Πράξεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά στους Σύγχρονους Καιρούς στη Γερμανία
(Από το Βιβλίον του Έτους 1974—συνέχεια)
«ΜΕ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ πρωτοβουλία ανασυνδέθηκα με τη Νεολαία του Χίτλερ, μολονότι κανείς δεν προσπάθησε να με αναγκάση, και μολονότι αυτό ήταν μόνον μερικούς μήνας προ του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνο που ο Σατανάς απέτυχε να επιτελέση με αυστηρότητα, μπόρεσε να το επιτελέση με κολακεία και πανουργία. Σήμερα μπορώ να πω ότι αυστηρά καταδίωξις εκ των έξω μπορεί να δοκιμάση την πιστότητά μας, αλλ’ οι ύπουλοι έφοδοι από άλλα σημεία δεν είναι λιγώτερο επικίνδυνοι από τις κτηνώδεις εφόδους. Σήμερα διαπιστώνω τις δύσκολες δοκιμασίες πίστεως που η μητέρα μου πέρασε καθ’ ον χρόνον ήταν στη φυλακή. Εγώ είχα λάβει την τελευταία επιστολή του πατέρα μου που εβεβαίωνε την πιστότητά του και αφιέρωσι μέχρι θανάτου και αυτό με ενίσχυσε πάρα πολύ. Σ’ εκείνη, εκ του άλλου, έστειλαν τα ενδύματα και τις φορεσιές του, πάνω στα οποία κηλίδες από αίματα ήσαν ακόμη ορατές, σιωπηλές μαρτυρίες των βασανισμών του θανάτου του. Η μητέρα μου αργότερα μου είπε ότι όλα αυτά τα πράγματα ήσαν πολύ δύσκολα γι’ αυτήν να τα υποφέρη, αλλ’ η πιο δύσκολη δοκιμασία της τον καιρό αυτό ήσαν οι επιστολές μου που εδείκνυαν ότι εγώ είχα σταματήσει να υπηρετώ τον Ιεχωβά.
«Ο πόλεμος γρήγορα τελείωσε. Η μητέρα μου ήλθε στο σπίτι και μ’ εβοήθησε να επιστρέψω στην οδό της αφιερώσεως. Συνέχισε να με ανατρέφη στην αγάπη του Ιεχωβά και στην αφιέρωσι σ’ αυτόν. Βλέποντας προς τα οπίσω, παρατηρώ ότι είχα πολλά από τα ίδια προβλήματα τότε που πολλοί από τους νεαρούς αδελφούς έχουν σήμερα. Η μητέρα μου όμως ποτέ δεν σταμάτησε να αγωνίζεται βοηθώντας με να μείνω στην οδόν της αφιερώσεως. Με την χάριν του Ιεχωβά έχω τώρα το προνόμιον να είμαι στην ολοχρόνιο υπηρεσία επί 22 έτη, τα έξη χρόνια και τέσσερις μήνες απ’ αυτά τα δαπάνησα στη φυλακή της Ανατολικής Γερμανίας, φυλακισμένος όπως ήσαν και οι γονείς μου.
«Πολλές φορές αναρωτιώμουν τι έπραξα για να αξιωθώ τόσων πολλών ευλογιών από τον Ιεχωβά στο παρελθόν. Σήμερα πιστεύω ότι οι προσευχές του πατέρα μου και της μητέρας μου ήσαν υπεύθυνες. Δεν μπορούσαν να δώσουν καλύτερο παράδειγμα σε Χριστιανική διαγωγή απ’ ό,τι έκαμαν με την δική των πορείαν ενεργείας.»
Υπάρχουν 800 γνωστές περιπτώσεις όπου παιδιά αποσπάσθησαν από τους γονείς των, μολονότι ο ακριβής αριθμός πιθανόν να είναι ακόμη μεγαλύτερος. Με την απανθρωπιά αυτή υπ’ όψει δεν είναι περίεργο ότι καθ’ όσον περνούσε ο καιρός οι εξουσίες το έκαμαν αδύνατο να γεννούν οι άνθρωποι παιδιά με το να δηλώνουν απλώς ότι ένας από τους γονείς είχε «κληρονομική ασθένεια.» Μπορούσε τότε να αποστειρωθή κατά τον νόμο.
ΜΕΘΟΔΟΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΩΝ
Μια σκληρή τακτική που χρησιμοποιούσαν ήταν να αφήνουν τον συζυγικό σύντροφο και άλλα μέλη της οικογενείας να δοκιμάζουν τους βασανισμούς των αγαπητών των κατά την διάρκεια των ανακρίσεων. Ο Εμίλ Γουίλντε περιγράφει την σκληρότητα αυτού, με το να αναγκασθή από το κελί του ν’ ακούη καθ’ ον χρόνον η σύζυγος του κυριολεκτικά εβασανίζετο μέχρι θανάτου.
«Την 15ην Σεπτεμβρίου 1937,» αρχίζει, «το πρωί στις 5:00, δυο αξιωματούχοι της Γκεστάπο ήλθαν και έκαμαν έρευνα στο σπίτι μου, αφού πρώτα ανέκριναν τα παιδιά μου. Ύστερα η σύζυγός μου και εγώ οδηγηθήκαμε στην αστυνομία και αμέσως μας ενέκλεισαν στη φυλακή. Η πρώτη μας ανάκρισις έλαβε χώραν ύστερα από δέκα ημέρες. Μου είπαν ότι η σύζυγός μου θα είχε επίσης την πρώτη της ανάκρισι την ίδια ημέρα, και αυτό έγινε.
«Από το μεσημέρι, περί την 1:00 μ.μ., άκουγα τις δυνατές κραυγές μιας γυναικός. Την έδερναν και καθώς οι κραυγές της συνεχίζονταν να γίνωνται καθαρώτερες, τις ανεγνώρισα ότι έρχονταν από τη γυναίκα μου. Κτύπησα το κουδούνι κι ερώτησα γιατί έδερναν τη σύζυγο μου· μου είπαν ότι δεν ήταν η σύζυγός μου, αλλά μια άλλη, η οποία άξιζε τους δαρμούς λόγω κακής διαγωγής. Αργά το απόγευμα εκείνο οι κραυγές άρχισαν πάλιν και μεγάλωσαν τόσο πολύ ώστε μια φορά ακόμη κτύπησα το κουδούνι για να παραπονεθώ για την κακομεταχείρισι της συζύγου μου. Η Γκεστάπο συνέχιζε να αρνήται ότι ήταν η σύζυγός μου. Στη 1:00 τη νύχτα εκείνη δεν μπορούσα να το υποφέρω πια κι εκτύπησα πάλι το κουδούνι, αλλά ο επίσημος της αστυνομίας που ήλθε μου είπε: ‘Αν κτυπήσης ακόμη μια φορά, θα κάμωμε το ίδιο σε σένα όπως εκάμαμε στη γυναίκα σου!’ ‘Εξηκολούθησε σιωπή σ’ όλη τη φυλακή, γιατί στο μεταξύ πήγαν τη γυναίκα μου στη νευροκλινική. Ενωρίς το πρωί Οκτωβρίου 3, ο επί κεφαλής φρουρός της Γκεστάπο, Κλάσσιν, ήλθε στο κελί μου και μου είπε ότι η σύζυγός μου είχε πεθάνει στη κλινική. Του είπα ότι αυτοί ήσαν υπεύθυνοι για τον θάνατό της, και την ημέραν της κηδείας υπέβαλα κατηγορία για φόνο εναντίον της Γκεστάπο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να με κατηγορήση η Γκεστάπο για δυσφημία.
