.’ Μολονότι τα λόγια κολλούσαν στους λαιμούς μας, ψάλλαμε. Ύστερ’ από μια προσευχή, οι στρατιώτες μπήκαν και πήραν τον σύζυγό μου. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τα παιδιά είδαν τον πατέρα τους. Τον πήραν στο Λούμπεκ, όπου ένας επίσημος αξιωματούχος μίλησε επί μακρόν μαζί του μ’ ένα πατρικό τρόπο, προσπαθώντας να τον πείση να φορέση τη στρατιωτική στολή. Αλλ’ ο αναλλοίωτος νόμος του Ιεχωβά ήταν τόσο σταθερά προσκολλημένος στην καρδιά του συζύγου μου ώστε ήταν αδύνατον να οπισθοχωρήση. . . .
»Το πρωί της 1ης Ιουλίου 1941 επίσημοι της αστυνομίας μου έφεραν ένα γράμμα . . . πληροφορώντας με ότι το αυτοκίνητό μας κατεσχέθη ως Κομμουνιστική ιδιοκτησία και ότι το τυπογραφείον εκλείσθη από την αστυνομία. Κατόπιν μου ενεχείρισαν άλλην επιστολήν που έλεγε: ‘Πρέπει να φέρης τα παιδιά σου στο δημαρχείο το πρωί της 3ης Ιουλίου 1941. Να φέρης μαζί σου ρούχα και παπούτσια.’ Αυτό ήταν ένα σκληρό κτύπημα.
»Έτσι το πρωί της 3ης Ιουλίου, επιθεωρηταί από δύο οίκους νεαρών ήλθαν να πάρουν τα παιδιά μας. Η γυναίκα που ανέλαβε την δεκαπεντάχρονη και τη δεκάχρονη κόρη μου είπε: ‘Εγνώριζα πριν από αρκετές εβδομάδες ότι θα ερχόμουνα να πάρω τα παιδιά σου, και δεν μπορούσα να κοιμηθώ έκτοτε τη νύκτα, γνωρίζοντας ότι παίρνω παιδιά από μια καλώς ωργανωμένη οικογένεια. Αλλά πρέπει να το κάμω.’
»Μερικοί γείτονες έδειξαν την αντιπάθειάν των για την πράξιν αυτήν, αλλά γρήγορα εκυκλοφόρησε μια προειδοποίησις από τις υπεύθυνες εξουσίες ότι ‘οποιοσδήποτε ομιλεί για την υπόθεσι της Άππελ διαπράττει εθνικήν προδοσίαν!’ Για να είναι βέβαιοι, εστάλησαν τρεις αστυνομικοί για να επιβλέψουν το ζήτημα της απαγωγής των παιδιών. . . . Φυσικά οι επίσημοι επληροφόρησαν τον σύζυγό μου για τα βήματα τα οποία έλαβαν σχετικά με την επιχείρησι και τα παιδιά. Ήλπιζαν ότι αυτό θα τον μαλάκωνε. Τον κατηγόρησαν ότι ήταν ανέντιμος και ασυνείδητος που άφησε την οικογένειά του στα χάλια αυτά. Ο σύζυγός μου μού έγραψε μια πολύ στοργική επιστολή λέγοντας ότι σηκώθηκε ενωρίς το άλλο πρωί, εγονάτισε, και στην προσευχή του παρέδωκε την φροντίδα της οικογενείας του στον Ιεχωβά. . . .
»Την ίδια μέρα που πήραν τα παιδιά το στρατιωτικό δικαστήριο με προειδοποίησε να παρουσιασθώ στην Μπερλίν-Τσαρλότενμπουργκ. Με έφεραν μπροστά στον αρχιεισαγγελέα, ο οποίος εζήτησε από μένα να προσπαθήσω να επηρεάσω τον σύζυγό μου να ενδυθή την στρατιωτική στολή. Όταν του είπα τους Γραφικούς λόγους γιατί δεν μπορούσα να το πράξω αυτό, μανιωδώς εκραύγασε: ‘Τότε θα του κόψωμε το κεφάλι του!’ Παρ’ όλα αυτά, εζήτησα την άδεια να μιλήσω στο σύζυγό μου. Δεν μου απήντησε αλλ’ εκτύπησε ένα κουδούνι και ένας στρατιώτης ήλθε που με κατέβασε στο άλλο πάτωμα όπου μερικοί αξιωματικοί με εχαιρέτησαν με παγωμένα βλέμματα και κατηγορίες. Όταν έφυγα, ένας απ’ αυτούς με ακολούθησε, πήρε το χέρι μου και είπε: ‘Κα Άππελ, να στέκεσαι πάντοτε σταθερή όπως είσαι τώρα. Έχεις δίκιο.’ Πραγματικά αυτό μ’ εξέπληξε. Εκείνο όμως που ήταν σπουδαίο ήταν ότι μπόρεσα να μιλήσω στον άνδρα μου.
»Καθ’ ον χρόνον ήμουνα στο Βερολίνον οι Ναζί είχαν ήδη πουλήσει την επιχείρησί μας. Αναγκάσθηκα να υπογράψω το πωλητήριον έγγραφον—γιατί όπως μου είπαν—αλλοιώς θα με έβαζαν σ’ ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως.
»Αφού επισκέφθηκα τον σύζυγό μου στο Βερολίνον αρκετές φορές, κατεδικάσθη σε θάνατο. Ο δικηγόρος που τον υπερήσπισε παρετήρησε: ‘Στο σύζυγό σου δόθηκε μια χρυσή ευκαιρία να γλυτώση απ’ όλα αυτά, αλλ’ αρνήθηκε να επωφεληθή της ευκαιρίας.’ Εις το οποίον ο σύζυγός μου απήντησε: ‘Έλαβα την απόφασί μου για τον Ιεχωβά και την βασιλεία του και αυτό είναι το τέλος του ζητήματος.’»