Πράξεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά στους Σύγχρονους Καιρούς στη Γερμανία
(Από το Βιβλίον του Έτους 1974—συνέχεια)
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ
«Αγαπητέ μου πατέρα,
»Έχομε ακόμη τρεις βδομάδες μέχρι την 3η Δεκεμβρίου, την ημέρα που είδαμε ο ένας τον άλλον πριν από δυο χρόνια και τελευταία φορά. Μπορώ ακόμη να δω το αγαπητό σου μειδίαμα όταν εργαζόσουν στο υπόγειο της φυλακής και εγώ ήμουνα στην αυλή της φυλακής. Τις πρωινές ώρες δεν υποπτευόμεθα ότι η αγαπητή μου Λίσχεν (η σύζυγός του) και εγώ θα αφηνόμεθα ελεύθεροι το απόγευμα εκείνο ούτε ότι συ, αγαπητέ μου πατέρα, προς μεγάλη λύπη μας, θα εστέλλεσο στην Βέχτα και αργότερα στο Σαξενχάουζεν. Οι τελευταίες εκείνες στιγμές όταν ήμεθα μόνοι στο θάλαμο επισκέψεως της φυλακής στην Όλντερμπουργκ είναι ακόμη ανεξίτηλα χαραγμένες στη διάνοιά μου, πώς σε αγκάλιασα και σου υποσχέθηκα ότι θα εφρόντιζα όσο μπορούσα για την μητέρα και για σένα. Τα τελευταία μου λόγια ήσαν: ‘Μείνε πιστός, αγαπητέ μου πατέρα!’ Κατά τους τελευταίους 21 μήνας ‘σκλαβιάς σε ελευθερία’ ετήρησα την υπόσχεσί μου. Όταν συνελήφθηκα την 3η Σεπτεμβρίου μετεβίβασα την ευθύνην στα άλλα σου παιδιά. Όλον αυτό τον καιρό απέβλεπα σε σένα με υπερηφάνεια και θαυμασμό σχετικά με τον τρόπο που εβάσταζες το φορτίον σου της πιστότητος στον Κύριον. Και τώρα σ’ εμένα, επίσης, δόθηκε η ευκαιρία να αποδείξω την πιστότητα μου στον Κύριον μέχρι θανάτου. Η θανατική μου καταδίκη αναγγέλθηκε και είμαι αλυσσοδεμένος ημέρα και νύκτα—τα σημάδια (πάνω στο χαρτί) είναι από τις χειροπέδες—αλλ’ ακόμη δεν έχω νικήση στο πλήρες. Το να διαμείνη κανείς πιστός δεν είναι εύκολο για ένα από τους μάρτυρας του Ιεχωβά. Έχω ακόμη την ευκαιρία να σώσω την επίγεια ζωή μου, αλλά μόνο για να χάσω την πραγματική ζωή. Ναι, σ’ ένα από τους μάρτυρας του Ιεχωβά δίδεται η ευκαιρία να διαρρήξη την διαθήκην του ακόμη και όταν είναι μπροστά στην αγχόνη. Επομένως, είμαι ακόμη στο μέσον του αγώνος και ακόμη έχω πολλάς νίκας να κερδήσω προτού μπορέσω να πω ‘τον αγώνα τον καλόν ηγωνίσθην, την πίστιν ετήρησα, τώρα μου απομένει ο στέφανος της δικαιοσύνης τον οποίον ο Θεός, ο δίκαιος κριτής, θα μοι δώση.’ Ο αγών χωρίς αμφιβολία είναι δύσκολος, αλλ’ είμαι από την καρδιά μου ευγνώμων εις τον Κύριον γιατί δεν μου έδωσε μόνο την αναγκαίαν δύναμιν να σταθώ μέχρι τούδε εν όψει του θανάτου, αλλά μου έδωσε χαρά την οποίαν θέλω να συμμερισθώ με όλους τους αγαπητούς μου.
»Αγαπητέ μου πατέρα, ακόμη είσαι κατάδικος, επίσης, και δεν ξεύρω αν αυτή η επιστολή θα φθάση ποτέ σε σένα. Εάν, όμως, σου δώσουν την ελευθερία σου, μείνε τόσο πιστός όπως τώρα, γιατί γνωρίζεις ότι όποιος έβαλε το χέρι του στο άροτρον και βλέπει προς τα οπίσω δεν είναι άξιος της βασιλείας του Θεού. . . .
Όταν αγαπητέ μου πατέρα επιστρέψης στο σπίτι, σε παρακαλώ να φροντίσης ιδιαίτερα για την αγαπητή μου Λίσχεν γιατί θα είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτήν, γνωρίζοντας ότι ο αγαπητός της δεν θα επιστρέψη. Γνωρίζω ότι θα το πράξης αυτό και σ’ ευχαριστώ προκαταβολικώς. Αγαπητέ μου πατέρα, με το πνεύμα μου σε επικαλούμαι, μείνε πιστός, καθώς κι εγώ προσπάθησα να διαμείνω πιστός, και τότε θα δούμε αλλήλους και πάλιν. Θα σε θυμούμαι μέχρι της τελευταίας μου πνοής.
»Ο γυιος σου Γιοχάνες
»Εν τω επανιδείν!»
