Η Τέχνη της Μουσικής Αυτοσχεδιάσεως
ΠΡΙΝ λίγο καιρό, ένας φημισμένος Βέλγος πιανίστας έλαβε μέρος σ’ ένα μεγαλοπρεπές κονσέρτο πιάνου στο Εθνικό Ωδείο Μουσικής της Πόλεως της Γουατεμάλας. Ήταν σχεδόν έτοιμος να παρουσιάση το δεύτερο ήμισυ του προσχεδιασμένου ρεσιτάλ σ’ ένα μεγάλο ακροατήριο. Εν τούτοις, αντί ν’ αρχίση με μια γνωστή επιλογή από κάποιο τυπικό μουσικό ρεπερτόριο, αυτός εζήτησε από τους ακροατάς να του δώσουν ένα σύνολο από πέντε ή έξη διαφορετικούς τόνους, ή και λιγώτερους. Κατόπιν, ερώτησε ωρισμένους να του υποδείξουν σε ποιο μουσικό στυλ επιθυμούσαν ν’ ακούσουν αυτές τις νότες. Προτιμούσαν το στυλ του Μπετόβεν, του Σοπέν ή του Ντεμπισσύ; Και, σε ποιο ρυθμό; Μήπως σε βαλς; Σε εμβατήριο; Ή σε μενουέτο; Ο πιανίστας ανταποκρίθηκε δημιουργώντας εξαιρετική, αυτοσχέδια μουσική στο στυλ που του εζήτησαν. Χωρίς αμφιβολία, αυτός ήταν πολύ επιτήδειος στο ν’ αυτοσχεδιάζη μουσική.
Αυτή η τέχνη της αυτοσχεδίου συνθέσεως δεν είναι αποκλειστική ιδιοκτησία ενός μοναδικού έθνους, λαού ή φυλής. Αντιθέτως, η ανθρωπότης σαν σύνολο, την απήλαυσε δια μέσου των αιώνων. Στην πραγματικότητα, η μουσική της Ινδίας και της νοτιοανατολικής Ασίας είναι σχεδόν πάντοτε σχεδιασμένη εκ του προχείρου. Είναι «η δημιουργία του μουσικού που κάνει την εκτέλεσι εκείνη τη στιγμή, και όχι η ερμηνεία της ήδη γνωστής συνθέσεως κάποιου άλλου,» λέγει ο Φάμπιον Μπόουερς στο βιβλίο του Το Θέατρο στην Ανατολή. Αυτή η μουσική είναι διαφορετική από τη συνήθη μουσική της Δύσεως, διότι είναι χωρίς αρμονία. Η έμφασις δίδεται στο μελωδικό ύφος και στους τρόπους που μπορούν να το διακοσμήσουν. Υπάρχει επίσης και η υπερβολική ρυθμική μουσική της Αφρικής, με τους εξαιρετικά πολύπλοκους ρυθμούς της. Απλώς ακούτε. Το στοιχείο της αυτοσχεδιάσεως είναι, χωρίς αμφιβολία, εδώ παρόν.
Στην Ευρώπη, ιδιαίτερα από τον δέκατο έβδομο έως τον δέκατο ένατο αιώνα, ο μουσικός αυτοσχεδιασμός ανεπτύχθη σε υψηλό βαθμό στα χέρια κορυφαίων μουσικών συνθετών. Ας πάρωμε για παράδειγμα τον Μπετόβεν. Η έκδοσις Οξφορντ Κομπάνιον του Μιούζικ, λέγει: «Όταν είχε εμπρός του το χαρτί, ήταν ένας από τους πιο ήσυχους και πιο εργατικούς συνθέτες που έζησαν ποτέ, ενώ όταν τα δάκτυλα του γλιστρούσαν επάνω στο όργανο, απομακρυνόταν από την τυπικότητα. Ο μαθητής του Τσέρνυ, λέγει γι’ αυτόν: ‘Τα αυτοσχέδια κομμάτια του ήσαν εξαιρετικά όμορφα κι’ εντυπωσιακά.’»
Λέγεται ότι ο Χαΐντελ «έγραφε, όπως ένας ομιλεί, συνέθετε, όπως ένας αναπνέει. Ποτέ δεν εσχεδίαζε στο χαρτί, για να προετοιμάση το τελικό του έργο. Έγραφε κατ’ ευθείαν ό,τι αυτοσχεδίαζε . . . Έγραφε τη μουσική του με τόσο ζωηρά αισθήματα και τέτοιο πλούτο ιδεών, ώστε το χέρι του δεν πρόφθανε σχεδόν ποτέ να καταγραφή τις σκέψεις του, κι’ έτσι για να συμβαδίζουν αυτά τα δύο, έπρεπε να κρατά σημειώσεις μ’ ένα συντετμημένο τρόπο.» (Ρομαίν Ρολλάν, από την έκδοσι Εσείς ον Μιούζικ) Ο Μπαχ, ο Μότζαρτ, ο Λιστ και ο Σοπέν ήσαν επίσης ανάμεσα στις τάξεις των συνθετών που είχαν εξαιρετικές ικανότητες αυτοσχεδιάσεως.
