Πράξεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά στους Σύγχρονους Καιρούς στη Γερμανία
(Από το Βιβλίον του Έτους 1974)
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ήσκησε μεγάλη επιρροή στην ιστορία. Ο λαός της φημίζεται ότι είναι πολύ εργατικός και ευπειθής στην εξουσία. Οι ιδιότητες αυτές υπήρξαν ένας μεγάλος παράγων στην οικονομική αύξησι του έθνους, έτσι ώστε σήμερα η Δυτική Γερμανία, με τον πληθυσμό της των εξήντα εκατομμυρίων και άνω, είναι ένας από τους βιομηχανικούς γίγαντας του κόσμου. Διεξάγει εμπόριο σ’ όλα τα μέρη της γης. Και για ν’ ανταποκριθή στις ανάγκες της ευδοκιμούσης οικονομίας της, στα τελευταία χρόνια αναγκάσθηκε να φέρη στη χώρα πάνω από τρία εκατομμύρια «επισκέπτας εργάτας» από την Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Τουρκία και άλλες χώρες.
Η επιρροή της Γερμανίας γίνηκε αισθητή και με άλλους τρόπους. Κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, από το 1914 ως το 1918, τα Γερμανικά στρατεύματα προώθησαν ανατολικά ως μέσα στη Ρωσία, και δυτικά μέσω του Βελγίου μέσα στη Γαλλία. Προτού τελειώση η σύγκρουσις, είχαν συμβληθή σε πόλεμο εναντίον μιας συμμαχίας 24 εθνών γύρω στη σφαίρα. Η Γερμανία ηττήθη. Δεν πέρασε· όμως πολύς καιρός και ένας απόμαχος του πολέμου εκείνου, ο Αδόλφος Χίτλερ, άρχισε ν’ αναλαμβάνη την εξουσία. Το 1933, ως κεφαλή του Εθνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, έγινε καγκελλάριος της Γερμανίας. Σε λίγο διάστημα υπέβαλε τον Γερμανικό λαό σε μια τρομοκρατία, και το 1939 εβύθισε τον κόσμο σ’ ένα άλλο παγκόσμιο πόλεμο, μεγαλυτέρας εκτάσεως και καταστρεπτικότητος από τον πρώτο.
Τι έκαναν οι εκκλησίες όταν όλα αυτά ελάμβαναν χώρα; Κάθε Κυριακή, σε αρμονία με το κονκορδάτο που υπεγράφη μεταξύ του Βατικανού και της Γερμανίας το 1933, ο Καθολικός κλήρος προσευχόταν για την ευλογία του ουρανού επί του Γερμανικού κράτους. Μήπως ο Προτεσταντικός κλήρος διεμαρτυρήθη; Απ’ εναντίας, το 1933 υπεσχέθησαν απόλυτο υποστήριξι στο Ναζιστικό Κράτος. Και το 1941 η Προτεσταντική Ευαγγελική Εκκλησία στη Μάιντς ευχαρίστησε τον Θεό για το ότι είχε δώσει στον λαό ένα Αδόλφο Χίτλερ.
ΠΡΩΤΕΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Είναι ενδιαφέρον ότι εδώ στη Γερμανία, τον Οκτώβριο του 1517, ο Μαρτίνος Λούθηρος εκάρφωσε τας 95 θέσεις του επάνω στην πόρτα της εκκλησίας στη Βιτενβέργη, ως διαμαρτυρία εναντίον ασκήσεων τις οποίες αυτός επίστευε ότι ήταν εκτός αρμονίας με τον Λόγον του Θεού. Αλλ’ η θρησκευτική διαμαρτυρία γρήγορα συνυφάνθηκε με πολιτικά συμφέροντα, και πολύ προ του εικοστού αιώνος, όχι μόνο η Καθολική Εκκλησία, αλλά και οι Προτεσταντικές οργανώσεις είχαν σαφώς συνταυτισθή ως μέρος του κόσμου.
Εν τούτοις, εφ’ όσον επλησίαζε ο καιρός να δοθή «ή βασιλεία του κόσμου» από τον Θεό σ’ ένα ουράνιο βασιλέα, τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, υπήρχε ένα έργο να γίνη στη Γερμανία, καθώς και σε άλλα μέρη του κόσμου. (Αποκ. 11:15) Ποιος θα επωφελείτο της ευκαιρίας αυτής; Στη δεκαετία του 1870, στην Αμερική, ο Κάρολος Τ. Ρώσσελ είχε αρχίσει να συναθροίζη ένα όμιλο σπουδαστών της Γραφής οι οποίοι ενδιαφέρονταν ζωηρά για τη δευτέρα έλευσι του Χριστού. Είδαν την ανάγκη να συμμερισθούν με άλλους τα θαυμάσια πράγματα που εμάθαιναν από τον Λόγο του Θεού. Καθώς το έργο προχωρούσε, και η διανομή της Γραφικής ύλης ελάμβανε μεγαλύτερες διαστάσεις, έγινε ανάγκη να σχηματισθή ένα νομικό σωματείο που σήμερα είναι γνωστό ως Βιβλική και Φυλλαδική Εταιρία Σκοπιά της Πενσυλβανίας, και ο Αδ. Ρώσσελ ήταν ο πρώτος της πρόεδρος.
Αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητα της διαδόσεως των αγαθών νέων στα πιο απομακρυσμένα μέρη της γης, το 1891 η Εταιρία Σκοπιά έκαμε διευθετήσεις να ταξιδεύση ο Αδ. Ρώσσελ στο εξωτερικό για να καθορίση τις δυνατότητες της επεκτάσεως του έργου. (Πράξ. 1:8) Στο ταξίδι αυτό ο Αδ. Ρώσσελ επισκέφθηκε το Βερολίνον και τη Λειψία. Αλλ’ αργότερα ανέφερε: «Δεν βλέπομε τίποτε το ενθαρρυντικό για να ελπίζωμε κάποιο θερισμό στην Ιταλία ή Αυστρία ή Γερμανία.» Εν τούτοις, μετά την επιστροφή του, έγιναν διευθετήσεις να δημοσιευθούν μερικά βιβλία και φυλλάδια στη Γερμανική. Μερικοί που μετανάστευσαν από τη Γερμανία στις Ην. Πολιτείες και είχαν διαβάσει την έντυπο ύλη της Εταιρίας την έστειλαν στους συγγενείς των και φίλους στη Γερμανία ενθαρρύνοντάς τους να την χρησιμοποιήσουν στη μελέτη της Γραφής των. Στο 1897 εξεδόθη η Σκοπιά στη Γερμανική. Για ν’ απλοποιηθή η αποστολή στη Γερμανία και σ’ άλλους Ευρωπαϊκούς τομείς ανοίχθηκε μια αποθήκη στο Βερολίνον.
ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ
Το 1902 μια Χριστιανή αδελφή μετεκόμισε στην Ταϊλφίγκεν, ανατολικά του Μαύρου Δρυμού. Είχε μάθει την αλήθεια στην Ελβετία και τώρα προσπαθούσε να τη μεταδώσει στους κατοίκους της Ταϊλφίγκεν. Η δραστηριότης της την έφερε σε συνάφεια μ’ ένα άνθρωπο, ο οποίος μαζί με την αδελφή του και δυο άνδρες συγγενείς των, ζητούσαν την αλήθεια. Είχαν ήδη προσπαθήσει να την βρουν στη Μεθοδιστική Εκκλησία. Αφού εδιάβασαν ένα φυλλάδιο που αυτή είχε αφήσει στο σπίτι των έγραψαν αμέσως να ζητήσουν τους τόμους της Χιλιετηρίδος. Μια από τις πρώτες εκκλησίες στη Γερμανία σχηματίσθηκε εκεί και έγινε γνωστή στην κοινότητα ως η «Χιλιετής Εκκλησία.»
Οι Χριστιανοί αυτοί αδελφοί υποστηρίζονταν ενζήλως από μια άλλη αδελφή, τη Ρόσα Μολ. Η αδελφή αυτή, που τώρα ήταν 89 ετών, είχε υπηρετήσει τον Ιεχωβά πάνω από 60 έτη, περιλαμβανομένων 8 ετών στο στρατόπεδο Ράβενσμπρουκ.
Τα σπέρματα της αληθείας επίσης άρχισαν να φυτρώνουν στην Μπέργκισε Λαντ το 1900. Ένας αδελφός έφερε την αλήθεια σε μια οικογένεια και σε λίγο διάστημα άλλοι εγνώρισαν την αλήθεια και συναθροίζονταν σ’ ένα εστιατόριο. Πολλάκις 70 ως 80 άτομα συναθροίζονταν για τη μελέτη της Σκοπιάς. Εν τω μεταξύ στη κομητεία Λουμπέκε της Βεστφαλίας ένας μέσος αριθμός από 25 άνδρες και γυναίκες συναθροίζονταν για να συσπουδάσουν τον Λόγο του Θεού. Ανήκαν στην Προτεσταντική Εκκλησία αλλά δεν ήσαν φιλακόλουθοι, γιατί συχνά επέστρεφαν δυσαρεστημένοι λόγω του ότι ο ιεροκήρυξ εκήρυττε για τα αιώνια βάσανα. Ένας από τους γείτονάς των βρήκε ένα φυλλάδιο μέσα στο τραίνο που εταξίδευε που έλεγε ότι δεν υπάρχει κόλασις. Νομίζοντας ότι θα ενδιέφερε τους γείτονάς του το έδωκε σ’ αυτούς. Αυτοί αμέσως παρήγγειλαν όλη την διαθέσιμο έντυπο ύλη, η οποία έπειτα έγινε το υλικό για τη συμμελέτη τους. Έτσι το θεμέλιον ετέθη για μια εκκλησία στη Γκέλενπεκ, και αυτή έγινε η «μητέρα εκκλησία» για πολλές άλλες.
Αύξησις έλαβε χώραν επίσης και σ’ άλλες περιφέρειες. Το 1902 ένας ιδιοκτήτης γαιών και γαλακτοκόμος ονομαζόμενος Κούνο είδε την αλήθεια και έθεσε το θεμέλιον για εκκλησίες στην περιοχή ανατολικά του Βερολίνου. Στη Δρέσδη η εκκλησία αύξησε τόσο πολύ ώστε, με πάνω από χίλιους αδελφούς και αδελφές, στη δεκαετία του 1920 ήταν η μεγαλύτερη στη Γερμανία.