ΕΝΘΑΡΡΥΝΤΙΚΑ ΛΟΓΙΑ ΣΤΟΥΣ ΕΞΩ
Οι καταδικασμένοι σε θάνατο όχι μόνο ενθαρρύνονταν από τους έξω αδελφούς, αλλ’ οι έξω ελεύθεροι αδελφοί πολλάκις ενθαρρύνονταν ακόμη περισσότερο από αδελφούς στη φυλακή. Η Αδ. Άουσνερ από την Κέμπτεν το επιβεβαιοί αυτό. Έλαβε ένα γράμμα από τον γυιο της εικοσιενός ετών την 28η Φεβρουαρίου 1941, που περιείχε τις ακόλουθες σύντομες γραμμές απευθυνόμενες στον 18ή αδελφό του: «Αγαπητέ μου αδελφέ. Στο τελευταίο μου γράμμα σού επέστησα την προσοχή σ’ ένα βιβλίο και ελπίζω ότι πήρες κατάκαρδα ό,τι είπα, γιατί αυτό θα σε οφελήση.» Ύστερ’ από δυόμισυ χρόνια η Αδ. Άουσνερ έλαβε απ’ αυτόν, το νεώτερό της γυιο, μια αποχαιρετιστήριο επιστολή. Είχε πάρει κατάκαρδα ό,τι ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε γράψει και τον ακολούθησε πιστά μέχρι θανάτου.
Οι δυο αδελφοί Ερνστ και Χανς Ρεγουάλντ από την Στωμ, Ανατολική Πρωσσία, επίσης βοήθησαν ο ένας τον άλλον με τον ίδιο τρόπο. Αφού ο Ερνστ φέρθηκε μπροστά σ’ ένα στρατιωτικό δικαστήριο και καταδικάσθηκε σε θάνατο, έγραψε από το κελλί της φυλακής του στον αδελφό του Χανς στη φυλακή της Στωμ: «Αγαπητέ Χανς, σε περίπτωσι σου συμβή το ίδιο πράγμα, τότε να θυμηθής την δύναμι της προσευχής. Εγώ δεν φοβούμαι, γιατί η ειρήνη του Θεού είναι μέσα στην καρδιά μου.» Ύστερ’ από λίγο καιρό ο αδελφός του ήταν στην ίδια θέσι και, μολονότι ήταν μόνο δεκαεννεατής τον καιρό εκείνο, εκτελέσθηκε.
ΔΟΚΙΜΗ ΠΙΣΤΟΤΗΤΟΣ ΓΑΜΗΛΙΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ
Είναι εντυπωσιακό να βλέπη κανείς πώς συγγενείς ενεθάρρυναν τους αγαπητούς των να μη διαρρήξουν την ακεραιότητά των. Η Αδ. Χων από την Φρανκφούρτη/Όντερ ήταν μια η οποία συνώδευσε τον σύζυγό της στο σιδηροδρομικό σταθμό όταν έλαβε τη διαταγή στρατολογήσεως, για να μην τον ιδή πια. Τα τελευταία της λόγια ήσαν: «Μείνε πιστός»—λόγια που ο Αδ. Χων τα είχε κατά νουν μέχρι του θανάτου του.
Σε πολλές περιπτώσεις οι αδελφοί ήσαν νιόπαντροι και η αγάπη των για τον Ιεχωβά και τον Χριστόν Ιησούν δεν ήταν και τόσο δυνατή, και ήταν δύσκολο να υποφέρουν την διάσπασι των δεσμών της επικοινωνίας με τους αγαπητούς των. Δύο αδελφές, που υπήρξαν χήρες τώρα επί 32 χρόνια, ανασκοπούν τους θορυβώδεις εκείνους καιρούς με ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια που τους έδωσε ο Ιεχωβά. Οι αδελφές Μπιούλερ και Μπάλραϊχ και οι δυο τους παντρεύθηκαν στις αρχές της απαγορεύσεως και έμαθαν την αλήθεια το έτος εκείνο. Το 1940 και οι δύο άνδρες τους εκλήθησαν να στρατολογηθούν και επειδή αρνήθησαν συνελήφθησαν.
Η Αδ. Μπάλραϊχ και Μπιούλερ πήγαν στο Βισμπάντεν όπου οι σύζυγοί των θα ενεφανίζοντο μπροστά στο στρατιωτικό δικαστήριο. Τους επετράπη να επισκεφθούν τους άνδρας των με τον όρον να τους πείσουν ν’ αλλάξουν γνώμη. Η Αδ. Μπιούλερ αναφέρει:
«Μου είναι δύσκολο να περιγράψω πόσο λυπηρά ήταν η συνάντησί μας. Ο άνδρας μου ερώτησε: ‘Γιατί ήλθες;’ Απήντησα με την υπόθεσι να προσπαθήσω να σε επηρεάσω. Αλλ’ αυτός με παρηγόρησε, μου έδωσε Γραφική συμβουλή και μου είπε να μη λυπούμαι καθώς και οι λοιποί που δεν έχουν ελπίδα αλλά να θέσω την εμπιστοσύνη μου στον μεγάλον Θεό, Ιεχωβά. . . . Την επόμενη Τρίτη που έγινε η δίκη εμείς περιμέναμε έξω στον δρόμο και στο τέλος της δίκης είδαμε τους άνδρας μας να συνοδεύωνται από δύο στρατιώτες με γεμάτα όπλα σαν επαγγελματικούς εγκληματίας. Αληθινά ένα θέατρον για ανθρώπους και αγγέλους. Η Αδ. Μπάλραϊχ και εγώ βαδίζαμε μαζί. Η δίκη διήρκεσε λιγώτερο από μια ώρα και ετελείωσε με την καταδίκη σε θάνατο δύο αμέμπτων και γενναίων ανθρώπων. Μας επέτρεψαν να είμεθα μαζί τους επί δύο ώρες και κατόπιν βαδίζαμε στους δρόμους της Βισμπάντεν σαν δυο χαμένα πρόβατα.»
Αργότερα οι δυο νέες αδελφές επληροφορήθηκαν ότι οι σύζυγοί τους ετουφεκίσθησαν την 25η Ιουνίου, 1940, με τα λόγια στα χείλη τους «για τον Ιεχωβά αιωνίως!»