Τα Στοιχεία της Μουσικής
Στους εκλεπτυσμένους αυτοσχεδιασμούς αυτών των μεγάλων μουσουργών συνέβαλαν κατά πολύ τα κύρια μουσικά στοιχεία. Αυτά είναι έξη, δηλαδή η φαντασία, η μελωδία, ο ρυθμός, η αρμονία, η αντίστιξις, και ο τύπος. Πώς αυτά τα χαρακτηριστικά σημεία συνδυάζονται να δημιουργήσουν την αυτοσχέδια μουσική; Για να το αντιληφθούμε, ας υποθέσωμε ότι εισερχόμεθα στη σκέψι ενός μουσουργού που είναι προικισμένος με φαντασία. Ας φαντασθούμε ότι πρόκειται ν’ αρχίση τώρα ν’ αυτοσχεδιάζη κάτι ειδικό στο πιάνο.
Πρώτα απ’ όλα, έρχεται η φαντασία. Αποφασίζει να ψάξη ανάμεσα στις σελίδες του Βιβλίου της Δημιουργίας. Να! Βρήτε την ησυχία ενός δάσους. Τα πάντα βρίσκονται σ’ αυτό το τοπίο—πολύχρωμα πουλιά που πετούν, ένα ρυάκι που κελαρίζει και δένδρα με μαγευτική ομορφιά. Κατόπιν έρχεται το δεύτερο κατά σειράν στοιχείο—η μελωδική ιδέα. Μπορείτε ν’ αντιληφθήτε τον τόνο; Αυτή η μικρή μελωδία μπορεί να έχη μόνο δύο μουσικά μέτρα, αλλ’ επαρκεί θαυμάσια για να περιγράψη ό,τι οραματίζεται ο μουσικός μας—και μπορεί να μας μεταφέρη νοερά σ’ αυτό το ήρεμο κι ειρηνικό δάσος.
Αλλ’ η μουσική πρέπει να έχη ρυθμό—το κατά σειράν τρίτο στοιχείο. Γι’ αυτό το πρώτο κομμάτι της μουσικής φαίνεται πως είναι κατάλληλος ένας ρυθμός από τρεις κτύπους σε κάθε μέτρο. Ο συνεχής, αμετάβλητος ρυθμός ένα-δύο-τρία, ένα-δύο-τρία, αποκαλείται «μέτρο,» στις μουσικές μελέτες. Εν τούτοις, αυτός ο ρυθμός, δεν είναι ταχύς, ώστε να μας θυμίζη κάτι παρόμοιο με τα βαλς του Στράους.
Οι διάφοροι ρυθμοί που είναι βασισμένοι επάνω σ’ αυτό το μέτρο θ’ αλλάξουν ανάλογα με τη σκηνή που θέλει να «απεικόνιση» ο μουσικός που αυτοσχεδιάζει. Αυτός μπορεί να συνδυάζη νότες διαφορετικών χρόνων στη μελωδική του σύνθεσι, με ανεξάντλητους σχεδόν συνδυασμούς. Ο «εκ του προχείρου συνθέτης μας απεικονίζει μουσικώς πρόβατα που χοροπηδούν σ’ ένα κοντινό λειβάδι, ένα μικρό άλογο που καλπάζει κοντά σ’ ένα σταύλο ή ίσως απεικονίζει μια αγέλη από αγελάδες που κινούνται αργά, αμέριμνα, μακρυά σ’ έναν αγρό.
Τα εναλλασσόμενα μελωδικά κομμάτια έχουν τώρα αποτελέσει ένα ενδιαφέρον αρμονικό σχέδιο που είναι ιδιαιτέρως αναγκαίο για τη δημιουργία αυτής της μουσικής συνθέσεως. Η αρμονία—το τέταρτο κατά σειράν στοιχείο—είναι βασικά η ταυτόχρονη εκτέλεσις τριών ή περισσοτέρων γενικά τόνων, που σχηματίζουν μια συγχορδία. Η μελέτη της αρμονίας καταλήγει επίσης στην ανεύρεσι ενός ικανοποιητικού τρόπου για τη μεταπήδησι από τη μια συγχορδία στην άλλη, έτσι ώστε να ικανοποιήται η μουσική όρεξις.