«Αυτό σημαίνει ότι θα γινόταν μια επιπρόσθετη δίκη από εκείνην που είχα. Όταν αυτή έλαβε χώραν, δυο αδελφές σηκώθηκαν κατά την διάρκεια της ανακρίσεως του ειδικού δικαστηρίου και εδήλωσαν: ‘Ακούσαμε την Κα Γουίλντε να φωνάζη, «Σεις διάβολοι, με δέρνετε μέχρι θανάτου.»’ Ο δικαστής απήντησε: ‘Αλλά δεν το είδαν αυτό, μόνο το άκουσαν. Σας καταδικάζω σε φυλάκισι ενός μηνός.’ Αρκετές αδελφές που είδαν την σύζυγο μου μετά τον θάνατό της, επεβεβαίωσαν ότι είχε τρομερά παραμορφωθή με μεγάλες μαστιγώσεις γύρω στο λαιμό της και στο πρόσωπο. Δεν μου εδόθη η άδεια να παρευρεθώ στη κηδεία.
Σε άλλες περιπτώσεις απόπειρες εγίνονταν να υπνωτίσουν τους αδελφούς. Σε μερικούς έδιναν τροφή που περιείχε ναρκωτικό, έτσι ώστε έχαναν το έλεγχο σ’ εκείνα που έλεγαν. Σε μια απόπειρα ν’ αναγκάσουν άλλους να ομολογήσουν, τα χέρια των και τα πόδια δένονταν πίσω από τη ράχη των ολόκληρη την νύκτα. Επειδή μερικοί δεν μπορούσαν να υποφέρουν τέτοιες μορφές βασανισμού, η Γκεστάπο μπορούσε ν’ αποσπάση πληροφορία περί του πώς το έργο των μαρτύρων του Ιεχωβά ήταν ωργανωμένο και πώς διεξήγετο.
ΦΙΛΙΚΟΙ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΙ ΚΑΙ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ
Μολονότι οι επίσημοι μεταχειρίζονταν τη ‘νέα ισχυρά και ηχηρά γλώσσα,’ η οποία ειδικά εχαρακτήριζε όλους τους ηγέτας της αυτοκαλουμένης ‘αρχής του Φύρερ,’ εντούτοις ήταν ενθαρρυντικό το ότι εδώ κι εκεί μερικοί αξιωματούχοι της αστυνομίας, στην πολιτεία τους με τους μάρτυρας του Ιεχωβά τόσο έξω όσο και μέσα στη φυλακή, έδειξαν ότι είχαν συμπάθεια για τον συνάνθρωπό των.
Ο Καρλ Γκοριν, επειδή αρνήθηκε να δώση τον «Γερμανικό χαιρετισμό» και να ενωθή με την Οργάνωσι του Εργατικού Μετώπου, απελύθη από την εργασία του. Το γραφείον εργασίας αρνήθηκε να του βρη εργασία και το γραφείο της κοινωνικής προνοίας αρνήθηκε να του δώση οποιαδήποτε υποστήριξι. Αλλ’ ο Ιεχωβά, ο οποίος γνωρίζει τας ανάγκας του λαού του, κατηύθυνε το ζήτημα ούτως ώστε ο Άδ. Γκόριν γρήγορα βρήκε εργασία σ’ ένα χαρτοποιείον. Ο διευθυντής του, Κος Κορνήλιος, εμίσθωνε όλους τους αδελφούς οι οποίοι απελύοντο από τις εργασίες των και δεν απαιτούσε τίποτε που συγκρούονταν με τις συνειδήσεις των.
Αργότερα βρέθηκε, ότι υπήρχαν και άλλοι εργοδόται οι οποίοι έπρατταν το ίδιο, μολονότι όχι πολλοί. Αρκετοί αδελφοί με τον τρόπο αυτό εσώθηκαν από τα νύχια της Γκεστάπο.
Υπήρχαν επίσης δικασταί οι οποίοι εσωτερικώς δεν συμφωνούσαν με τις βίαιες μεθόδους που μεταχειριζόταν η κυβέρνησις του Χίτλερ. Ειδικώς στην αρχή, αρκετοί δικασταί παρουσίασαν στους αδελφούς ένα αβλαβές χαρτί να το υπογράψουν, ένα που απλώς έλεγε ότι θ’ απέσχον από του να ενασχολούνται σε οποιαδήποτε πολιτική ενέργεια. Επειδή οι αδελφοί μπορούσαν να το υπογράψουν χωρίς επιφυλάξεις, αυτό έσωσε πολλούς από του να χάσουν την ελευθερία των.