Ο φανταστικός μας καλλιτέχνης μελετά νοερώς τον τρόπο με τον οποίο θα συνδυάση την αρμονία με τη μελωδία και πώς θα διοχετεύση απαλά αυτόν τον συνδυασμό σε μια συνεχή μουσική ροή, για να περιγράψη την εικόνα που υπάρχει στη σκέψι του. Τα πουλιά που κελαϊδούν, προϋποθέτουν τη χρήσι τρίλλιας (δύο γειτονικών μουσικών φθόγγων που παίζονται εναλλακτικώς με πολύ γρήγορη ταχύτητα). Ένας καταρράκτης που πέφτει με ορμή χρειάζεται μια σειρά από αρπίσματα (δηλαδή την παραγωγή αρμονικών τόνων, όχι ταυτοχρόνως αλλά του ενός κατόπιν του άλλου). Αυτοί αρχίζουν από το ανώτερο τμήμα της μουσικής κλίμακος, κι’ έπειτα κατέρχονται για να ‘παρουσιάσουν’ τα νερά του καταρράκτου. Αλλά τι πρέπει να γίνη για τα πανύψηλα, μεγαλειώδη δένδρα; Αυτά απαιτούν βαρείες νότες που παίζονται και με τα δυο χέρια. Κι έτσι ο μουσικός μας συνεχίζει τον γοητευτικό του μουσικό αυτοσχεδιασμό.
Τώρα είναι καιρός να επανέλθωμε στο αρχικό θέμα, να το αποκαταστήσωμε. «Πώς θα μπορέσω να τονίσω την πρωταρχική μελωδία, και να την εμπλουτίσω;» μπορεί ίσως να διερωτηθή ο συνθέτης. Αποφασίζει να χρησιμοποιήση την αντίστιξι (το πέμπτο στοιχείο), συνυφαίνοντας μια δευτερεύουσα μελωδική γραμμή με την αρχική, για να την υπογραμμίση. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο, ιδιαιτέρως όταν ετοιμάζεται εκ του προχείρου. Αλλ’ ο στόχος επιτυγχάνεται κι ο ακροατής αισθάνεται ένα ευχάριστο συναίσθημα που δεν μπορεί να το περιγράψη εύκολα, καθώς ακούει το πρωταρχικό θέμα εμπλουτισμένο με την εμφατική αντίστιξι της κοντραπούντο γραμμής.
Όταν ο καλλιτέχνης της μουσικής κλίμακος επανέρχεται στην πρωταρχική μελωδική ύλη, εισάγει το έκτο και τελευταίο στοιχείο—τον τύπο. Ο τύπος της μουσικής έχει σχέσι με τη γενική κατασκευή της συνθέσεως, δηλαδή με το σχήμα της. Το κομμάτι μπορεί να διαιρεθή σε δύο μέρη κατά «δυαδικό» σύστημα. Το πρώτο μέρος μπορεί να διαρκέση αρκετή ώρα με οκτώ ή περισσότερα μέτρα και ν’ ακολουθήται κατόπιν από το δεύτερο μέρος που είναι ίσης περίπου διαρκείας. Με το τέλος αυτού του δευτέρου μέρους, τελειώνει και ολόκληρη η σύνθεσις. Εν τούτοις, αν ο πιανίστας μας επανέλθη στο πρώτο τμήμα, και τελειώση μ’ αυτό, έχομε τον «τριαδικό» τύπο. Όταν κάποιος αρχίση να μελετά μουσικούς τύπους, εισέρχεται ουσιαστικά σ’ ένα απέραντο βασίλειο και φθάνει τελικά στο περιεχόμενο του γιγαντιαίου συγκροτήματος της συμφωνικής μουσικής.
Μέχρι ποιου σημείου θα καταφύγη ο μουσικός στη φαντασία του για να προμηθευθή ιδέες για τη δημιουργία αυτοσχεδίου ή προχείρου μουσικής συνθέσεως; Αυτό διαφέρει αρκετά στους καλλιτέχνες. Μερικές φορές, δεν είναι η απαραίτητη μια τόσο εκτεταμένη νοερή εικόνα, όπως αυτή που περιγράψαμε προηγουμένως. Μπορεί να είναι αρκετό για τον συνθέτη να φαντασθή ή να αισθανθή μια ψυχική κατάστασι, όπως χαρά, λύπη, απογοήτευσι ή αγάπη. Αυτή μπορεί να τον βοηθήση να παρουσιάση μια πολύ ικανοποιητική αυτοσχέδιο μουσική.
Περιωρισμένοι Μουσικοί Αυτοσχεδιασμοί
Μέχρι τώρα περιγράψαμε εκείνο που μερικοί αποκαλούν «ελεύθερο» ή «πλήρη» αυτοσχεδιασμό. Αλλ’ η ιστορία της μουσικής μας κάνει γνωστό και το είδος του «περιωρισμένου αυτοσχεδιασμού.» Γι’ αυτό το είδος απαιτούνται εκ των προτέρων ωρισμένα σημεία. Η αυτοσχέδιος μουσική αυτού του τύπου άνθισε τον δέκατο τέταρτο αιώνα μ.Χ.
Ας ρίξωμε μια πλησιέστερη ματιά. Ο Πωλ Χένρι Λανγκ, πρώην καθηγητής της μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, έγραψε: «Ο δέκατος τέταρτος αιών ήταν μια εποχή αυτοσχεδιασμών, κατά την οποία οι γραπτές συνθέσεις αποτελούσαν μόνον το πλαίσιο, επάνω στο οποίο εστηρίζετο το μουσικό κομμάτι.» (Η Μουσική στον Δυτικό Πολιτισμό) Έτσι, ο μουσουργός είχε ενώπιον του ένα μουσικό περίγραμμα. Εγνώριζε επομένως, εκ των προτέρων, πώς θα ήταν η αρμονική μουσική του σύνθεσις. Ο πιανίστας εγνώριζε τον ρυθμό, και είχε κάποια ένδειξι σχετικά με το επίπεδο της εντάσεως, δηλαδή, πόσο δυνατά η πόσο απαλά έπρεπε ν’ αποδοθή ένα κομμάτι. Εν τούτοις, απ’ αυτόν ανεμένετο να δημιουργήση τη μελωδία, ή να την εισαγάγη μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο. Έτσι, αυτός αυτοσχεδίαζε μ’ έναν περιορισμένο τρόπο.
Το ίδιο συνέβαινε και στη μουσική ιστορία κατά την περίοδο του στυλ Μπαρόκ (ιδιαιτέρως τον δέκατο έβδομο αιώνα). Ο συνθέτης έδινε μόνο ένα γενικό σχέδιο της εργασίας του. Η ενορχήστρωσις μπορεί να περιελάμβανε μόνο το κομμάτι σόλο και τα μπάσσα. Εναπόκειτο έτσι στον μαέστρο, στους μουσικούς και στους τραγουδιστάς να συμπληρώσουν το πλαίσιο όπως θα λέγαμε. Και αυτό, απαιτούσε τουλάχιστον κάποια φαντασία.
Εφ’ όσον μιλούμε για την «περιωρισμένη αυτοσχέδιο μουσική,» δεν μπορούμε να παραβλέψωμε την Αμερικανική μουσική τζαζ του εικοστού αιώνος. Οι μουσικοί της τζαζ σχηματίζουν γενικώς ομάδες. Αποφασίζουν εκ των προτέρων τι θέλουν να παίξουν και να αναπτύσσουν αυτοσχεδιάζοντας. Η μελωδία, η αρμονία, ο ρυθμός και ο τύπος είναι προκαθωρισμένα. Εκείνο που απομένει για τον μουσικό είναι ν’ αρχίση ν’ αυτοσχεδιάζη γύρω από αυτά τα δεδομένα στοιχεία—μια τέχνη που πραγματικά απαιτεί σκέψι, χρόνο και πείρα. Αυτό είναι ένα είδος «περιωρισμένου αυτοσχεδιασμού,» αλλά φυσικά δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με τις αυτοσχέδιες παρουσιάσεις συνθετών όπως του Μπαχ ή του Μπετόβεν.
Χωρίς αμφιβολία, η τέχνη των μουσικών αυτοσχεδιασμών θα συνεχίση να χαροποιή τις καρδιές πολλών ανθρώπων στο μέλλον, όπως συνέβαινε και στο παρελθόν. Οπωσδήποτε, οι άνθρωποι δεν θα παύσουν ποτέ να συγκινούνται από το θαυμάσιο Βιβλίο της Δημιουργίας. Αν ο εμπνευσμένος ψαλμωδός Δαβίδ αυτοσχεδίαζε με την άρπα στο χέρι του καθώς ατένιζε τον έναστρο ουρανό, δεν το γνωρίζομε με βεβαιότητα. Αλλ’ οπωσδήποτε υπήρχαν το κατάλληλο κίνητρο και η ευγνωμοσύνη όταν άρχισε την συναρπαστική του μελωδία με τα λόγια: «Οι Ουρανοί διηγούνται την δόξαν του Θεού, και το στερέωμα αναγγέλλει το έργον των χειρών αυτού.»—Ψαλμός 19:1.